/Μικρό Διήγημα: Morgiana (Μπακίρα)

Μικρό Διήγημα: Morgiana (Μπακίρα)

Γράφει ο Μπακίρα

Ανάσταση! Επιτέλους!
Το briefing, κοινώς, επαγγελματική ενημέρωσις, μόλις τελείωσε. Το κεφάλι μου είχε γίνει κουδούνι. Τί έπρεπε να κάνω, ποιές παγίδες έπρεπε να αποφύγω…Εκεί πού θα πήγαινα…στο Rio Haina, στο Santo Domingo…Στα πλαίσια της αποστολής πού μού είχε λάχει να φέρω εις πέρας…Να μπορούσα να διακτινισθώ…Να κλείσω τα μάτια μου…Ξανανοίγοντας τα νάμαι σπίτι μου…Μ’ ένα ποτήρι (ελληνικό) brandy η τσίπουρο στο χέρι…Όχι υπερβολές, ούτε καταχρήσεις…Τόσο όσο χρειαζόταν γιά να κατέβουν οι στροφές καί να κρυώση η μηχανή…
Αμ δε…Διότι αμέσως άρχισε καινούργιο briefing, άλλου είδους αυτό…
Εκεί που θα πας να προσέχης. Κυκλοφορούν παράσημα. Καί μεγαλόσταυροι.
Στις μέρες μας προσετέθη καί το aids. Θες να ρισκάρης; Μεγάλο παιδί είσαι. Οπως
κρίνεις κάνε. Όμως πρόσεξε. Οι ντόπιοι θα σε πλευρίσουν σαν σειρήνες. Θα σε ρωτάνε συνέχεια, αν θες κάποιο κορίτσι γιά να περάσης μαζύ του την νύκτα σου. Αν πης στεγνά όχι, θα σε ρωτήσουν αν προτιμάς αγόρι. Αν πάλι πης στεγνά όχι, θα σε ρωτήσουν αν προτιμάς κάτι γιά να ταξιδέψης γλυκά στον ύπνο σου. Αν θες να μην σού γίνουν κολιτσίδες, βρες κάτι ευγενικό, αλλά πειστικό καί έξυπνο να λες γιά να τούς ξεφορτώνεσαι! Καί πούσαι; Μην πιής τίποτα, αν δεν είναι εμφιαλωμένο. Εχεις πολύ σοβαρή δουλειά να κάνης. Το τελευταίο πού χρειάζεσαι, είναι να ψάχνης απελπισμένα γιά καμπινέ…
Χρειάζεται να το διευκρινίσω; Παράσημα στην αργκώ των ρημηών ναυτικών, εκείνη την εποχή λέγονταν τα αφροδίσια. Μεγαλόσταυρος η σύφιλη!

Η αλήθεια είναι ότι η αποστολή ήταν όντως δύσκολη. Επρόκειτο περί εγχειρήματος ρυθμίσεως χρέους.
Η συμφωνία με την τράπεζα έλεγεν ότι:
– Θα πωληθή το συγκεκριμένο καράβι.
– Το σύνολον τού τιμήματος θα λάβη η τράπεζα.
– Το υπόλοιπο τού δανείου που θα απέμενε, θα ερυθμίζετο.
Ως εδώ καλά. Όμως, το καράβι έπρεπε να ολοκληρώση πρώτα τις υποχρεώσεις του καί μετά να παραδοθή στούς νέους του ιδιοκτήτες. Αρα:
– Το MOA, ητοι Memorandum of Agreement, ήγουν Μνημόνιον Συμφωνητικού
υπεγράφη Σεπτέμβρη.
– Η προκαταβολή εισεπράχθη κανονικά.
– Μέχρι να ολοκληρωθούν οι ανειλημμένες υποχρεώσεις φθάσαμε Νιόμβρη.
– Σ’ αυτό το λίγο διάστημα,η αγορά έκατσε. Γιατί; Ας είναι καλά, η επικείμενη
τότε πρώτη επίθεση στον Κόλπο. Κάνα δεκαπεντάμηνο, μετά την αρχή των τριγμών
στο παλαιό ανατολικό μπλόκ.
Πόσο έκατσεν η αγορά; Αρκετά ώστε, με την ψυχρή γλώσσα των αριθμών, να κολασθούν οι αγοραστές. Να μπούν στον πειρασμό:
– Ν’ αθετήσουν την συμφωνία.
– Να χάσουν την προκαταβολή.
– Να εξαφανισουν το μαγαζί τους, την εταιρεία τους δηλαδή, από προσώπου γής.
– Να δημιουργήσουν ένα καινούργιο <<μαγαζί>>.
– Μ’ αυτό το καινούργιο <<μαγαζί>> ν’ αγοράσουν κάποιο αντίστοιχο καράβι,
με όφελος της τάξεως τού 20%+.
Ο νόμος καί η δικαιοσύνη τί λένε γι’ όλα αυτά; Ουουου…Τί να σού πώ…Αν σού τύχη τέτοιο χουνέρι, ξέρεις τί θά σού πή ένας σοβαρός δικηγόρος; Κάτι τέτοιο: Ειλικρινά, δεν αξίζει ούτε το μεροκάματο πού θα μού πληρώσης! Πες ότι σού γυάλισε μιά κυριλέ γκόμενα. ¨Οτι ξοδεύτηκες να την εντυπωσιάσης. ¨Οτι δεν σούκατσε να την πηδήξης. Καί ότι σούμειναν τα έξοδα! Εντάξει, δεν θα σού τόλεγεν έτσι ακριβώς. ¨Ομως αυτή θα ήταν η ουσία. Εγώ μπήκα στον κόπο, αυτήν την ουσία να σού την μεταφράσω στα θαλασσινά. Το πρακτικό ζήτημα γιά όσους συναδέλφους ήμασταν ψηλά στην ιεραρχία τού συστήματος ήταν ετούτο: σ’ ένα τέτοιο σενάριο, τιναζόταν στον αέρα η συμφωνημένη με την τράπεζα ρύθμιση χρέους!

Αφού είμαστε πριν από την πρώτην επίθεση στον Κόλπο, πετώ από το παλαιό διεθνές αεροδρόμιο τού Ελληνικού. Η ουρά γιά την επιβίβαση στα λεωφορεία πού θα μας πάνε στό αεροπλάνο έχει ήδη σχηματισθή. Κι’ εγώ σε τηλέφωνο με κερματοδέκτη
επικοινωνώ για τελευταία φορά πριν φύγω με την βάση μου. Θέλω να ρωτήσω, αν έχη
έλθη κάποια τελευταία πληροφορία στο τέλεξ η οποία να ακυρώνη την ανάγκη να ταξιδέψω. Σε τηλέφωνο με κερματοδέκτη, γιατί κινητά τότε δεν υπήρχαν. Τηλέφωνα
με τηλεκάρτες υπήρχαν; Δεν θυμάμαι. Καί να υπήρχαν, τηλεκάρτα δεν είχα μαζύ μου.
Το τέλεξ στην γλώσσα μας λέγεται τηλέτυπο. Φαντάσου το σαν τον παππού τού email. Ογκώδες, άγαρμπο, μανουβρατζίδικο καί πανάκριβο στην χρήση. Ομως αστροναυτική τεχνολογία γιά τα μέτρα της εποχής. Το χρησιμοποιούσαν υπηρεσίες των ενόπλων δυνάμεων, των σωμάτων ασφαλείας, τράπεζες, κάποιες υπηρεσίες τού δημοσίου, πολύ πιθανόν αεροπορικές εταιρείες. Μεταξύ των κοινών θνητών, εμείς οι θαλασσινοί ήμασταν μεταξύ των λίγων πού γνώριζαν την ύπαρξη του. Η πλειονότης
των στεριανών φλωρων την αγνοούσε. Αρκετά αργώρερα ήλθε το email. Οπότε μάθανε
κι’ οι στεριανοί φλώροι την άμεση καί ζωντανή, γραπτή επικοινωνία.
Πρώτη στάση τού ταξιδιού μου η Μαδρίτη. Με διανυκτέρευση. Αλλες εννιάμιση ώρες πτήση την άλλη μέρα καί φθάνω στο Rio Haina.
Βγαίνοντας από το αεροπλάνο τρακάρω πάνω στην τροπική μαλάτσα. Ετσι ξέρω στα ναυτικά. την υγρή ζέστη πού σού τρυπά τα κόκκαλα. Κι’ έρχομαι από χειμώνα. Αρχίζω το στριπτίζ. Βγάζω καπαρντίνα, σακάκι. Ατελείωτη ουρά στα διαβατήρια. Κάποιον αμερικάνο ακριβώς πίσω μου τον έχει πιάσει λακριντί. Εχει βαλθή να με νουθετήση. ¨Οτι πρόκειται γιά προορισμό σεξουαλικού τουρισμού…Να μην χαλάσω λεφτά στην τράπεζα. Στην μαύρη αγορά θα πάρω καλύτερην ισοτιμία..¨Οτι κι’ αν αγοράσω, να κάνω παζάρι…Αλλη τόση ουρά στο τελωνείο…
Τέλειωσαν τέλος πάντων οι διατυπώσεις. Από την ατζενσία με περιμένει ο
Ippolyto. Αργότερα έμαθα, ότι τα παιδιά στο καράβι τον έλεγαν Ιπποπόταμο. Γιατί ήτο ευτραφής. Αλλά καί γιατί τον θεωρούσαν ελαφρώς ολιγόστροφο. Το σίγουρο:
δεν μιλούσε λέξιν εγγλέζικα! Κι’ εγώ ισπανικά δεν ξέρω! Καί καίγομαι γιά πληροφορίες. Καί πρώτ’ απ’ όλα: πού θα συναντήσω τον μαστρο – Αγοθοκλή: Συνάδελφος ο ματσρο – Αγαθοκλής. Καί καλός φίλος πλέον. Ως τεχνικός,έχει προηγηθή εμού. Συνεννόησις τσιμέντο! Ο Ippolyto με οδηγεί σε κάποιο τζιπ. Κλειδώνει μεσα στο αυτοκίνητο το σακάκι μου, την καπαρντίνα μου καί τον ταξιδιωτικό μου σάκο. Κι’ εξαφανίζεται. Καί περιμένω .Καί περιμένω. Δυό φανταράκια με στολή παραλλαγής καί σαγιονάρες μού ζητιανεύουν τσιγάρα .Καί τούς δίνω Καί περιμένω. Επιτέλους ο Ippolyto εμφανίζεται καί με πηγαίνει στο ξενοδοχείο πού θα μείνω. Ανύπαρκτα τα δικά του εγγλέζικα. Κατά φαντασίαν μόνον τα δικά μου ισπανικά. Φαντάσου συνεννόηση. ΚΙ’ επείγομαι να επικοινωνήσω με τον μαστρο – Αγαθοκλή. Καλώς ή κακώς καταλαβαίνω ότι από το καράβι θάλθη στο ξενοδοχείο.
Καί φθάνομε στο ξενοδοχείο. Καί περιμένω…Καί σκοτείνιασε. Εχω κι’ ένα σκασμό πράσινα στην τσάντα μου. Δολάρια δηλαδή. Παλαιά πειραιώτικη συνήθεια. Οταν ο καπετάνιος χρειάζεται πράσινα καί τον επισκέπτεται κάποιος από την βάση,
ο επισκέπτης φέρνει μαζύ του τα πράσινα. Σαν μάγος με τα δώρα. Νομιμότατη διαδικασία, εφ΄ όσον συντρέχουν κάποιες εύλογες καί ξεκάθαρες προϋποθέσεις :
<<επανεξαγωγή εισαχθέντος συναλλάγματος, μη υποχρεωτικώς εκχωρητέου στην Τράπεζα της Ελλάδος>>. Το μεγαλύτερο μέρος αυτού τού ποσού προορίζεται γιά
την εξόφληση τού απολυομένου καί επαναπατριζομένου πληρώματος. Δεν θέλω να τ’ αφήσω στο ξενοδοχείο. Θέλω να βρούν την θέση τους στην ασφάλεια τού χρηματοκιβωτίου στο γραφείο τού καπταν – Φωτεινού. Ύστερα, θέλω ν’ ακούσω από τον καπταν – Φωτεινό καί τον μαστρο – Αγαθοκλή, πώς έχουν γραδάρει τούς ατζέντηδες τού καραβιού. Από την πείρα μου ξέρω, ότι οι ατζέντηδες μπορεί να είναι τού ύψους ή τού βάθους. Ο δε φουκαράς ο Ippolyto, δεν μού γέμισεν ακριβώς το μάτι. Τέλος, θέλω ν’ ακούσω,αν έχουν έλθη σε επαφή με την συνοδεία των αγοραστών. Καί τελικά, παίρνω την απόφαση: θα πάω εγώ στο καράβι. Τώρα!

Τι κουτουράδα κατέβασε το μυαλό μου;
Πάσο να περάσω στο λιμάνι δεν είχα. Υπέθεσα αυθαίρετα, θάναι ανοικτά κι’ ελεύθερα, όπως συνήθως ήταν τότε στα βορειοευρωπαϊκά λιμάνια. Από τούς ανθρώπους της ατζενσίας, μόνον με τον Ippolyto είχα έλθη σ’ επαφή. Ηταν κατασκότεινα. Κανείς δεν ήξερε τι σκαρφίσθηκα να κάνω. Καί δεν ήξερα καν, σε ποιό ντόκο είχε πέσει δίπλα το καράβι.Καί ξεκινούσα μ΄ έναν σκασμό πράσινα στην τσάντα μου, πού έπρεπε να φθάσουν στο χρηματοκιβώτιο στο γραφείο τού καπταν – Φωτεινού.
Πρώτ’ απ’ όλα, χρειαζόμουν κάποιο χαρτζιλίκι σε τοπικό νόμισμα. Μούδειξαν κάποιο
ανταλλακτήριο νομισμάτων δίπλα στο ξενοδοχείο. Ένα μικρό δωμάτιο. Επίπλωση με
μεταλλικά έπιπλα, σαν κι’ αυτά πού βλέπομε στα γραφεία σε ελληνικές ταινίες της δεκαετίας τού εξήντα. Ενστολοι τελώνηδες. Κάδρα μ’ επιγραφές στούς τοίχους: mercado negro es tu enemigo! Δεν νομίζω να χρειάζεται γνώση της ισπανικής γιά να πιθανολογήσης τι σημαίνει αυτό. Μετά, χρειαζόμουν ταξί.
Εμπειρία τα ταξί σ΄εκείνη την γειτονιά της γής τότε. Ξαναδα μπροστά μου τα πειρατικά της Αθήνας κάποιων περαζούμενων καιρών. Τα θυμάσαι μήπως τα πειρατικά
της Αθήνας στις αρχές της δεκαετίας τού εξήντα; Κάποιες μαούνες αμερικάνικες
ανοικονομήτων διαστάσεων, ήδη παρωχημένης γενιάς από τότε. Μπαίναν σφήνα στις γραμμές των λεωφορείων. Λόγω μεγέθους, σαρδελιάζαν κόσμο. Χρέωναν καί κάποιο <<πειρατικό>> εισιτήριο. Καί έδιδαν κάποιαν ανακούφιση στο από τότε χαοτικό κυκλοφοριακό της Αθήνας. Κι’ ας ήταν η Αθήνα πολύ πιό μικρή απ’ ότι
είναι σήμερα. Ούτε λέξιν εγγλέζικα ο οδηγός. Κατάφερα πάντως να καταλάβη, ότι ήθελα να με κατεβάση στο λιμάνι. Εκατσα στην θέση τού συνοδηγού.
– Americano? Η πρώτη ερώτηση τού οδηγού. Κι’ η δεύτερη;
– Quieres una chicca?
Είπαμε. Ισπανικά δεν ξέρω. Αλλά δεν χρειαζόταν κβαντομηχανική γιά να καταλάβω τι με ρώτησε. Προφανώς με ρώτησε, αν θέλω κάποιο κορίτσι γιά να περάσω μαζύ του την νύκτα μου. Τον ευχαρίστησα. Προσπάθησα να τού πω, πως έρχομαι από ταξείδι μακρύ κι’ έχω ακόμα δουλειά μπροστά μου γιά να τελειώση το μεροκάματο της ημέρας. Κάποιαν άλλη φορά ίσως. Πως βγήκαν από το στόμα μου όλ’ αυτά κατά τρόπον κατανοητό στα ισπανικά, δεν ξέρω. Ευτυχώς, οι ερωτήσεις γιά τ’ αγόρι ή γιά να κοιμηθώ γλυκά ταξιδεύοντας δεν έγιναν. Εγινεν όμως κάποια άλλη:
– Quieres cambiar?
Τούδωσα κάποιο ποσό σε πράσινα. Μούδωσε κάποιο παραπάνω χαρτζιλίκι
σε τοπικό νόμισμα. Μανούλα Παναγιά, Σ’ ευχαριστώ πού με φώτισες. Να μην τού κάνω παζάρι, μα να δεχθώ την νόμιμη ισοτιμία πού μού είχαν δώσει στο ανταλλακτήριο. Γιατί;
Ναμαστε μπροστά στην πύλη τού λιμανιού. Κάτι λέει ο οδηγός σε κάποιον από
το φυλάκιο. Στα ισπανικά. Τί είπαν, δεν κατάλαβα. Όμως ανοίγουν οι πίσω πόρτες.
Μπαίνουν καί κάθονται, δυό φαντάροι κι’ ένας πολίτης. Την φαντάζεσαι την σκηνή;
Στο λιμάνι με τέσσερις αγνώστους. Καί μιά τσάντα γεμάτη πράσινα. Κατασκότεινη ερημιά. Καί δεν ξέρω καν, σε ποιό ντόκο έχει πέσει δίπλα το καράβι. Ούτε κατέχει κανείς, τί έχω σκαρφισθή να κάνω. Άσε πού, δεν έχω κάν πάσο…Σκέψου να μ’ είχε αφήσει σύξυλο ο οδηγός εκεί…Τσαντισμένος γιά το παζάρι…Ή, νάχεν αρνηθή να προχωρήση…
Προχωράμε, μέσα στο λιιμάνι πιά. Κατάφερα να ξεχωρίσω το σουλούπι τού καραβιού, παρά την σκοτεινιά. Πλησιάσαμε. Ο οδηγός με ρωτά, τί ώρα θέλω να γυρίση να με πάρη. Καί συγκινήθηκα πάλι. Θυμήθηκα την μανούλα μου, πίσω στις αρχές της δεκαετίας του εξήντα Τα οικονομικά της οικογένειας δεν ήταν ρόδινα. Αυτοκίνητο στην οικογένεια δεν υπήρχε. Τις λίγες φορές πού παίρναμε ταξί, η συγχωρεμένη πλέον μανούλα συνεννοείτο με τον πειρατή οδηγό, τί ώρα νάλθη να μας πάρη…Φθάσαμε. Ο πολίτης μού γυρεύει φιλοδώρημα. Τού δίνω δυό εκοσαδόλλαρα. Κάτι πιό λιανό, δεν βρήκα. Ντράπηκα πάλι, να δώσω ένα μόνον χαρτονόμισμα. Τάκλαψα λίγο, αυτά τα δυό εικοσαδόλλαρα. Υπερβολικό ποσόν
γιά φιλοδώρημα. Μερικές ώρες αργότερα, βλέπω μπροστά μου με τα μάτια της φαντασίας μου ένα διαβολάκι. Μού κουνά τις παλάμες του πίσω από τ’ αυτιά. Μού
βγάζει καί την γλώσσα του. Καί μού λέει…Μόνος στο κατασκότεινο λιμάνι…Με τέσσερις αγνώστους…Κι’ ένα σκασμό πολύτιμα πράσινα στην τσάντα… Χωρίς να ξέρη κανείς, τι σκαρφίσθηκες να κάνης…Κι’ είσαι ακόμα ζωντανός κι’ αρτιμελής…Τα δυό εικοσαδόλλαρα κλαις, Παλιοτσιφούταρε σπαγγοραμένε;
Χάρηκαν πολύ, τα παιδιά στο καράβι με την επίσκεψη μου Η καθυστέρηση μου
τούς είχεν ανησυχήσει. Λύθηκε καί το μυστήριο της εξαφανίσεως τού μαστρο – Αγαθοκλή. Κάποιες φορές, όταν επισκέπτονται καράβι τεχνικοί συνάδελφοι από την βάση προτιμούν να μείνουν στο καράβι παρά σε ξενοδοχείο. Γιά ν’ αποφεύγουν
ταλαιπωρία καί χάσιμο χρόνου, ξενοδοχείο, καράβι, ξενοδοχείο. Αλλά καί γιά νάχουν
καλύτερην εποπτεία, τί παίζει: Αυτήν την λύση είχε προτιμήσει κι’ ο μαστρο – Αγαθοκλής. ¨Ομως δεν υπήρχαν τότε κινητά τηλέφωνα γιά να μ’ ενημερώση. Μάλιστα, αφού αργούσα, σκέφθηκε ν έλθη αυτός να με βρή. Αλλά πώς να μετακινηθή από κεί πού βρισκόταν;
Σηκωμένο το gangway. Κλίμακα το λένε στο Πολεμικό Ναυτικό. Είχεν αντιμάμαλο
το λιμάνι καί φοβήθηκαν ζημιά. Μού πέταξαν έβιλαυ, να δέσω την τσάντα μου να την τραβήξουν. Τώρα, στο φώς της ημέρας, αν προσπαθήσω να δέσω καντηλίτσα θα χρειασθώ δυό καί τρείς δοκιμές πριν την πετύχω σωστά. Πώς την πέτυχα τότε ολόσωστα μέσα στα σκοτεινά, με την πρώτη; Μού πέταξαν καί την σκάλα τού πιλότου, ανεμόσκαλα δηλαδή, ν’ ανέβω.
Καθώς γράφω αυτές τις γραμμές, πρώτη φορά συνειδητοποιώ την γνωστική σοφία τού μαστρο – Σαλίγκαρου: Κουβαλά στην ράχη του την εργαλειοθήκη του!
Εμείς οι άνθρωποι, λες καί δεν την είχαμεν ανακαλύψει ακόμα: Δεν ήταν ακόμα <<καθώς πρέπει>> τότε, να χρησιμοποιούνται back packs, σακίδια δηλαδή, σε περιβάλλον γραφείου ώστε νάχης τα χέρια σου ελεύθερα. Λύσεις <> δηλαδή…
Ανέβηκα. Τα πράσινα βρήκαν ασφαλή θέση στο χρηματοκιβώτιο στο γραφείο
τού καπταν – Φωτεινού. Ησύχασα. Κράτησα μόνον, ότι υπελόγιζα να χρειασθώ γιά την διανυκτέρευση τού πληρώματος καί όλων μας μετά την παράδοση τού καραβιού,
μέχρι να μπούμε στο αεροπλάνο γιά το ταξείδι της επιστροφής. Καί γιά τα τρέχοντα
έξοδα της αποστολής βεβαίως. Όχι μικρό ποσό. Αλλά πολύ μικρότερο τού αρχικού.
¨Ακουσα με προσοχή, πώς είχαν γραδάρει τούς ατζέντηδες ο καπταν – Φωτεινός κι’ ο
μαστρο – Αγαθοκλής. Ακουσα μ’ ακόμα μεγαλύτερη προσοχή, πώς είχαν γραδάρει τούς αγοραστές με τούς οποίους είχαν ήδη έλθη σ’ επαφή. Με τ’ αφεντικό, τον καπταν Δημητρό, καί την συνοδεία του. Χάρηκα μα κι’ ανησύχησα μαζύ, σαν τους άκουσα να χαρακτηρίζουν τον καπταν – Δημητρό έμπειρο καί σοβαρό επαγγελματία. Κάποια στιγμή, ήλθε καί το ταξί πού περίμενα. Ξανακατέβηκα. Από την σκάλα τού πιλότου. Καί γύρισα στο ξενοδοχείο.

Δυό ή τρείς μέρες αργώτερα.
Έχω εμπλακεί σε διάφορες <<αποστολές>> στην επαγγελματική μου ζωή. Λίγες
έχουν εξελιχθή τόσο φυσιολογικά καί σύμφωνα με το πρόγραμμα όσον αυτή. Σε
πείσμα τού άγχους με το οποίο ξεκινήσαμε, ο μαστρο – Αγαθοκλής κι’ εγώ. Ο
επαγγελματισμός καί η εμπειρία τού καπταν – Δημητρού προφανώς έπαιξαν σημαντικό ρόλο.
Είναι Κυριακή. Αύριο Δευτέρα, φυσιολογικά:
– Ο καπταν – Δημητρός επικοινωνεί με τον ανταποκριτή του στον Πειραιά. Επιβεβαιώνει ότι το υπόλοιπον τού τιμήματος κατεβλήθη Τα έγγραφα υπεγράφησαν.
Μπορεί να παραλάβη το καράβι.
– Επικοινωνούμε κ’ εμείς με την βάση μας στον Πειραιά. Μας ενημερώνουν ότι
εισεπράχθη το υπόλοιπον τού τιμήματος καί πέσαν οι υπογραφές. Μπορούμε να παραδώσωμε το καράβι καί να υπογράψωμε τα σχετικά πρωτόκολλα.
– Οπότε προχωράμε στην φυσική παράδοση καί υπογράφονται τα πρωτόκολλα.
– Ευχόμαστε στον καπταν Δημητρό καλότυχο καί κερδοφόρο στα χέρια του, όσο
ήταν καί στα δικά μας.
– Κατά το ρωμαίικο συνήθειο, ο καπταν – Δημητρός μας κάνει το τραπέζι, στο καράβι του πλέον.
Μετά, ετοιμαζόμαστε όλοι να γυρίσωμε στις βάσεις μας. Το επαναπατριζόμενο
δικό μας πλήρωμα σπίτια του. Το πλήρωμα τού καπταν – Δημητρού γιά το πρώτο τους ταξείδι μ’ αυτό το καράβι.
Έχει αρχίσει να σουρουπώνη. Εκτός από το πλήρωμα, στο καράβι έχομε μείνει
ο πρώτος μηχανικός τού καπταν – Δημητρού, αυτός πού θα παραλάβη αύριο ως πρώτος, κι’ εγώ. Προφανώς μένομε στο ίδιο ξενοδοχείο. Πόσα ξενοδοχεία να υπήρχαν γύρω από το λιμάνι τού Rio Haina τότε; Με ρωτά πώς λογαριάζω να γυρίσω. Το ταξί του τον έστησε. Μήπως μπορεί νάλθη μαζύ μου;
– Φυσικά μάστορα!¨Ολοι οι καλοί χωράνε!
Φθάσαμε λοιπόν στο ξενοδοχείο. Φιλοτιμήθηκα να τού προτείνω να τον κεράσω ένα ποττό στο μπαρ.
– Μισό λεπτό, να δω μήπως είναι οι δικοί μου εδώ.
Γυρνά με τον καπταν – Δημητρό καί τον καπταν – Γρηγόρη. Τον καπετάνιο πού θα παραλάβη αύριο.
– Θες νάλθης μαζύ μας στο casino;
– Μα δεν παίζω.
– Σούπε κανείς να παίξης; Απόλαυσε το show, πίνοντας ένα ποτό.
Διχάσθηκα.¨Ολα έχουν πάει κατ’ ευχήν ως τώρα. Αυτό δεν αποκλείει εντάσεις της τελευταίας στιγμής αύριο. Αν πιάσω κολλητιλίκια μαζύ τους σήμερα, πως θα παίξω ξύλο μαζύ τους αύριο έτσι καί χρεαισθή; Από την άλλη, όλα έχουν εξελιχθή τόσον ομαλά. Να ρισκάρω να τα τινάξω όλα στον αέρα παριστάνοντας το βαρύ πεπόνι;
– Εντάξει καπταν – Δημητρό. Δώσε μου μόνον λίγο χρόνο να φερσκαρισθώ.
Νάμαστε λοιπόν στο casino. Ο καπταν – Δημητρός δοκιμάζει την τύχη του στο
black jack. Οι υπόλοιποι, χαζεύομε το show απολαμβάνοντας κάποιο ποτό.
Πώς βρέθηκε δίπλα μου αυτό το θεϊκό πλάσμα; Είχεν αράπη μπαμπά καί Ινδιάνα μαμά; Είχε καί λιγουλάκι λευκό αίμα το γεννεολογικό της δένδρο; Τόσο όσο χρειαζόταν γιά ν’ αναδειχθή η ομορφιά της; Ανύπαρκτα τα δικά της εγγλέζικα. Κατά
φαντασίαν μόνον τα δικά μου ισπανικά. Πώς επικοινωνήσαμε; Βρέθηκαν πλεγμένες οι παλάμες μας. Ευγενικά μού πρότεινε να χορέψωμε, κάποιον λατινικό ρυθμό. Το ίδιο ευγενικά μού πρότεινε να ξανακαθήσωμε. Προφανώς με έκρινεν ανεπίδεκτο μαθήσεως. Καί το μυαλό μου έπιασε, φάλτσο στην πορεία! Ταξίδεψε…
Καμιά ντουζίνα χρόνια πίσω. Στο Novorossiysk. Σοβιετική ¨Ενωση τότε. Με τα
παιδιά στο καράβι είμαι καλά. Ξεχωριστή παρέα όμως κάνω με τον μαστρο – Παντελή, τον δεύτερο μηχανικό. Εικοσιπέντε χρονών ο Παντελής τότε, είκοσι εγώ. Ηλικίες στις οποίες επιβάλλεται να μπερδέψης το όνειρο με την πραγματικότητα. Κάπου υπάρχει κάποιο λάθος, αν δεν προκύψη τέτοιο μπέρδεμα σε τέτοιες ηλικίες
Η ντόπια παρέα μας αμέμπτου ηθικής δεν είναι. Όλοι το ξέρομεν αυτό. Ομως αυτό
δεν εμποδίζει τον Παντελή καί την Ταμάρα να φέρωνται ο ένας στον άλλον σαν δύο
ερωτευμένα παιδιά, π’ ονειρεύονται το μέλλον μαζύ. Χωρίς να παίζουν καθόλου θέατρο. Κάτι σαν καλοκαιρινό καμάκι που εξελίχθηκε σ’ αίσθημα; Αιφνιδιάζοντας το ζευγάρι; Κάνοντας το να μην βλέπη την ημερομηνία λήξεως πού είναι πάρα πολύ κοντινή; Λες κι’ ο χρόνος θα σταθή γιά να τους περιμένη; Ως τότε νόμιζα, ότι ο Νίκος
Καββαδίας μας αφηγείται τρυφερά παραμυθάκια, προϊόντα της γονιμοτάτου φαντασίας του. Ξαφνικά, είχα βρεθή να είμαι ένας από τούς χαρακτήρες μιάς τέτοιας ιστορίας καθώς ξετυλιγόταν. Εστω, σε δεύτερον ή τρίτο ρόλο. Είχεν έλθη τώρα, από το πουθενά, το πλήρωμα τού χρόνου να περάσω εγώ στον πρώτο ρόλο;
Αναλογίσθηκα τις συγκυρίες της ημέρας. Φερ’ ειπείν, τον πρώτο μηχανικό τού
καπταν – Δημητρού πούχε ξεμείνει από ταξί. Τελείωσε. Θάταν ασέβεια να μην πάρω αυτήν την νεράιδα στο κρεβάτι μου. Καί θα μπή μαζύ μου από την κανονικήν είσοδο. Οχι στα κλεφτά από την πίσω καί τέτοιες μ…ς. Σιγά τον τσαμπουκά βέβαια. Εδώ μιά
πατρίδα φαινόταν να γλυτώνη την λιμοκτονία από κορίτσια πού έκαναν παρέα σε ξένους καί σαλταδόρους π’ αγοράζαν καί πουλούσαν πράσινα στην μαύρη αγορά…

Ημασταν κι’ οι δυό γυμνοί, στο κρεβάτι, σκεπασμένοι μ’ ένα ελαφρύ σεντόνι, όταν χτύπησεν η πόρτα. Αλαφιάστηκα. Η Morgiana ατάραχη. Λες καί περίμενεν αυτήν την επίσκεψη:
– Sopa.
– Δεν μίλησα γιά να σωπάσω!
– La sopa!
– Ποιά σόμπα βρε κορίτσι μου, μέσα σε τέτοια ζέστη;
Προφανώς απηύδησε γιά πολλοστή φορά μαζύ μου. Σηκώθηκε, γυμνή, όπως ήταν,
κι’ άνοιξε την πόρτα. Ύστερα, τρύπωσεν αμέσως στο μπάνιο. Τυλίχθηκε με μιά
πετσέτα κι’ ήλθε καί ξαναξάπλωσε δίπλα μου. Την ίδιαν ώρα, μπαίνει κάποιος σερβιτόρος. Αφήνει μιά γαβάθα σούπα καί τα σχετικά σύνεργα, δυό πιάτα, κουτάλια,
δυό ποτήρια, στο τραπέζι μπροστά στον καθρέπτη. Ύστερα, σκύβει πάνω από το κρεβάτι καί μού δίνει μιάν απόδειξη να υπογράψω. Μέσα στα σκοτεινά. Ένας Θεός ξέρει τί υπέγραψα . Μα δεν πολυσκοτίσθηκα. Τόσα κερατιάτικα έχω ξοδέψει γιά να προωθηθή η αποστολή. Ας κεράσω καί μιά σούπα την κοπέλα.
Η κοπέλα με ρώτησεν, αν θέλω κι’ εγώ σούπα. Αρνήθηκα ευγενικά. Η ίδια, ήπιε
λίγη. Ύστρα, έκανε ν’ αρχίση να ντύνεται. Προσπάθησα να της εξηγήσω, ότι θα
ήθελα να μείνη μαζύ μου ως το πρωί. Τα κατά φαντασίαν ισπανικά μου κατάλαβαν ότι αυτό δεν γίνεται, διοτι η συγκοινωνία έχει απεργία. Ύστερα, μού ζήτησε χρήματα γιά το ταξί. Της έδωσα κάποιο ποσόν σε τοπικό νόμισμα. Πόσο; Σίγουρ’ αρκετό γιά να κυκλοφορή με ταξί μιά βδομάδα καί μιά μέρα. Ανετα.
Et me? Κι’ εμένα;
Ξαναπήγα στην τσάντα μου. Έβγαλα τρία εικοσαδόλαρα. Τάκλεισα μέσα στην φούχτα της. Δεν άνοιξε την φούχτα της να τα μετρήση. Ούτε το κεφαλάκι της κούνησε. Μόνον οι κόρες των ματιών της κουνήθηκαν φθάνοντας στις κόγχες τους.
Προσπάθησε να μαντέψη το ποσόν, από τις άκρες των χαρτονομισμάτων πού
ξεπρόβαλαν από τις φούχτες της. Επνιξεν ένα επιφώνημα χαράς, όταν πιθανολόγησε το ποσόν. Αγκαλιασθήκαμε, φιληθήκαμε, χωρίσαμε.
Νόμιζα πως έγινα ρεζίλι. Πώς θα εμφανιζόμουν με το φώς της ημέρας; Κατά περίεργο τρόπο, συνέβη ακριβώς το αντίθετο. Λες κι’ είχα σκαρφαλώσει πόντους στην υπόληψη των συντρόφων μου. Λες κι’ είχ’ ανέβει σκαλοπάτια
στην εκτίμηση των συνεργατών μου. Παίρνοντας αυτήν την νεράιδα τού ξωτικού δάσους στο κρεβάτι μου. Υστερ’ από κάποιες ημέρες, στον Πειραιά, συνάντησα
τυχαία στον δρόμο τον καπταν – Φωτεινό.
– Πες μου. Ήταν στ’ αλήθεια τόσο ωραία κοπέλα όσο μού είπαν; Τί κρίμα. να μην είμαι καί γώ στην παρέα. Αλλά είσαι καί συ επαγγελματίας. Καπετάνιος ν’ αφήση το καράβι τέτοιες ώρες, δεν γίνεται!
– Τί να σού πώ καπταν – Φωτεινέ. Αν η Ποκαχόντας τής έμοιαζε, καταλαβαίνω καλά γιατί ο λοχαγός Σμιθ ξετρελάθηκεν αντικρύζοντας την!
Ομως, Μανούλα Παναγιά, πώς να Σ’ ευχαριστήσω πού με προστάτεψες; Ύστερ’
από κάποιες ημέρες, νατο ξανά το διαβολάκι μπροστά μου. Να μού κουνά τις παλάμες του πίσ΄από τ’ αυτιά. Νά μού βγάζη την γλώσσα καί να μού λέη:
– Καλά, χαζός είσαι; Ήθελες να μείνη μαζύ σου ως το πρωί…Τό Summer Wine το ξέχασες; Το τραγούδι σού λέω. Αυτό, γιά τον γελαδάρη. Κάου μπόυ κοινώς. Προφανώς, έχει μόλις ξεπουλήσει. Μπαίνει λοιπόν στην πολίχνη καβάλα στ’ άλογο του. Κουδουνίζουν τα νομίσματα στην τσέπη του. Γυαλίζουν καί τ’ ασημένια σπιρούνια στις μπότες του. Ο βλάκας, δεν καταλαβαίνει πως έτσι δίνει στόχο. Κάποια κοπελιά, ακούει το κουδούνισμα, κυαλάρει καί τ’ ασημένια σπιρούνια. Τού φωνάζει, ομορφόπαιδο, έλα να κάνωμε παρέα. Σαν βλάκας πούναι, νομίζει πως θα βγάλη γκόμενα. Τον ξυπνά, ένας εκτυφλωτικός ήλιος. Τού τάχει πάρει όλα κι’ έχει φύγει. Νομίσματα καί ασημένια σπιρούνια…Στην Κούβα, στην ίδια γειτονιά της γής πούσουνα τότε.
Ο συνάδελφος σου, ο Γεράσιμος. Μήπως ξέχασες το πάθημα πού σ’ αφηγήθηκε;
Από την δημόσια γιορτή σε κάποια πλατεία, έφυγε με κάποια κοπελιά ντόπια. Νόμιζε πως θα βγάλη γκόμενα. Ξύπνησε ύστερ΄ από δυό μέρες σε βάρκα. Χωρίς πορτοφόλι καί χωρίς ρολόι. Ευτυχώς, το καράβι δεν είχε σπατσάρει καί δεν είχε σαλπάρει. Αλλιώς, θάχε ξεμείνει στην Κούβα κάποιων περαζούμενων καιρών χωρίς
φράγκο στην τσέπη καί χωρίς χαρτιά. Καί σύ, ήθελες να ξυπνήσης αγκαλίτσα μαζύ της με χαδάκια καί γούτσου, γούτσου. Καί στην τσάντα σου, ένα σωρό πράσινα. Γιά την διανυκτέρευση τού πληρώματος πριν την αναχώρηση, τού μαστρο Αγαθοκλή καί σένα. Δηλαδή, αν στάχε πάρει κι’ είχε φύγει, τι θάκανες; Θα την βγάζατε στο παγκάκι; Δυό φορές μού γλύτωσες. Μιά φορά στο λιμάνι βράδυ με την τσάντα σου γεμάτη πράσινα καί τέσσερις αγνώστους καί δεύτερη τότε. Τρίτη φορά, δεν θα μού γλυτώσης! Καί μην πής, ότι δεν σε προειδοποίησα!

Έχω εμπλακεί σε διάφορες αποστολές στην επαγγελματική μου ζωή. Λίγες εξελίχθηκαν τόσον ομαλά,όσο ετούτη. Σε πείσμα τού άγχους με το οποίο ξεκινήσαμε,
ο μαστρο – Αγαθοκλής κι’ εγώ. Σε πείσμα τού άγχους των συναδέλφων μας, πίσω στον Πειραιά. Ήλθεν ώρα να γυρίσωμε σπίτια μας.
Με το δρομολόγιο της επιστροφής, δεν έχω ασχοληθή. Έχω εμπιστοσύνη στον συνάδελφο τον αρχικαπετάνιο. Τον συγχωρεμένο τον καπταν – Κωσταντή. Αλλωστε, κανείς δεν φανταζόταν την περιπέτεια πού επέπρωτο ν’ ακολουθήση. Οπότε, δεν ξέρω
να σού πώ γιά την περιπέτεια πού τράβηξαν οι αλλοδαποί συνάδελφοι. Το αλλοδαπό
πλήρωμα δηλαδή. Θα πω γιά την περιπέτεια πού έζησα. Αυτήν πού τραβήξαμεν εμείς οι ρωμηιοί. Οι δέκα ρωμηιοί τού πληρώματος, ο μαστρο – Αγαθοκλής κ’ εγώ.
Ο καπταν – Κωσταντής, είχεν ένα πρόβλημα. Έπρεπε να βρή πτήσεις πού να εξασφαλίζουν;
– Αναχώρηση κάθε μέρα.
– Ανταπόκριση κάθε μέρα.
Γιά να καταλάβης, πιό συγκεκριμένα το πρόβλημα σε τέτοιες περιπτώσεις είναι το εξής: Μόνον μ’ αυτές τις προδιαγραφές μπορείς να μετακυλίσης την κράτηση από την μιάν ημέρα στην άλλη. Καί γιατί το χρειάζεσαι αυτό; Γιατί σ’ αυτές τις
περιπτώσεις η ημερομηνία αναχωρήσεως οριστικοποιείται την τελευταία στιγμή. Γιά ένα, δύο άτομα, το πρόβλημα πρέπει λογικά να είναι βατό. Γιά ολόλκηρο πλήρωμα συν δύο, όπως στην δική μας περίπτωση, ήταν λιγότερο εύκολο. Οι μόνες λύσεις πού έβρισκε ήταν πτήσεις μέσω Ηνωμένων Πολιτειών καί βίζα Ηνωμένων Πολιτειών δεν είχε κανείς μας. Ο ταξειδιωτικός πράκτορας έβγαλε λαγό από το καπέλο του; << διέλευσις transit διά των Ηνωμένων Πολιτειών. χωρίς βίζα, επιτρέπεται έως δώδεκα ώρες>>. Οπότε, λογικά σκεπτόμενος, ο καπταν – Κωσταντής προς αυτήν την λύση προσανατολίσθηκε. Τρομάρα μας… Αν ξέραμε…
Αξημέρωτα στο αεροδρόμιο. Πέντε το πρωί, αν μη νωρίτερα. Φιλοτιμήθηκα να διευκολύνω. Ο ατζέντης τού καραβιού έκανε το check in των αλλοδαπών συναδέλφων κι’ εγώ κάνω το check in των ρωμηών. Νάναι καλά ο Μίμης, ο λοστρόμος. Φιλοτιμήθηκε να κεράση τούς καφέδες πού όλοι χρειαζόμασταν. Καί συμβαίνει κάτι <<περίεργο>>. Παίρνω τις κάρτες επιβιβάσεως όλων μας, αλλά δεν παίρνω πίσω τα ταξειδιωτικά μας έγγραφα. Διαβατήρια καί ναυτικά φυλλάδια. Ρώτησα, Στο αεροπλάνο ήταν η απάντηση. Τί έγινε;
Ο ή η συνοδός εδάφους πού μας συνόδεψε ως το αεροπλάνο, τα παρέδωσε σε κάποιον ή κάποιαν αεροσυνοδό προς επίδοσιν στον αρχικαμαρώτο της πτήσεως προς φύλαξιν. Πρώτος σταθμός τού ταξειδιού μας, το San Juan στο Puerto Rico. Επικράτεια Ηνωμένων Πολιτειών. Εκτός από συνοδό εδάφους, μας περίμεναν
καί σεκιουριτάδες. Καί μας βάλαν μπαλαούρο! Ευάερος καί ευήλιος ήταν ο χώρος.
Ήμασταν όμως κλειδωμένοι καί επιτηρούμενοι. Ο καπταν Φωτεινός, ζήτησε να πάη πιπί του. Πήγε συνοδευόμενος από σεκιουριτού. Υποθέτω ότι η κοπέλα δεν μπήκε στον καμπινέ μαζύ του. Προφανώς τον περίμενε έξω από το αποχωρητήριο καί τον συνόδευσε πίσω στο μπαλαούρο. Κάποιο πικάντικο αστείο έκανεν ο καπταν
Φωτεινός γιά το γεγονός. Δεν το ενθυμούμαι γιά να χαμογελάσωμε. Μιά από τα ίδια καί στο Kennedy, στην Νέα Υόρκη. Εν ολίγοις:

Λες κι’ ήμασταν υπόδικοι, πού περιμένουν δίκη!

Βρυξέλλες. Τελευταίος σταθμός τού ταξειδιού μας. Μέσα στο αεροπλάνο. Κάποιος ή κάποια συνοδός εδάφους δίδει τα ταξειδιωτικά μας έγγραφα σε κάποιαν από τις αεροσυνοδούς, προς φύλαξιν από τον αρχικαμαρώτο της πτήσεως. Η κοπέλα κοιτά χαζά. Προφανώς, κάτι τέτοιο δεν της έχει ξανατύχει. Βρίσκω την ευκαιρία. Πλησιάζω:
– Το καί το συμβαίνει. Όμως, τώρα είμαστε στην Ευρώπη. Πίσω στον <<πολιτισμένο κόσμο>> υποθέτω. Αλλωστε, είμαστε όλοι πολίτες της Ευρωπαϊκής Ενώσεως
. – Μισό λεπτό παρακαλώ.
Ρωτά τον αρχικαμαρώτο. Επιστρέφει με τα ταξειδιωτικά μας έγγραφα στο χέρι. Ανακουφίσθηκε, όταν προσφέρθηκα να τα μοιράσω εγώ.

Το λυκαυγές, είναι η ομορφώτερη στιγμή της ημέρας. Καί το ρωμαίικο λυκαυγές,
είναι κατά μακράν τ’ ομορφώτερο λυκαυγές στον κόσμο! Είμαι τυχερός, πού τ’ απολαμβάνω πέντε φορές την εβδομάδα. Στην αρχή, μού κακοφαινόταν πού έπρεπε
να σηκώνομαι τόσο τόσο νωρίς. Τώρα, νοιώθω ευγνώμων γι’ αυτήν την ευλογία!
Στην αρχή, το μαύρο της νύκτας δίδει την θέση του στο μπλε τού πρωινού ουρανού.
Ένα πολύ χαρακτηριστικό μπλέ. Δεν μπορώ να σού περιγράψω με τί μοιάζει. Ύστερα,
αυτό το μπλέ αραιώνει, όπως αραιώνει ο πελτές σε καυτό τηγάνι. Ύστερα, στ’ αριστερά
μου καθώς κατεβαίνω την Κηφισού, μιά φωτεινή ταινία ακολουθεί την κορυφογραμμή. Το χρώμα της; Πορτοκαλοκίτρινο. Πηχτό, εκεί πού η ταινία ακουμπά την κορυφογραμμή. Πιό αραιό παραπάνω. Χειμώνα με συννεφιά πρωτοπρόσεξα μιά λεπτομέρεια: Κανένα σύστημα συντεταγμένων τ’ ουρανού δεν μοιάζει με κανένα άλλο! Καθώς ο ουρανός ντύνεται σ’ όλες τις αποχρώσεις
τού λευκού, της ώχρας, τού γαλανού καί τού γκρι. Καί κανένα σύστημα συντεταγμένων τ’ ουρανού δεν μοιάζει με τον εαυτό του, ένα λεπτό πριν ή ένα λεπτό μετά. Ξαφνικά, κατάλαβα. Να γιατί οι ιμπρεσιονιστές ζωγράφοι ζωγράφιζαν με γρήγορες πινελιές: γιά να προλάβουν την εντύπωση της στιγμής! Σε τέτοιες συννεφιασμένες ημέρες, κάποιες φορές το φως <<κλωτσάει>>, όπως <<κλωτσάει>> φουσκάλες ο πελτές στο καυτό τηγάνι! Τότε, στα δεξιά μου, βλέπω μερικές φορές κάποιες κηλίδες σε έντονο πορτοκαλί, ή κόκκινο της φωτιάς. Αλλοτε πάλι, βλέπω το φως να κυνηγά τις σκιές στις πέτρες ενός μαντρότοιχου κάποιου ξεχασμένου εργοστασίου στα Καμίνια. Κάποιες λιγότερες φορές, ανεβαίνω την Πειραιώς γιά να δώ στο βάθος την Ακρόπολη καί πίσω τον ουρανό ντυμένο σ’ ένα πορτοκαλί
της φωτιάς! Κρίμα! Δεν έχω καταγράψει ποιάν εποχή τού χρόνου συμβαίνει
καθένα απ’ αυτά πού προσπαθώ να περιγράψω. Κι’ όλ’ αυτά, ακούγοντας κάποιαν
αγγελική μουσική σε κάποιαν θεϊκή μουσική συχνότητα. Αλήθεια, γιατί η
μουσική ραδιοφωνία βγάζει στον αέρα τον καλύτερον εαυτό της, τις πιό κατσαρές
ώρες της ημέρας;
Είν’ όμως κάποιες φορές, πού η ομορφιά τού ρωμαίικου λυκαυγούς παρέα με την αγγελική μουσική από κάποια θεϊκή μουσική συχνότητα μού φέρνουν μελαγχολία. Γιατί μού θυμίζουν εκείνο το ξημέρωμα στην Καραϊβική. Με τον ήλιο να βάφη τα νερά τού ωκεανού, σ’ όλους τούς τόνους τού κόκκινου καί τού χρυσαφιού. Πριν ξεπροβάλλει πίσω από τούς κοκοφοίνικες, πέρ’ από τού πέλαγου την άκρια. Διότι δεν μπορούσα, ύστερ’ από τέτοια νύκτα, να γυρίσω από τ’ άλλο πλευρό καί να κοιμηθώ.
Μανούλα Παναγιά, συγχώρεσε με πού δεν αισθάνομαι ότι αμάρτησα. Μάλλον νοιώθω την ανάγκη να Σού πω, πόσο πολύ Σ’ ευγνωμονώ! Γιατί Αξίωσες κάποιον τύπο σαν καί μένα, να περπατήση σε περιβάλλοντα μαγικά. Bro, μέχρι τώρα σούλεγα παραμύθια γιά μεγάλα καί μικρά παιδιά. Με έμφαση στο μεγάλα καί όχι στο μικρά. Τώρα σούπα μιάν αληθινήν ιστορία. Προφανώς, έχω στρογγυλέψει κάποιες λεπτομέρειες γιά να διευκολύνω την ροή της αφηγήσεως. Προφανώς έχω αλλάξει κι’ όλα τα ονόματα, γιά να καλύψω τις ταυτότητες των πρωταγωνιστών. Από πού δανείσθηκα το <<ψευδώνυμο>> της κοπέλας; Από πού αλλού; Από την Fata Morgana, τού πάρα πολύ μεγάλου Νίκου Καββαδία. Να θυμηθούμε μερικούς στίχους;

Χόρτο ξανθό, τρίποδο σκέπει μαντικό,
Κι’ ένα ποτάμι, με καυτή, λειωμένη πίσσα,
Άγριο, ακαταμάχητο, απειλητικό,
Ποτίζει τούς αμαρτωλούς πού σ’ αγαπήσαν