Η συγγραφέας Άννα Τζόλα – Γούλα απαντά στις 10+1 Ερωτήσεις που της θέτει ο Κωνσταντίνος Μανίκας, με αφορμή την κυκλοφορία της συλλογής διηγημάτων “Μόνο αυτή γλίτωσε”.
1.Κυκλοφόρησε η νέα σας συλλογή διηγημάτων “Μόνο αυτή γλίτωσε” από τις εκδόσεις Θερμαϊκός. Πώς θα την περιγράφατε συνοπτικά;
Ιστορίες γυναικών που μέσα από την προσωπική τους πορεία, προσπαθούν να φτάσουν στην αυτογνωσία, στην ισορροπία και στην γνώση του κόσμου.
2. Γιατί επιλέξατε τον συγκεκριμένο τίτλο; Τι συμβολίζει;
Συμβολίζει την ανάγκη για ελπίδα, για ζωή.
3. Τι ενώνει και τι διαφοροποιεί τα διηγήματα και ποια εικόνα σκιαγραφείτε για τη σύγχρονη γυναίκα;
Νομίζω ότι η υποβόσκουσα ιδέα είναι οι συναισθηματικές δυσκολίες της γυναίκας. Δεν είμαι σίγουρη ότι οι ηρωίδες είναι σύγχρονες, ίσως γιατί κι εγώ δεν ανήκω στο σήμερα, έτσι όπως το εισπράττουμε μέσα από τα σύγχρονα γυναικεία πρότυπα.
4. Χρειαζόμαστε περισσότερο ρομαντισμό ή ρεαλισμό, στην εποχή μας;
Υπάρχει μια γαλλική έκφραση που λέει: «L’un n’empeche pas l’autre». Με άλλα λόγια, το ένα δεν αποκλείει το άλλο. Πιστεύω ότι ο ρομαντισμός μπορεί να συνυπάρξει με τον ρεαλισμό.
5. Τι πιστεύετε ότι θα αποκομίσει ως απόσταγμα ο αναγνώστης;
Ότι οι γυναίκες αγωνίζονται, άσχετα από το αποτέλεσμα των προσπαθειών τους. Όπως και οι άντρες αγωνίζονται, η ζωή είναι ένας συνεχής αγώνας κυρίως για να ανακαλύψουμε τον εαυτό μας. Ίσως η ελληνική κοινωνία εξακολουθεί να περιμένει κάποιες συγκεκριμένες συμπεριφορές από τις γυναίκες, που μπορούν να δυσκολέψουν τη ζωή τους. Και δεν θα πρέπει να βλέπουμε μόνο τις γυναίκες που ζουν στις μεγάλες πόλεις, υπάρχει η επαρχία, όπου το «τι θα πει ο κόσμος» έχει μεγάλη σημασία. Μια φίλη που χήρεψε πρόσφατα, προκειμένου να επισκεφθεί την κωμόπολη καταγωγής της, αγόρασε τα «κατάλληλα» ρούχα, για να μην ακούσει σχόλια.
6. Ποιο ήταν το ερέθισμα για να ασχοληθείτε με τη συγγραφή;
Μου άρεσε πάντοτε να γράφω. Όσο ζούσαμε στο εξωτερικό, έγραφα γράμματα στους δικούς μου, στις φίλες μου κι οι παραλήπτες έδειχναν να αποκομίζουν ευχαρίστηση από αυτά. Όταν επιστρέψαμε στην Ελλάδα, συνέβη να πέσουμε με τον άντρα μου θύματα ένοπλης ληστείας που έγινε στο σπίτι μας. Μια δυο μέρες μετά, καθώς ηρεμούσαμε, σκέφτηκα ότι θα έπρεπε να γράψω το συμβάν, για να μην το ξεχάσω. Και πράγματι περιέγραψα την εμπειρία της ληστείας, μου άρεσε το αποτέλεσμα, όπως και σ’ ένα-δυο φίλους που το έδειξα κι από τότε ξεκίνησα να γράφω διηγήματα.
7. Ποιον ορισμό θα δίνατε στην έννοια της λογοτεχνίας;
Η περιγραφή σκέψεων, καταστάσεων, συναισθημάτων με διαλεγμένες λέξεις, ώστε ο αναγνώστης να μπορεί να «εισπράξει» αυτό που θέλουμε να πούμε.
8. Γιατί οι Έλληνες διαβάζουν λογοτεχνία λιγότερο από τον μέσο Ευρωπαίο;
Δεν μπορώ να απαντήσω με σιγουριά. Ίσως η παιδεία μας δεν ωθεί τα παιδιά, όπως γινόταν στο παρελθόν, να αγαπήσουν τα βιβλία, η επαγγελματική ανέλιξη είναι πρωταγωνιστής στις επιδιώξεις των σύγχρονων Ελλήνων κι αυτό ίσως δεν αφήνει περιθώριο για άλλες πνευματικές ασχολίες. Κι αν δεν μάθει κανείς να διαβάζει από μικρός, ίσως είναι δύσκολο να αποκτήσει αυτή τη συνήθεια μεγαλώνοντας.
9. Τι ρόλο έχει πλέον το βιβλίο, στην ψηφιακή εποχή μας;
Νομίζω, μάλλον θέλω να πιστεύω, ότι το βιβλίο δεν θα πάψει ποτέ να είναι ο καλύτερος σύντροφος του ανθρώπου που αγαπάει το διάβασμα. Πέρα από το περιεχόμενο βρίσκω συναρπαστικά την εμφάνιση του κειμένου, την υφή του χαρτιού, την μυρωδιά του.
10. Ένας μήνας “καραντίνα”. Ποια είναι τα πέντε βιβλία που θα θέλατε μαζί σας;
«Άπαντα» του Παπαδιαμάντη, «Ο καπετάν Μιχάλης» του Καζαντζάκη, «Belle du Jour» του Albert Cohen, «Dear Life» της Alice Munro, «Ο Θεός των μικρών πραγμάτων» της Jumba Lahiri. Αν είχα τη δυνατότητα και για ένα ακόμη θα διάλεγα την «Αιολική Γη» του Στρατή Μυριβήλη.
11. Πιστεύετε στη μοίρα ή στην τύχη;
Πιστεύω κυρίως στην τύχη που φτιάχνουμε μόνοι μας. Αυτό που μπορούμε να δημιουργήσουμε, ανεξάρτητα από τις εξωτερικές συνθήκες, αλλά με την βαθιά γνώση του εαυτού μας. Αν δεν ξέρουμε πού βρισκόμαστε ως άτομα, δεν μπορούμε να επιδιώξουμε το επιθυμητό και το εφικτό για μας.