Γράφει ο Πέτρος Χατζησωτηρίου, φαρμακοποιός – κριτικός λογοτεχνίας
Να λοιπόν που τα λογοτεχνικά «διαμαντάκια» καμιά φορά δεν κρύβονται ούτε στα βραβευμένα βαρύγδουπα ονόματα των συγγραφέων, ούτε στις μεγάλες εκτάσεις των πονημάτων, ούτε φυσικά πίσω από το marketing περίφημων εκδοτικών οίκων. Εδώ πρόκειται ακριβώς για μία τέτοια περίπτωση.
Ο Νίκος Ναούμης έχει χάσει την όρασή του εδώ και πολλά χρόνια κι έκτοτε διαβάζει και γράφει με «τα μάτια της ψυχής».
Στο βιβλίο αυτό που ευθύς εξ αρχής ομολογεί ότι είναι αυτό-αναφορικό αναλαμβάνει να μας περιγράψει τα όρια της «φυλακής» του. Κι είναι εντυπωσιακός ο τρόπος που το καταφέρνει.
Πρώτα απ’ όλα οφείλει να επισημανθεί κάτι μοναδικό κι ανεπανάληπτο που τολμώ να πιθανολογήσω ότι διέφυγε και από τον ίδιο τον συγγραφέα. Το βιβλίο απαρτίζεται από μικρά διηγήματα υπό έναν ξεχωριστό τίτλο το καθένα. Οι τίτλοι αυτοί λοιπόν αν απομονωθούν και παρατεθούν σχηματίζουν κι αποδίδουν ένα εξαιρετικό ποίημα!
Το κείμενο είναι απλό και ρέει αβίαστα. Η εσκεμμένα λιτή και αφτιασίδωτη δομή του είναι ικανή να προκαλέσει ανατριχίλα στον αναγνώστη. Ο συγγραφέας έρχεται και κάθεται δίπλα στον αναγνώστη του και του μιλάει χαμηλόφωνα, εξομολογητικά, ανθρώπινα. Έτσι όμως μπορεί να τον «διαβάσει» κι ο ίδιος όπως μας εξηγεί. Ο συγγραφέας με μεγάλη δεξιοτεχνία καταφέρνει και εκλύει δυνατά συναισθήματα στον αναγνώστη του καθώς τον βάζει να αναλογιστεί καταστάσεις και συνθήκες που δεν θα το είχε κάνει σε άλλη περίπτωση. Η απουσία πλοκής, χαρακτήρων και μυθοπλασίας, μοιραία, μετατοπίζει το βάρος λογοτεχνικής διαχείρισης του κειμένου στο ύφος της γραφής. Με το ρεαλισμό να έχει επιβληθεί όσο και προεξοφληθεί, ό,τι εικόνες, στοχασμοί και συμπεράσματα προκαλούνται στον αναγνώστη οφείλονται στη δύναμη των λέξεων που έρχονται και κόβουν βαθιά. Και κόβουν βαθιά γιατί προέρχονται από έναν καθρέφτη τον οποίο έδωσε ο συγγραφέας στον αναγνώστη του και μόλις αυτός έστρεψε το βλέμμα του προς αυτόν, τον θρυμμάτισε με τον τρόπο που μόνο ο ίδιος γνωρίζει.
Η ξενάγηση στη «φυλακή» του Ναούμη δεν είναι καθόλου εύκολη και πάντως δεν γίνεται χωρίς κόστος.
Ο αναγνώστης τραυματίζεται, συμπάσχει, συναισθάνεται. Δεν μπορεί να μείνει αμέτοχος, ούτε ανεπηρέαστος από τον καταιγισμό κοφτερών αληθειών που εκτοξεύονται εναντίον του όχι φυσικά με σκοπό να τον βλάψουν αλλά να του επιβάλλουν να απόσχει από τον οίκτο, να μπει σ’ έναν κόσμο που δεν τον φαντάζεται και να στοχαστεί πάνω σε καταστάσεις που πλέον αναγκάστηκε να τις δει απ’ την άλλη πλευρά του «καθρέφτη». Ο συγγραφέας επιδεικνύοντας εντυπωσιακό θάρρος ομολογεί, παραδέχεται, εκτίθεται, «τσαλακώνεται». Τα πράγματα όμως δεν είναι τόσο απλά. Με την ήρεμη, χαμηλόφωνη, αφοπλιστική του αφήγηση ο Ναούμης καταδύεται στην ψυχή του αναγνώστη του, διαλύει τα προσχήματα κι αρχίζει να κινεί τη μπαγκέτα του. Η συναυλία των συναισθημάτων που παράγονται δεν έχει να συγκριθεί με τίποτα απ’ όσα έχει νιώσει κανείς διαβάζοντας άλλες αυτό-αναφορικές διηγήσεις.
Γυρίζοντας την τελευταία σελίδα της ξενάγησης στη «φυλακή» του Νίκου Ναούμη θέλεις να τον βρεις και να τον αγκαλιάσεις. Θέλεις να αγκαλιάσεις τον άνθρωπο που κατάφερε με το κείμενό του να σου χαρίσει μια ανεπανάληπτη εμπειρία αυτοκάθαρσης, επαναπροσδιορισμού των ορίων της διαπροσωπικής επαφής και αναδιευθέτησης της ψυχής σου στην επικράτεια της ευγένειας. Τόσο πολλά, με τόσα λίγα. Έτσι είναι όμως τα «διαμαντάκια».
4,0/5,0