Ο συγγραφέας Γιώργος Σπυράκης απαντά στις ερωτήσεις που του θέτει ο Κωνσταντίνος Μανίκας, με αφορμή την κυκλοφορία της συλλογής διηγημάτων “Από τα παράθυρα δε γύρισε κανείς”.
Κυκλοφόρησε από τις Εκδόσεις Ιωλκός το νέο βιβλίο σας «Από τα παράθυρα δε γύρισε κανείς». Πώς θα το περιγράφατε συνοπτικά;
Μικρές αλήθειες για τη μοναξιά που κρύβεται στον άνθρωπο. Ένα λογοτεχνικό ξέσπασμα που τελικά παραμένει άηχο στην αποδοχή ότι λέμε λίγο, αλλά ζούμε τη ζούγκλα μας σε μια σιωπή.
Ποια ζητήματα επιθυμείτε να θίξετε με αυτό σας το έργο και πώς προέκυψε η συγκεκριμένη έμπνευση;
Τα κείμενα είναι για τον άνθρωπο. Αυτόν τον καθημερινό, τον απλό, που μας σπρώχνει για να μπει στο λεωφορείο και που θα βρεθεί εκεί που δεν τον περιμένουμε. Αυτόν που θα συναντηθεί το βλέμμα μας, αλλά μάλλον δεν θα πούμε ούτε μια περαστική καλημέρα. Κάτι κρύβει μέσα του. Κάτι που η αγωνία στα μάτια του το υποδηλώνει, αλλά εμείς μάλλον δεν θέλουμε να ακούσουμε. Είναι η φωνή του, λοιπόν. Αυτός ο απόηχος όσων μας είπε, αλλά δεν ακούσαμε. Η έμπνευση δεν προέκυψε. Διαμορφώθηκε στην ανάγκη για γραφή και στο να ειπωθούν πυκνές αλήθειες που κρύβονται μέσα μας.
Τι πιστεύετε ότι θα αποκομίσει ως απόσταγμα ο αναγνώστης;
Μια διαφορετική ματιά στο “αυτονόητο” της ζωής μας. Μακάρι να συμβεί αυτό και να μάθουμε να μην κρίνουμε, αλλά να ανεχόμαστε και να δίνουμε χρόνο στους άλλους. Ελπίζω να κλείνουν τις σελίδες με εκείνο το μειδίαμα της ταύτισης που υπαγορεύει ότι “ναι, το ξέρω κι εγώ, αλλά δεν το παραδέχθηκα”. Δεν είμαστε μόνοι εδώ. Τουλάχιστον ας το διαβάσουμε πρώτα.
Ποιο ήταν το ερέθισμα για να ασχοληθείτε με τη συγγραφή;
Η έκφραση και το παιχνίδι με τις λέξεις. Μικρός δεν διάβαζα, αλλά έγραφα. Το ένα έφερε το άλλο και τώρα είμαι κάτι από τις λέξεις μου. Αυτές που ακόμα δεν γράφτηκαν. Αυτό με κυνηγά, μια ακόμα ιστορία στο χαρτί.
Τι ρόλο έχει πλέον το βιβλίο, στον ψηφιακή μας κόσμο; Πόσο επηρεάζεται από τις εξελίξεις στην τεχνητή νοημοσύνη;
Το βιβλίο δεν θα αλλάξει ποτέ. Έγχαρτο, ψηφιακό, ηχητικό ή ό,τι άλλο προκύψει, θα είναι πάντα μια ιστορία σε εγρήγορση μέχρι κάποιος να ανοίξει την πρώτη σελίδα. Η επαφή με το χαρτί είναι κάτι δικό μας, των γενεών μέχρι σήμερα. Έχει μια δύναμη γιατί συνδυάζει μια ακόμα αίσθηση, την αφή (μερικές φορές και την όσφρηση). Όταν αυτό ατονίσει, ας είμαστε έτοιμοι (εμείς οι παλιότεροι) για προσαρμογή. Πιστεύω ότι θα αργήσει να συμβεί, αλλά θα γίνει. Είναι μια πάλη όλο αυτό, αλλά θα το “καθαρίσουν” οι νέες γενιές, όχι εμείς και τα συγκριτικά στοιχεία. Όσο για την τεχνητή νοημοσύνη, ναι-σε-όλα και προχωράμε. Όσο υπάρχουν συγγραφείς που αναπνέουν, όλα θα είναι ήρεμα.
Ποιον ορισμό θα δίνατε στην έννοια της λογοτεχνίας;
Απόλαυση, παιχνίδι, παράλληλος κόσμος, μαγεία, ψέμα, δουλειά, απαραίτητη ευκαιρία-επιλογή, μια σημαντική γωνιά για να κρυφτούμε και να γίνουμε ό,τι ο καθένας θελήσει.
Γιατί οι Έλληνες διαβάζουν λογοτεχνία λιγότερο από τον μέσο Ευρωπαίο;
Δεν το γνωρίζω αυτό. Αλλά πρέπει όλοι μας, συγγραφείς, εκδότες, επιμελητές, ατζέντηδες, αναγνώστες να είμαστε σαν το “νερό” εύπλαστοι. Τα παγάκια δεν χωράνε παντού και σπάνε. Το νερό θα γίνει κάτι από την αλλαγή και μόνο έτσι θα κυλήσει παρακάτω. Θέλουμε δρόμο για να φύγουμε από την “επιχειρηματική” λογοτεχνία και να πλησιάσουμε την ουσία της.
Πιστεύετε στη μοίρα ή στην τύχη;
Ούτε αυτή σε εμένα. Δεν την παρεξηγώ.
Ένας μήνας “καραντίνα”. Ποια είναι τα πέντε βιβλία που θα θέλατε μαζί σας;
Μου αρκεί η Πανούκλα του Καμύ για να γεμίσω αλληγορικές καραντίνες και ένα σημειωματάριο με το νέο μου βιβλίο. Κάπως έτσι μάλιστα γράφτηκε το προηγούμενο μυθιστόρημά μου, Ευπαθείς Μαϊμούδες.
Χρειαζόμαστε περισσότερο ρομαντισμό ή ρεαλισμό στην εποχή μας;
Και τα δύο σε άνισες δόσεις κάθε φορά. Στο τέλος θα έχουμε απαντήσει μόνο τι περισσεύει κι αυτό μας αρκεί.