Η ποιήτρια Ελένη Παυλίδου μιλά στον Κωνσταντίνο Μανίκα, με αφορμή την κυκλοφορία του ποιητικής συλλογής “Εγχειρίδιο Ταξινόμησης Ρωγμών”.
Κυκλοφόρησε η ποιητική σας συλλογή “Εγχειρίδιο Ταξινόμησης Ρωγμών” από τις εκδόσεις Οδός Πανός. Πώς θα την περιγράφατε συνοπτικά;
Επειδή είναι η πρώτη μου απόπειρα συγγραφικής έκθεσης, αυτό που είχα κατά νου όταν τη δημιουργούσα ήταν να καταφέρω να συστηθώ επαρκώς, δηλαδή διαβάζοντάς την ο αναγνώστης να έχει μια ιδέα τόσο του ποιητικού μου ύφους όσο και του τί υπάρχει μέσα μου που θέλησα να εξωτερικευθεί, είτε αφορά προβληματισμούς, σκέψεις, ελπίδες, θέσεις, οτιδήποτε. Θα έλεγα, λοιπόν, ότι πρόκειται για μια ποιητική συλλογή που γεφυρώνει με τρόπο απρόσμενο τα δυο πεδία δράσης μου ως τώρα, την κλινική ψυχολογία και τη δημιουργική γραφή. Η γλώσσα της διάγνωσης και η επιστημονική ορολογία γίνονται ποιητική αφορμή να αναλυθούν εκείνα που μας κάνουν να ραγίζουμε αλλά και εκείνα που μας κρατούν όρθιους.
Γιατί επιλέξατε τον συγκεκριμένο τίτλο;
Ο τίτλος προέκυψε αφού ξεκαθάρισε μέσα μου το τι τελικά ήθελα να παρουσιάσω μέσα από την συλλογή. Μόλις αποκρυσταλλώθηκε εντός μου η ιδέα της ιδιότυπης αυτής σύζευξης ψυχολογίας και ποίησης, όλα τα κομμάτια του παζλ μπήκαν στη θέση τους και προέκυψε ο τίτλος. Είναι επιφανειακά αυστηρός και βαθιά τρωτός, όπως όλη η ατμόσφαιρα της συλλογής. Θέλησα η εξωτερική δομή να θυμίζει επιστημονικό διαγνωστικό εγχειρίδιο, όπως αυτό για παράδειγμα του DSM που χρησιμοποιείται στην Ψυχατρική. Γι’ αυτό και οι περισσότεροι τίτλοι των ποιημάτων αφορούν σε ψυχολογικά φαινόμενα ή διαγνώσεις, με υποσημειώσεις και επιστημονικές παραπομπές. Το περιεχόμενό τους όμως είναι τελείως διαφορετικό, μια λοξή, απρόβλεπτη ματιά στα ανθρώπινα.
Το βιβλίο διαθέτει μια ψυχοθεραπευτική δομή. Πόσο σας επηρέασε λογοτεχνικά η σχέση σας με την ψυχολογία;
Η σχέση μου με την ψυχολογία διαμόρφωσε σημαντικά την προσωπικότητά μου όπως συμβαίνει με οτιδήποτε καταπιανόμαστε και αφιερώνουμε χρόνο από τη ζωή μας. Πρόκειται για μια τριβή εικοσιπέντε και πλέον χρόνων οπότε είναι λογικό να έχει συμβάλλει συνειδητά και ασυνείδητα στον τρόπο που βλέπω τα πράγματα, άρα και στον τρόπο που τα αποτυπώνω λογοτεχνικά. Από την άλλη, οι άνθρωποι δεν είμαστε μόνο οι σπουδές μας ή οι καριέρες μας. Κουβαλάμε βιώματα, μνήμες, τόπους, τραύματα, εμπειρίες και έναν καθαρά προσωπικό, ανεξήγητο, μοναδικό ιδιοσυγκρασιακό ψυχικό κόσμο μέσω του οποίου φιλτράρουμε τη ζωή. Οπότε το βλέμμα μας απέναντι στον κόσμο δεν είναι ποτέ μονομερές.
Διαθέτει ο ποιητικός λόγος μια έντονα ψυχαναλυτική, εξομολογητική πλευρά;
Ο αστικός μύθος αποδίδει στον Freud την περίφημη φράση «Οπουδήποτε κι αν με πήγαν οι θεωρίες μου, βρήκα ότι ένας ποιητής είχε πάει εκεί πριν από μένα». Αν και δεν αποδεικνύετε ότι την είπε όντως, με βρίσκει απόλυτα σύμφωνη στην ουσία της. Έχουν γραφτεί εξάλλου εμβληματικά δοκίμια όπου αναλύεται η σχέση μεταξύ ψυχανάλυσης και λογοτεχνίας και αναγνωρίζεται ότι οι λογοτέχνες εξερευνούσαν τα βάθη της ανθρώπινης ψυχής πολύ πριν η επιστήμη καταφέρει να τα μεθοδολογήσει και να τα εξηγήσει. Πιστεύω, λοιπόν, ότι αν ο ποιητικός λόγος είναι γνήσιος και ειλικρινής, δεν μπορεί παρά να πηγάζει, με τον ένα ή τον άλλο τρόπο, και από τα βάθη της ψυχικής αβύσσου.
Τι πιστεύετε ότι θα αποκομίσει ως απόσταγμα ο αναγνώστης;
Δεν πιστεύω τίποτα. Ελπίζω μόνο. Ελπίζω να αναγνωρίσει δικές του ρωγμές και να ταυτιστεί. Ελπίζω να αφήσει το φως να περάσει ανενόχλητο μέσα από αυτές και μακάρι οι ρωγμές μας να ανθίσουν παρέα.
Ποιο ήταν το ερέθισμα για να ασχοληθείτε με τη συγγραφή;
Η ανάγκη δημιουργικής έκφρασης υπήρχε ανέκαθεν, αλλά εντελώς σκόρπια και αποσπασματικά. Απωθήθηκε και ολοκληρωτικά για μεγάλες περιόδους της ζωής μου λόγω άλλων προτεραιοτήτων της καθημερινότητας. Όταν ξαφνικά μέσα στον κορονοιό βρέθηκα με χρόνο πολύ στα χέρια μου αλλά και ώριμη μέσα μου να εκτεθώ, συνέβη. Ξεκίνησα παρακολουθώντας το μεταπτυχιακό δημιουργικής γραφής του ΕΑΠ, συνέχισα με διάφορα εργαστήρια όπου γνώρισα φωτισμένους δασκάλους και ταλαντούχους συνοδοιπόρους, και σιγά σιγά καταστάλαξα ως προς τα που θέλω να στρέψω την ενέργειά μου.
Ποιον ορισμό θα δίνατε στην έννοια της λογοτεχνίας;
Η ιστορία της λογοτεχνίας βρίθει ορισμών που έχουν δώσει θεωρητικοί και καταξιωμένοι συγγραφείς, πολύ πιο καταρτισμένοι από εμένα. Δε νομίζω ότι θα προσδώσει κάτι ιδιαίτερο ένας ακόμη δικός μου. Δεν αγαπώ άλλωστε και τους ορισμούς γενικότερα, νιώθω πως συνήθως είναι ελλιπείς, γι’ αυτό κα τους ανατρέπω μέσα στο «ΕΓΧΕΙΡΙΔΙΟ». Ωστόσο, αν έπρεπε να επιλέξω συγκεκριμένα κριτήρια, σίγουρα θα συμπεριελάμβανα την διαφορετική χρήση της γλώσσας που παράγει υψηλό αισθητικό αποτέλεσμα, είναι φορέας νοημάτων που προβληματίζουν και βασίζεται στην αυθεντικότητα και τη φαντασία.
Γιατί οι Έλληνες διαβάζουν λιγότερο από τον μέσο Ευρωπαίο;
Η φιλαναγνωσία καλλιεργείται από την προσχολική ηλικία. Ο άνθρωπος μαθαίνει, εκπαιδεύεται να αγαπά το διάβασμα πρωτίστως μέσα από το εκπαιδευτικό σύστημα και ακολούθως από το οικογενειακό πλαίσιο. Δυστυχώς, η Ελλάδα εξακολουθεί να στηρίζεται σε ένα σύστημα στείρας αποστήθισης, ξεπερασμένης διδακτέας ύλης κι ενός ωρολόγιου προγράμματος που δρα απωθητικά προς τους μαθητές και δεν καλλιεργεί τη δημιουργικότητα σε οποιαδήποτε μορφή της, αντιθέτως την απαξιώνει. Αν αυτό συνδυαστεί με τις κοινωνικοοικονομικές δυσκολίες που αντιμετώπισε κ συνεχίζει να αντιμετωπίζει η ελληνική οικογένεια εύκολα οδηγούμαστε στην απάντηση του ερωτήματος.
Τι ρόλο έχει πλέον το βιβλίο, στην ψηφιακή εποχή μας;
Βρισκόμαστε σε μια περίοδο μεταβατική και ρευστή με άγνωστες και απρόβλεπτες συνέπειες. Από τη μια το ψηφιακό βιβλίο επαναπροσδιορίζει σήμερα την πρόσβαση στη γνώση και τη λογοτεχνία, προσφέροντας άμεση φορητότητα, χαμηλότερο κόστος και διαδραστικότητα. Από την άλλη η έλευση της τεχνητής νοημοσύνης θα επιφέρει αλλαγές που δεν θα μπορούσαμε να προβλέψουμε πριν λίγα χρόνια και μάλιστα πολύ σύντομα. Προσωπικά δεν είμαι αισιόδοξη, όχι μόνο για το βιβλίο αλλά γενικότερα για τον χώρο της τέχνης και της δημιουργίας. Είμαστε στο κατώφλι μεγάλων αλλαγών, όπου ο άνθρωπος θα αναμετρηθεί όχι μόνο με μοντέλα σκέψης πολύ πιο προηγμένα αλλά και με τα όρια της ηθικής του. Ας ελπίσουμε αυτό το δυστοπικό τοπίο που δημιουργήσαμε να οδηγήσει σε νέες μορφές έκφρασης και συνύπαρξης που το δικό μου μικρό μυαλό αδυνατεί να συλλάβει.
Ένας μήνας “καραντίνα”. Ποια είναι τα πέντε βιβλία που θα θέλατε μαζί σας;
Ωραία ερώτηση! Με κάνει να στρέφω το βλέμμα προς τα μέσα και να εντοπίζω τις ανάγκες μου αυτή τη δεδομένη στιγμή. Σίγουρα μόνο η μια επιλογή μου θα ήταν σε κάτι ήδη διαβασμένο. Ας πούμε, θα επέλεγα τα άπαντα του Καβάφη, που ναι μεν μου είναι λίγο πολύ γνωστά αλλά ποτέ δεν αφιέρωσα τον χρόνο που θα ήθελα. Για τις υπόλοιπες επιλογές θα διάλεγα έργα που θέλω εδώ και καιρό να διαβάσω αλλά όλο αναβάλλω, όπως τη συλλογική έκδοση ποιημάτων του Τσιμάρα Τζανάτου «Αγνώστου Η βία του Βίου» και το σύνολο του έργου της Τζένης Μαστοράκη και της Αγγελικής Ελευθερίου που αγαπώ αλλά δεν έχω προλάβει να εγκύψω όπως τους πρέπει. Κι αφού έχουμε ένα μήνα, άντε, ας φύγουμε από την ποίηση κι ας βάλουμε και τον «Οδυσσέα» του Τζόις που έχω παρκαρισμένο στο κομοδίνο μου από την προηγούμενη καραντίνα, μήπως και κάποτε δεήσω να το τελειώσω.
Χρειαζόμαστε περισσότερο ρομαντισμό ή ρεαλισμό, στην εποχή μας;
Θα πω και τα δύο σίγουρα σε ίσες αναλογίες. Νομίζω ότι εκλείπουν εξίσου. Νιώθω ότι έχουμε μπερδέψει τον ρεαλισμό με τον κυνισμό στις μέρες μας. Ο ρεαλισμός προϋποθέτει συνειδητοποίηση και παραδοχή της θνητότητάς μας, του εφήμερου που εξορισμού διακρίνει την ύπαρξή μας. Τείνουμε να το ξεχνάμε συχνά και να οδηγούμαστε σε μονοπάτια ναρκισσιστικά και μεγαλείου. Απουσιάζει η συνειδητότητα του μεγέθους μας. Από την άλλη, ακριβώς για να αντέξουμε το μάταιο και να προσδώσουμε ομορφιά στον γύρω κόσμο, χρειαζόμαστε τον ρομαντισμό, για το καλό της ψυχούλας μας, μήπως και ελαφρύνουμε το ασήκωτο βάρος της.