Ο συγγραφέας Ανδρέας Μπονόβας μιλά στην Ιωάννα Σταθοπούλου, με αφορμή την κυκλοφορία του νέου του μυθιστορήματος “Ερμενιλέρ”.
1) Ξεκινήσατε τη συγγραφική σας πορεία με την ποίηση και στη συνέχεια στραφήκατε στην πεζογραφία. Θα θέλαμε να μας πείτε ποιες είναι οι βασικές διαφορές και προκλήσεις που αντιμετωπίσατε σε αυτά τα δύο λογοτεχνικά είδη και τι σας ώθησε στην πεζογραφία;
Ξεκίνησα αρχικά να γράφω ποίηση γιατί πάντα με γοήτευε ένα από τα πιο όμορφα, αν όχι το πιο όμορφο μα και συνάμα δύσκολο χαρακτηριστικό της, η μικρή έκταση αυτής της συγγραφικής φόρμας. Το γεγονός ότι, σε αντίθεση με ένα μυθιστόρημα όπου έχεις τριακόσιες ή και περισσότερες σελίδες στη διάθεσή σου για να αναπτύξεις το νόημα του πονήματός σου, στην ποίηση θα πρέπει να πετύχεις κάτι τέτοιο μέσα σε μόνο λίγες στροφές, σε λίγους στίχους. Αυτός ήταν και ο λόγος που παρέμενα στην ποίηση, καθώς με γοήτευε πολύ το συγκεκριμένο χαρακτηριστικό. Ένιωθα όμως πάντα την ανάγκη να πω μια ιστορία, όσο δύσκολο κι αν μου φαινόταν στην αρχή να το κάνω και φυσικά, ανακάλυψα ότι στα πλαίσια της ποίησης κάτι τέτοιο θα ήταν δύσκολο έως ακατόρθωτο. Και τότε μπήκε στη ζωή μου το μυθιστόρημα το οποίο, όσο περίεργο και αν ακούγεται σε κάποιους, το θεωρώ πολύ πιο εύκολο ως προς τη συγγραφή του από μία ποιητική συλλογή, ακριβώς για τον λόγο που ανέφερα παραπάνω, ότι δηλαδή κανείς δεν με περιορίζει ως προς την έκτασή του.
2) Το πιο πρόσφατο μυθιστόρημά σας, «Ερμενιλέρ», θίγει ένα θέμα με έντονο ιστορικό και γεωπολιτικό υπόβαθρο, τον πόλεμο στο Ναγκόρνο-Καραμπάχ. Τι σας ενέπνευσε να εξερευνήσετε αυτή την ιστορία, πώς προσεγγίσατε την έρευνα και τη συγγραφή της και ποια μηνύματα επιδιώκετε να αποκομίσει ο αναγνώστης;
Η αρχική ιδέα για το συγκεκριμένο μυθιστόρημα προέκυψε εντελώς τυχαία και κατά ένα βαθμό, αστεία. Τυχαία γιατί, τη περίοδο που γεννήθηκε διάβαζα ένα βιβλίο με μαρτυρίες απογόνων ανθρώπων που είχαν ζήσει τη γενοκτονία των Αρμενίων, όπου έχει τις ρίζες του ο πόλεμος στο Ναγκόρνο-Καραμπάχ και αστεία γιατί, εκείνη τη περίοδο προβαλλόταν στην τηλεόραση μία εκπληκτική σειρά με τίτλο «Κόκκινο ποτάμι» η οποία μιλούσε για τη γενοκτονία των Ποντίων από τους Τούρκους. Οπότε, η αρχική ιδέα για το «Ερμενιλέρ» προέκυψε ως ένας συνδυασμός αυτών των δύο.
Το βιβλίο στο σύνολο του δεν θα μπορούσα να το προσεγγίσω με κάτι λιγότερο από σεβασμό και δέος για όλα όσα διάβασα, άκουσα, είδα, για όλα τα φριχτά γεγονότα που αναγκάστηκαν να ζήσουν αυτοί οι άνθρωποι, οι Αρμένιοι, έπειτα από τη βάρβαρη απόφαση των Τούρκων να διώξουν οτιδήποτε το ξένο από τη χώρα τους.
Τα μηνύματα τα οποία θα ήμουν περήφανος αν κατάφερνε το συγκεκριμένο μυθιστόρημα να επικοινωνήσει στους αναγνώστες είναι πως κανένας δεν έχει να χωρίσει τίποτα με κανέναν και πως όλοι οι άνθρωποι είμαστε ίσοι, ανεξάρτητα με το σε ποια χώρα ζούμε, σε ποιο λαό και σε ποια θρησκεία ανήκουμε.
3) Το προηγούμενο μυθιστόρημά σας, «Sharif – Βαδίζοντας στο σκοτάδι», αναφέρεται στην προσφυγιά και την κρίση. Πώς επιλέξατε να ασχοληθείτε με αυτά τα θέματα; Είναι η έλξη για ιστορίες που αφορούν επίκαιρα κοινωνικά και ιστορικά ζητήματα ή κάτι πιο βαθύ;
Πέρα από την έλξη που αναφέρετε, που αναμφίβολα υπάρχει, είναι και αυτό ακριβώς που ανέφερα και στη τελευταία παράγραφο της προηγούμενης απάντησής μου. Πρέπει πιστεύω κάποια στιγμή, ο καθένας μας να καταλάβει και να δεχθεί το γεγονός ότι κανένας άνθρωπος δεν είναι ίδιος με κανέναν άλλο και ότι το να προσπαθούμε να το πετύχουμε αυτό, πολλές φορές μέσα από πολέμους και μαζικά εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας όπως και η γενοκτονία των Αρμενίων, είναι εντελώς άκυρο και απίθανο. Άλλωστε, τι γλύκα θα είχε ένας κόσμος όπου όλοι θα ήμασταν ίδιοι;
4) Έχετε σπουδάσει Μηχανικός Η/Υ και μουσική. Πώς πιστεύετε ότι αυτές οι φαινομενικά διαφορετικές επιστήμες και τέχνες επηρεάζουν τη συγγραφική σας σκέψη και δημιουργία;
Η αλήθεια είναι πως κάποιος μπορεί να έλεγε ότι αυτά τα δύο δεν έχουν καμία σχέση με τη συγγραφή και θα είχε δίκιο. Είναι περίεργο, ακόμα και για εμένα το πώς από την Πληροφορική που είναι στο πεδίο των θετικών επιστημών, έφτασα στα βιβλία μου να ασχολούμαι με την ιστορία. Αυτό όμως οφείλεται στην λατρεία που έτρεφα από μικρό παιδί για το οτιδήποτε έχει σχέση με ιστορία, από τα αρχαία χρόνια μέχρι και σήμερα, το οποίο συνδυάστηκε και με την ανάγκη μου να πλάθω και να λέω ιστορίες. Έτσι, φτάσαμε εδώ που είμαστε…
5) Διατηρείτε την ιστοσελίδα “Authoring Melodies”. Ποιος είναι ο σκοπός αυτής της πρωτοβουλίας και πώς συμβάλλει στη λογοτεχνική κοινότητα;
Ο σκοπός του Authoring Melodies είναι να αναδείξει το βιβλίο και τους δημιουργούς του, να το φθάσει σε όσα περισσότερα χέρια και σε όσες βιβλιοθήκες γίνεται και να μετατρέψει τη φιλαναγνωσία σε αγαπημένο σπορ όλων όσων το διαβάζουν. Ελπίζω να έχει πετύχει έστω και στο ένα τοις εκατό τον στόχο του.
6) Δηλώνετε λάτρης των ιστορικών μυθιστορημάτων. Υπάρχουν συγκεκριμένοι συγγραφείς ή περίοδοι της ιστορίας που σας έχουν επηρεάσει περισσότερο και αντλείτε από αυτούς έμπνευση για τα δικά σας έργα;
Όποιος διαβάσει τα μυθιστορήματά μου, και αυτά που έχουν κυκλοφορήσει αλλά και αυτά που έρχονται, θα καταλάβει πολύ εύκολα ότι συνήθως εμπνέομαι από γεγονότα της περιόδου της τουρκοκρατίας και έπειτα. Αυτή η περίοδος νομίζω είναι και πιο κοντινή, άρα και πιο οικεία προς τον αναγνώστη αλλά και μια περίοδος που εμένα προσωπικά με συναρπάζει πολύ.
7) Ως κάτοικος των Ιωαννίνων, μιας πόλης με πλούσια ιστορία και απαράμιλλη ομορφιά, πώς βιώνετε την καθημερινότητά σας; Θεωρείτε τον εαυτό σας τυχερό που ζείτε σε έναν τέτοιο τόπο, απολαμβάνοντας την ηρεμία και την έμπνευση που προσφέρει, ή νιώθετε κάποιες φορές απομακρυσμένος από το επίκεντρο των λογοτεχνικών και πολιτιστικών εξελίξεων που συχνά συγκεντρώνονται σε μεγαλύτερα αστικά κέντρα; Πώς επηρεάζει αυτό το περιβάλλον τη συγγραφική σας δημιουργία;
Τα Ιωάννινα είναι μία πανέμορφη πόλη, μία πόλη στην οποία χαίρεσαι να κατοικείς και την οποία χαίρεσαι να την περπατάς και να τη χαζεύεις, σε κάθε εποχή του χρόνου. Το να ζει κάποιος σε αυτή τη πόλη προσφέρει άπειρες δυνατότητες ως προς την έμπνευσή του, καθώς όπως αναφέρατε και εσείς είναι μια πόλη με πλούσια ιστορία. Το γεγονός βέβαια ότι το επίκεντρο των λογοτεχνικών αλλά και γενικά των εξελίξεων σε όλους τους τομείς στη χώρα μας βρίσκεται σε μεγαλύτερα αστικά κέντρα και συγκεκριμένα στην Αθήνα, κάνει τη ζωή ενός συγγραφέα και ενός οποιουδήποτε καλλιτέχνη αρκετά πιο δύσκολη πιστεύω από ότι θα ήταν αν ζούσε στην πρωτεύουσα. Αλλά σε αυτό πολλές φορές κρύβεται και το ωραίο του πράγματος, στο ότι ένας καλλιτέχνης της επαρχίας θα πρέπει να κοπιάσει πιθανώς περισσότερο και να βρει περισσότερους τρόπους για να προωθήσει το έργο του σε σχέση με έναν καλλιτέχνη της Αθήνας. Χωρίς βέβαια να θέλω να υποτιμήσω αυτούς που ζουν και δημιουργούν στην πρωτεύουσα.
8) Πιστεύετε ότι η ανατροφοδότηση από τους αναγνώστες είναι σημαντική για έναν συγγραφέα;
Προφανώς! Άλλωστε τι είναι ο συγγραφέας χωρίς το κοινό του;
9) Οι παρουσιάσεις βιβλίων, οι συνεντεύξεις και τα φεστιβάλ βιβλίου αποτελούν αναμφίβολα έναν τρόπο να έρθει ένας συγγραφέας σε επαφή με το κοινό και να προωθήσει το έργο του. Κατά τη γνώμη σας, είναι αυτές οι εκδηλώσεις απαραίτητες για την ουσιαστική εξέλιξη ενός συγγραφέα και την εδραίωσή του στον χώρο, ή τις θεωρείτε απλώς “σημεία των καιρών”, δηλαδή αναγκαίο κακό ή απλά συμβατικές πρακτικές της σύγχρονης εκδοτικής βιομηχανίας;
Πιστεύω ότι ναι, είναι απαραίτητες για την εξέλιξη του συγγραφέα, από την άποψη του ότι έρχεται πιο κοντά στους αναγνώστες, γίνεται γνωστός μέσω αυτών. Η ουσιαστική εξέλιξη που αναφέρετε, προϋποθέτει βέβαια πολλά περισσότερα όπως ανάγνωση από τον ίδιο τον συγγραφέα για παράδειγμα, η οποία θα τον βοηθήσει να ανακαλύψει και άλλους τρόπους πιθανώς να εξελίξει τη γραφή του μαθαίνοντας και το πώς άλλοι συγγραφείς προσεγγίζουν το έργο τους, εξάσκηση πάνω στο δικό του στυλ γραφής και πολλά ακόμα. Θα μπορούσα να πω ότι η ουσιαστική εξέλιξη για έναν συγγραφέα δεν έρχεται ποτέ υπό το φως των προβολέων αλλά μόνο στα σκοτεινά και μοναχικά του μονοπάτια.
10) Έχετε στο μυαλό σας κάποιο διαφορετικό project που θα θέλατε να εξερευνήσετε στο μέλλον;
Πολλά. Γενικά στο μυαλό μου υπάρχει ένα ασταμάτητο brainstorming το οποίο δεν νομίζω και δεν θέλω να σταματήσει ποτέ. Το μόνο που ξέρω να σας πω με σιγουριά είναι ότι ήδη είμαι στη διαδικασία συγγραφής του επόμενου ιστορικού μυθιστορήματος, από ‘κει και πέρα…το άγνωστο.
Σας ευχαριστώ πάρα πολύ για την ευκαιρία που μου δώσατε να παρουσιάσω το έργο μου στον όμορφο ιστότοπό σας. Εύχομαι ότι καλύτερο και για εσάς προσωπικά αλλά και για το «CulturePoint».
Για τον συγγραφέα…
Ο Δημήτρης Μπονόβας γεννήθηκε το 1989 στην πόλη των θρύλων και των παραδόσεων, τα Ιωάννινα. Σπούδασε στο Α.Τ.Ε.Ι. Δυτικής Μακεδονίας στο τμήμα Μηχανικών Η/Υ και είναι κάτοχος μεταπτυχιακού διπλώματος στον τομέα της Ειδικής Αγωγής από το Πανεπιστήμιο Λευκωσίας. Επίσης, έχει σπουδάσει και στο Ηπειρωτικό Ωδείο «Τσακάλωφ» στα τμήματα πιάνου και ανώτερων θεωρητικών.
Ξεκίνησε γράφοντας ποίηση. Έργα του έχουν συμπεριληφθεί σε αρκετές ομαδικές συλλογές, ενώ έχει κυκλοφορήσει και δύο προσωπικές, τη «Νυχτερινή Ελεγεία» από τις εκδόσεις Γράφημα και το «Λουλούδι του θανάτου» σε συνεργασία με τον Πολιτιστικό Σύλλογο του χωριού του, των Ασπραγγέλων Ζαγορίου. Τέλος, έχει κυκλοφορήσει και δύο μυθιστορήματα, το «Sharif, βαδίζοντας στο σκοτάδι» από τις εκδόσεις Υδροπλάνο και το «Ερμενιλέρ» από τις εκδόσεις Αγγελάκη. Αρθρογράφος για αρκετά χρόνια σε καλλιτεχνικές ιστοσελίδες ενώ τα έξι τελευταία διατηρεί μαζί με φίλους και τη δική του, το Authoring Melodies.
Άνθρωπος με πολλές ανησυχίες και ενδιαφέροντα. Αν δεν τον πετύχεις μπροστά στην οθόνη του υπολογιστή, σίγουρα θα τον βρεις με ένα βιβλίο στο χέρι. Λατρεύει τα ιστορικά μυθιστορήματα γιατί τον ταξιδεύουν σε άλλες εποχές και μέσα από αυτά γνωρίζει πρόσωπα και καταστάσεις.