/Χάρης Καραθύμιος: «Ο Μεσσίας»

Χάρης Καραθύμιος: «Ο Μεσσίας»

Ένα αστυνομικό θρίλερ όπου η λογική αναμετριέται με το ανεξήγητο, η Ιστορία ανοίγει παλιές πληγές και ένας ντετέκτιβ καλείται να αποδείξει πως πίσω από κάθε «θαύμα» μπορεί να κρύβεται ανθρώπινο σχέδιο.

Στo «culture point», φιλοξενούμε τον συγγραφέα Χάρη Καραθύμιο, με αφορμή το νέο του μυθιστόρημα «Ο Μεσσίας», που κυκλοφορεί από τις Εκδόσεις Μίνωας

Ο Χάρης Καραθύμιος γεννήθηκε στην Αθήνα, μεγάλωσε στη Λήμνο και κατάγεται από το Καλλίθηρο Καρδίτσας. Με σπουδές στη Φυσική, αλλά και μεταπτυχιακή εξειδίκευση στον χώρο των ηλεκτρολόγων μηχανικών και μηχανικών υπολογιστών, φαίνεται πως κουβαλά στη γραφή του μια ιδιαίτερη σχέση με τη λογική, τη δομή και την αναζήτηση αιτίας πίσω από κάθε φαινόμενο. Μετά το πρώτο του μυθιστόρημα «Ο Σκορπιός», επιστρέφει με ένα έργο που πατά στον χώρο του αστυνομικού θρίλερ, αλλά ανοίγεται ταυτόχρονα προς την Ιστορία, τη συνωμοσία, τη φιλοσοφία και το φαινομενικά μεταφυσικό.

Στον «Μεσσία», ένας ισχυρός άντρας της πολιτικής σκηνής δολοφονείται στο κέντρο της Αθήνας, μπροστά σε αυτόπτες μάρτυρες που ισχυρίζονται πως δεν είδαν άνθρωπο, αλλά ένα «πνεύμα» να του αφαιρεί τη ζωή. Η αστυνομία καλεί τον ιδιωτικό ερευνητή Γαβριήλ Γάκο, έναν άνθρωπο που ειδικεύεται στις ανεξήγητες υποθέσεις και αρνείται να δεχτεί εύκολες μεταφυσικές απαντήσεις. Καθώς η έρευνα προχωρά, το νήμα οδηγεί σε σκοτεινές διαδρομές της νεοελληνικής ιστορίας, στον Ιωάννη Καποδίστρια, σε έναν ιερέα του 19ου αιώνα με φανατικούς ακολούθους και σε μια καλά οργανωμένη ομάδα που εξακολουθεί να δρα στο παρόν. Όσο οι δολοφονίες πληθαίνουν, τόσο η πραγματικότητα μοιάζει να χάνει τα όριά της.

Συνέντευξη στη δημοσιογράφο-συγγραφέα Νεκταρία Βαρσαμή-Πουλτσίδη

Κύριε Καραθύμιο, στον «Μεσσία» όλα ξεκινούν από μια δολοφονία στο κέντρο της Αθήνας, με μάρτυρες που επιμένουν πως ο δράστης δεν ήταν άνθρωπος, αλλά «πνεύμα». Τι σας γοήτευσε περισσότερο σε αυτή την αφετηρία: το αστυνομικό μυστήριο ή η ανθρώπινη ανάγκη να εξηγούμε το ανεξήγητο με όρους μεταφυσικούς;

Χ.Κ.: Η υπόθεση του «Μεσσία» ακροβατεί μεταξύ μεταφυσικού και πραγματικού, με το βιβλίο σαν λογοτεχνικό είδος να πατάει σε διάφορα πεδία, όπως είπατε· αστυνομικό, ιστορικό, μέχρι που αγγίζει και την επιστημονική φαντασία. Αφενός εκτυλίσσεται μία αστυνομική έρευνα, η οποία σαφώς διεξάγεται στο πλαίσιο της πραγματικότητας (ψάχνουν οι αστυνομικοί για έναν δολοφόνο με σάρκα και οστά), κι από την άλλη, όταν αυτή η έρευνα οδηγείται σε μονοπάτια όπου η λογική δεν δίνει απαντήσεις, καλείται ο Γαβριήλ Γάκος να δώσει τη λύση, να απομυθοποιήσει το φαινομενικά ανεξήγητο μυστήριο. Αυτό, λοιπόν, είναι που με γοητεύει εμένα. Μία υπόθεση που φαίνεται να υπερβαίνει την κοινή λογική, αλλά στο τέλος να δοθεί μία ρεαλιστική εξήγηση.

Ο Γαβριήλ Γάκος είναι ένας ντετέκτιβ που φαίνεται να στέκεται απέναντι στο παράλογο με όπλο τη λογική. Πώς χτίσατε έναν ήρωα που δεν κυνηγά απλώς έναν δολοφόνο, αλλά προσπαθεί να αποδείξει πως πίσω από κάθε «θαύμα», κάθε φόβο και κάθε δεισιδαιμονία, υπάρχει ανθρώπινη σκοπιμότητα;

Χ.Κ.: Ο Γαβριήλ Γάκος είναι ένας άνθρωπος εσωτερικά κατακερματισμένος. Έχει χάσει την κόρη του, καθώς και έχει χωρίσει από τη γυναίκα που τόσο αγαπούσε (και ακόμη αγαπάει). Έχει μείνει να ζει μόνος του παλεύοντας με την ανίκητη κατάθλιψη, βιώνοντας ό,τι βιώνουν γονείς που έχουν χάσει τα παιδιά τους: κάνει λίγο-πολύ υπομονή μέχρι να έρθει η ώρα να πεθάνει. Στο μεταξύ, μέσα από τη δουλειά του ιδιωτικού ερευνητή, αναλαμβάνει να απομυθοποιεί “μεταφυσικές” υποθέσεις. Ωστόσο, ενδόμυχα αυτό που αποζητά είναι μία από αυτές τις υποθέσεις πράγματι να μην εξηγείται με τη λογική. Να υπάρχει έτσι μία ελπίδα κάπου η κόρη του να υπάρχει και να μην έχει χαθεί για πάντα.

Στο βιβλίο η σύγχρονη Αθήνα γίνεται τόπος εγκλήματος, και ένας τόπος σχεδόν ξένος, απειλητικός, φορτισμένος από σκιές. Θέλατε η πόλη να λειτουργήσει μόνο ως ρεαλιστικό πλαίσιο της έρευνας ή και ως χώρος όπου το παρόν συναντά τις παλιές ενοχές της Ιστορίας;

Χ.Κ.: Έχω προσπαθήσει να μπλέξω, σαν να επικαλύπτονται, τις διαφορετικές καταστάσεις της Αθήνας, από την ημέρα που έγινε η νέα πρωτεύουσα της Ελλάδας έως σήμερα, με τρόπο όχι γραμμικό, ως μία χρονική εξέλιξη, αλλά σαν αυτές οι καταστάσεις να υφίστανται παράλληλα. Οι ιστορικές μνήμες (της νεότερης ιστορίας της Ελλάδος, που προσωπικά προσδιορίζω από την επανάσταση κι ύστερα) μας βαραίνουν ακόμη τη σήμερον ημέρα με τέτοιο τρόπο που τις κουβαλάμε περισσότερο στη συλλογική συνείδησή μας παρά στη συλλογική μνήμη μας.

Η υπόθεση συνδέει μια σημερινή δολοφονία με κρίσιμες στιγμές της νεοελληνικής ιστορίας, τον Ιωάννη Καποδίστρια, έναν ιερέα του 19ου αιώνα και μια οργάνωση που δρα στο παρόν. Πόσο δύσκολο ήταν να ενώσετε την ιστορική έρευνα με τον ρυθμό ενός αστυνομικού θρίλερ χωρίς η μία πλευρά να βαραίνει την άλλη;

Χ.Κ.: Αυτό ήταν το δυσκολότερο κομμάτι. Γι’ αυτόν τον λόγο τοποθέτησα μέσα στα ακριβή ιστορικά πλαίσια της εκάστοτε περιόδου μυθοπλαστικούς χαρακτήρες για να λειτουργήσουν σαν γέφυρα μεταξύ της ιστορικής και της σύγχρονης αφήγησης (και μάλιστα αυτής του αστυνομικού θρίλερ). Επιπλέον, αφηγούμαι τα κομμάτια της ιστορίας με τρόπο που να μην παραπέμπει σε ιστορικό δοκίμιο, αλλά με διαλόγους και γρήγορες εναλλαγές σκηνών έτσι ώστε να διατηρείται (κατά το δυνατόν) ο ρυθμός.

Ο «Μεσσίας» παίζει συνεχώς με το δίπολο λογικό και παράλογο, πραγματικό και μεταφυσικό, συνωμοσία και πίστη. Πιστεύετε ότι οι άνθρωποι φοβούνται περισσότερο αυτό που δεν μπορούν να εξηγήσουν ή αυτό που μπορούν να εξηγήσουν, αλλά δεν αντέχουν να αποδεχτούν;

Χ.Κ.: Το ανθρώπινο είδος προσπαθούσε από πάντα και θα προσπαθεί για πάντα να ρίξει παντού επιστημονικό φως με απώτερο σκοπό να ξεδιαλύνουν και να εξηγηθούν με απόλυτο επιστημονικό τρόπο (ντετερμινιστικό ή και κβαντικό) όλα τα μυστήρια του σύμπαντος. Αυτή είναι μία μάταιη επιδίωξη διότι η «αλήθεια» είναι αφενός έννοια σχετική κι αφετέρου το μεγαλύτερο μέρος της κρύβεται σε επίπεδα εκτός της ικανότητας αντίληψής μας κι ως εκ τούτου είναι αδύνατον να τα προβάλουμε σε επίπεδα αντιληπτά από τις πεπερασμένες μας ανθρώπινες διαστάσεις και αισθήσεις.

Η οργάνωση που κινείται στο παρασκήνιο φαίνεται να κουβαλά ρίζες από το παρελθόν, αλλά να δρα μεθοδικά στο σήμερα. Τι θέλατε να δείξετε για τους μηχανισμούς εξουσίας που επιβιώνουν μέσα στον χρόνο, αλλάζοντας πρόσωπα, γλώσσα και μεθόδους;

Χ.Κ.: Η κεντρική ιδέα την οποία παρουσιάζω είναι ότι ο λαός (όχι μόνο ο ελληνικός) αποζητούσε και αποζητάει ακόμη πρόσωπα που θα τον λυτρώσουν. Όχι λύσεις συλλογικές. Πρόσωπα. Κάποιον να έρθει ως ένας άλλος «Μεσσίας».

Μετά τον «Σκορπιό», επιστρέφετε με ένα πιο σύνθετο και ατμοσφαιρικό αστυνομικό θρίλερ, όπου η έρευνα συναντά την Ιστορία και το μεταφυσικό. Πιστεύετε ότι η δύναμη της λογοτεχνίας μπορεί από μόνη της να αναδιαμορφώσει τον τρόπο με τον οποίο οι άνθρωποι βλέπουν τα βιβλία, την ανάγνωση και τα σκοτεινά ερωτήματα που κρύβονται πίσω από κάθε εποχή; Ποια είναι η δική σας άποψη;

Χ.Κ.: Η λογοτεχνία σαφώς έχει τη δύναμη να τα προσφέρει όλα αυτά. Κι όσο περισσότερο διαβάζει κανείς, έχει να αποκομίσει αν μη τι άλλο έναν πιο διευρυμένο τρόπο σκέψης. Θεωρώ πως δύναται η λογοτεχνία να αποτελεί το έναυσμα για περαιτέρω εμβάθυνση σε ένα αντικείμενο. Είναι, άλλωστε, πιο γοητευτική η μυθοπλασία σε σχέση με την ανάγνωση ενός δοκιμίου. Μπορεί διαβάζοντας κάποιος, στην προκειμένη περίπτωση στον «Μεσσία», την ιστορία ενός νεαρού που δραπέτευσε από το Ναύπλιο του 1831 για την Αθήνα παριστάνοντας έναν ιερέα, δοσμένη μάλιστα με έντονη δράση και σασπένς, να θελήσει να διαβάσει για αυτή την ιστορική περίοδο. Ή, από την άλλη, βλέποντας πώς ανιχνεύουν οι αστυνομικοί, με τη βοήθεια ενός φυσικού, για ραδιενεργές ουσίες, να θελήσει να ξεδιπλώσει πτυχές της πυρηνικής φυσικής. Μπορεί, δηλαδή, να λειτουργήσει σαν δίοδος η μυθοπλασία για το δοκίμιο και για την πιο ουσιαστική και ακριβή γνώση.