Η ποιήτρια Μαρία Γεννάτου απαντά στις ερωτήσεις που της θέτει ο Κωνσταντίνος Μανίκας, με αφορμή την κυκλοφορία της ποιητικής συλλογής “Αβαρείς”.
Κυκλοφόρησε από τις Εκδόσεις Ιωλκός το νέο βιβλίο σας «Αβαρείς». Πώς θα το περιγράφατε συνοπτικά;
Οι «Αβαρείς» είναι μια συλλογή για το τίμημα της συνείδησης. Για το τι σημαίνει να βλέπεις τον εαυτό σου, τους άλλους και τη ζωή χωρίς αναισθητικό — και να ψάχνεις μέσα σε αυτό όχι λύτρωση, αλλά μια στιγμή αβαρείας.
Ποια ζητήματα επιθυμείτε να θίξετε με αυτό σας το έργο και πώς προέκυψε η συγκεκριμένη έμπνευση;
Η έμπνευση δεν ήρθε μονομιάς. Τα ποιήματα ήρθαν αυτόνομα, το καθένα από τη δική του στιγμή. Η συλλογή προέκυψε μετά — σαν να ανακάλυψα ότι όλες αυτές οι στιγμές ανήκαν στον ίδιο τόπο.
Τι πιστεύετε ότι θα αποκομίσει ως απόσταγμα ο αναγνώστης;
Αυτό που ελπίζω να του δώσει η συλλογή είναι αναγνώριση. Να βρει σε κάποια σελίδα κάτι που ήξερε βαθιά αλλά δεν είχε βρει ποτέ σε λέξεις. Και αυτή η αναγνώριση — το να νοιώσει ότι κάποιος είπε επιτέλους αυτό — να του αφαιρέσει λίγο από τη μοναξιά του πράγματος. Χωρίς να το λύσει.
Ποιο ήταν το ερέθισμα για να ασχοληθείτε με τη συγγραφή;
Άρχισα να γράφω μετά τα 45. Το έναυσμα ήταν ένα ευχαριστήριο μήνυμα στη λογοθεραπεύτρια του παιδιού μου — που μεγάλωνε με καθυστέρηση λόγου. Μέσα από το δικό του θεραπευτικό ταξίδι αναζήτησης λέξεων, βρήκα και εγώ τις δικές μου. Δεν το επέλεξα. Ήρθε.
Τι ρόλο έχει πλέον το βιβλίο, στον ψηφιακό μας κόσμο; Πόσο επηρεάζεται από τις εξελίξεις στην τεχνητή νοημοσύνη;
Το βιβλίο σήμερα είναι ίσως πιο αναγκαίο από ποτέ — ακριβώς επειδή ο ψηφιακός κόσμος κινείται γρήγορα και επιφανειακά. Το βιβλίο ζητάει το αντίθετο: να σταματήσεις, να μείνεις, να αντέξεις την παύση. Για την τεχνητή νοημοσύνη — πιστεύω ότι μπορεί να παράγει λέξεις, ακόμα και όμορφες. Αυτό που δεν μπορεί να παράγει είναι το βιωμένο.
Ποιον ορισμό θα δίνατε στην έννοια της λογοτεχνίας;
Λογοτεχνία είναι αυτό που λέει αυτό που δεν έχει ειπωθεί. Όχι κάτι καινούριο — κάτι που ο αναγνώστης ήξερε ήδη, βαθιά, αλλά δεν είχε βρει ποτέ σε λέξεις. Και όταν το βρίσκει, αναγνωρίζεται.
Γιατί οι Έλληνες διαβάζουν λογοτεχνία λιγότερο από τον μέσο Ευρωπαίο;
Νομίζω ότι δεν έχουν μάθει να τη διεκδικούν ως ανάγκη. Είμαστε λαός της επιβίωσης. Και η επιβίωση δεν αφήνει πάντα χώρο για παύση. Η λογοτεχνία ζητάει παύση. Ίσως το ζήτημα δεν είναι γιατί διαβάζουν λιγότερο — αλλά πώς θα τους δείξουμε ότι η παύση δεν είναι πολυτέλεια. Είναι ανάγκη.
Πιστεύετε στη μοίρα ή στην τύχη;
Τα πράγματα συμβαίνουν. Κάποια δεν τα επιλέγουμε — τα βρίσκουμε μπροστά μας. Αυτό που επιλέγουμε είναι πώς τα κοιτάμε. Ποια εικόνα θέλουμε να βλέπουμε. Αυτό για μένα είναι η ελευθερία.
Ένας μήνας «καραντίνα». Ποια είναι τα πέντε βιβλία που θα θέλατε μαζί σας;
Μπέκετ — γιατί η σιωπή του με τροφοδοτεί. Ντοστογιέφσκι — γιατί δεν έχω βρει κανέναν που να κοιτάζει τον άνθρωπο τόσο βαθιά. Κάτι φιλοσοφικό που να αντέχει την επανανάγνωση. Ελληνική ποίηση — γιατί χρειάζομαι τη γλώσσα μου κοντά μου. Και κάτι από ψυχανάλυση — γιατί χωρίς αυτήν δεν καταλαβαίνω τίποτα από τα υπόλοιπα.
Χρειαζόμαστε περισσότερο ρομαντισμό ή ρεαλισμό στην εποχή μας;
Ζούμε σε εποχή που ο ρεαλισμός έχει γίνει άλλοθι για να μην ονειρευόμαστε — και ο ρομαντισμός άλλοθι για να μην βλέπουμε. Αυτό που χρειαζόμαστε είναι να αντέχουμε και τα δύο ταυτόχρονα.