Ο συγγραφέας Αχιλλέας Σαμαράς απαντά στις 10+1 ερωτήσεις που του θέτει ο Κωνσταντίνος Μανίκας, με αφορμή την κυκλοφορία της συλλογής διηγημάτων “Επτά μικρές θάλασσες”.
1.Κυκλοφόρησε η πρώτη σας συλλογή διηγημάτων “Επτά μικρές θάλασσες” από τις εκδόσεις Άνω Τελεία. Πώς θα την περιγράφατε συνοπτικά;
Πρόκειται για μια συλλογή μικροδιηγημάτων με κοινό σημείο αναφοράς τη θάλασσα. Μέσα από τη σχέση-σύνδεση των πρωταγωνιστών με τη θάλασσα, τα διηγήματα αγγίζουν και πλέκουν μεταξύ τους τη νοσταλγία, την αγάπη, τον πόνο και το ονειρικό.
2. Γιατί επιλέξατε τον συγκεκριμένο τίτλο; Τι συμβολίζει;
Ο τίτλος προέκυψε αβίαστα όταν συγκέντρωσα τα διηγήματα ως συλλογή. Σε πρώτη ανάγνωση είναι και μια αρκετά ακριβής περιγραφή του περιεχομένου του βιβλίου: «επτά» (ο αριθμός των διηγημάτων) «μικρές» (η έκταση) «θάλασσες» (η θεματική). Το επτά, βέβαια, είναι ο αγαπημένος μου αριθμός – από τα πολύ παιδικά μου χρόνια ακόμα, και η θάλασσα το αγαπημένο μου στοιχείο. Δεν είμαι σίγουρος αν από αυτά μπορεί να εξαχθεί κάποιος ιδιαίτερος συμβολισμός˙ ίσως και να βρίσκεται κρυμμένος κάπου στο υποσυνείδητό μου.
3. Η θάλασσα λειτουργεί ταυτόχρονα ως υπαρξιακό διέξοδο και αδιέξοδο;
Η θάλασσα είναι ένα στοιχείο ιδιαίτερα ισχυρό, στη λογοτεχνία αλλά και στη ζωή. Μπορεί να συμβολίζει πολλά και διαφορετικά πράγματα για τον καθένα μας. Στο βιβλίο, αντί αφιερώσεως παραθέτω μια φράση από την τραγωδία του Αισχύλου «Αγαμέμνων»: «ἔστιν θάλασσα –τίς δέ νιν κατασβέσει;». Η πιο κοντινή σ’ εμένα απόδοση του στίχου είναι αυτή που δίνει ο Σεφέρης: «είναι η θάλασσα –και ποιος θα τηνε καταλύσει;». Σε αυτή τη φράση κρύβονται, θα έλεγα, οι διέξοδοι ή τα αδιέξοδα του κάθε ανθρώπου.
4. Χρειαζόμαστε περισσότερο ρομαντισμό ή ρεαλισμό, στην εποχή μας;
Δεν μπορώ να σας πω με βεβαιότητα τι χρειαζόμαστε, μπορώ να σας πω όμως τι επιδιώκω εγώ – ως φύσει ρεαλιστής – καθώς περνούν τα χρόνια: περισσότερο ρομαντισμό. Όχι αφελή ρομαντισμό, αλλά τη συνειδητοποιημένη, αγνή συγκίνηση που αυτός φέρει.
5. Τι πιστεύετε ότι θα αποκομίσει ως απόσταγμα ο αναγνώστης;
Αυτό είναι μάλλον αδύνατον να το απαντήσω. Ελπίζω στη συγκίνηση, όπως την περιγράφω προηγουμένως. Ελπίζω στον συντονισμό με τον αναγνώστη, στο βαθμό που αυτός μπορεί να επιτευχθεί. Συμμερίζομαι, ωστόσο, την άποψη ότι κάθε βιβλίο από τη στιγμή που εκδίδεται είναι στα χέρια των αναγνωστών (κυριολεκτικά και μεταφορικά). Μακάρι να αποκομίσει ο κάθε ένας που θα διαβάσει και το δικό μου βιβλίο κάτι που θα του ταιριάζει – ακόμη και διαφορετικό από τις δικές μου προσδοκίες.
6. Ποιο ήταν το ερέθισμα για να ασχοληθείτε με τη συγγραφή;
Τα διηγήματα της συλλογής είναι γραμμένα διάσπαρτα μέσα στην τελευταία δεκαπενταετία, ξεκινώντας ως σημειώσεις στο κινητό μου τηλέφωνο. Δε γράφτηκαν για να δημοσιευτούν – ούτε κατά διάνοια. Ως εκ τούτου, δεν μπορώ να εντοπίσω κάποιο συγκεκριμένο ερέθισμα, ούτε και μπορώ να ισχυριστώ ότι «ασχολούμαι με τη συγγραφή» – την αντιλαμβάνομαι ως κάτι πολύ μεγάλο τη συγκεκριμένη φράση. Είναι αλήθεια, βέβαια, ότι κομβικό σημείο αποτέλεσε ένας διαγωνισμός σύντομων διηγημάτων των εκδόσεων Ιανός το 2020. Από τότε, και «γρήγορα-γρήγορα» όπως βλέπετε (μόνο πέντε χρόνια περάσανε!), μια ευτυχής αλληλουχία συγκυριών έφερε τη συγκεκριμένη συλλογή να κυκλοφορήσει από τις εκδόσεις Άνω Τελεία. Καταλήγω στο ότι τα πράγματα έγιναν ακριβώς όπως έπρεπε να γίνουν.
7. Ποιον ορισμό θα δίνατε στην έννοια της λογοτεχνίας;
Δύσκολη ερώτηση. Με τον κίνδυνο να φανεί ότι επαναλαμβάνομαι, θα πω ότι για εμένα η λογοτεχνία είναι, τελικά, συγκίνηση. Υπάρχουν άνθρωποι που διαβάζουν για να μάθουν, να ιεραρχήσουν, να συγκρίνουν, και ίσως όλοι ως νέοι αναγνώστες να έχουμε περάσει από αυτά τα στάδια. Εγώ διαβάζω (πλέον) για συγκινηθώ. Πέρα από περγαμηνές, δημοφιλία ή μεγάλα ονόματα, όσο περνούν τα χρόνια όλο και περισσότερο αναζητώ βιβλία που θα καταφέρουν να με συγκινήσουν. Κάπου διάβασα για «το συναίσθημα ως κίνηση όλης της ύπαρξης» – αυτή τη συγκίνηση αναζητώ.
8. Γιατί οι Έλληνες διαβάζουν λογοτεχνία λιγότερο από τον μέσο Ευρωπαίο;
Θα έλεγα ότι ο βασικός λόγος, διαχρονικά, είναι ο τρόπος με τον οποίο διαμορφώνεται η σχέση μας με τη λογοτεχνία στην παιδική και εφηβική μας ηλικία. Ή – για να είμαι πιο ακριβής – η σχέση μας με την ανάγνωση. Συνήθως, είτε στο σχολείο είτε στο σπίτι, η ανάγνωση είναι συνδεδεμένη με την υποχρέωση (με «τα μαθήματα»). Αυτό παρασύρει και τη λογοτεχνία, η οποία, επιπλέον, θα λέγαμε ότι δε διδάσκεται και με τον καλύτερο τρόπο στα ελληνικά σχολεία. Πιστεύω ότι ακόμη και αν δε διαβάζει κάποιος λογοτεχνικά βιβλία ως παιδί ή ως έφηβος, εάν έχει μάθει να αγαπάει την ανάγνωση – όποιου τύπου – μεγαλώνοντας θα βρει το δρόμο και για την απόλαυση της λογοτεχνίας.
9. Τι ρόλο έχει πλέον το βιβλίο, στην ψηφιακή εποχή μας;
Η ψηφιακή εποχή έχει θεοποιήσει τρία χαρακτηριστικά στην κατανάλωση περιεχομένου: την ποσότητα, την ταχύτητα, τον εντυπωσιασμό. Και τα προσφέρει και τα τρία εντελώς άκοπα. Το βιβλίο, στον αντίποδα, δεν προσφέρει τίποτα από τα παραπάνω. Το βιβλίο είναι μνήμη, αφοσίωση, φαντασία, ξεγνοιασιά… Δε θέλω να δαιμονοποιήσω το ψηφιακό περιεχόμενο διότι και ο ίδιος το απολαμβάνω, ωστόσο οι εμπειρίες είναι εντελώς διαφορετικές. Και αυτό που κυρίως χάνει ο άνθρωπος στον ψηφιακό κόσμο είναι η πρωτογενής κατάκτηση του συναισθήματος – για το οτιδήποτε. Τα δεδομένα της εποχής δεν μου επιτρέπουν να είμαι ιδιαίτερα αισιόδοξος, όμως ελπίζω. Το κοινό του βιβλίου αποτελεί σίγουρα τη μειοψηφία στη σύγχρονη εποχή, αλλά, κι από την άλλη, ο κόσμος συνήθως προχωρά μπροστά βασιζόμενος στις μειοψηφίες. Ακόμη και αν δε βελτιωθεί ποτέ η κατάσταση, λοιπόν, οι βιβλιόφιλοι θα διατηρούμε την πολυτέλεια να μην πανικοβαλλόμαστε όταν διακόπτεται το ρεύμα ή η πρόσβασή μας στο διαδίκτυο – θα στρεφόμαστε, χαμογελαστοί, στις βιβλιοθήκες μας.
10. Ένας μήνας “καραντίνα”. Ποια είναι τα πέντε βιβλία που θα θέλατε μαζί σας;
Θα αδικήσω πολλά, και αν σκεφτώ πολύ θα αδικήσω ακόμη περισσότερα. Παραβαίνοντας τους κανόνες της ερώτησης θα πω επτά – τα επτά πρώτα αγαπημένα που μου έρχονται στο μυαλό:
«Τα δημόσια και τα ιδιωτικά», του Οδυσσέα Ελύτη.
«Αιολική γη», του Ηλία Βενέζη.
«Εγχειρίδιον», του Επικτήτου.
«Ο ξένος», του Αλμπέρ Καμύ.
«Ανατολικά της Εδέμ», του Τζον Στάινμπεκ.
«Εκατό χρόνια μοναξιά», του Γκαμπριέλ Γκαρσία Μάρκες.
«Ο Καπετάν Μιχάλης», του Νίκου Καζαντζάκη.
11. Πιστεύετε στη μοίρα ή στην τύχη;
Πιστεύω και στις δύο. Στη μοίρα, υπό την έννοια του ρητού του Ηρακλείτου: «ἦθος ἀνθρώπῳ δαίμων», το οποίο άριστα (κατά την άποψή μου) αποδίδεται ως: «ο χαρακτήρας του ανθρώπου είναι η μοίρα του». Την αντιλαμβάνομαι σαν συνοδοιπόρο του κάθε ανθρώπου τη μοίρα, όχι ως κάτι εξωτερικό ή μακρινό του. Στην τύχη, από την άλλη, πιστεύω εμπειρικά, μιας και δεν μπορώ να εξηγήσω συγκεκριμένα γεγονότα στη ζωή μου, διαφορετικά. Το ίδιο το βιβλίο που στάθηκε η αφορμή για αυτή τη συνέντευξη, άλλωστε, είναι αποτέλεσμα ενός συνδυασμού μοίρας και τύχης. Πώς να μην πιστέψει κανείς!