Συνέντευξη με τον Μακάριο Αβδελιώδη, ταβερνιάρη, οικοδεσπότη και, πια, συγγραφέα και αφηγητή των ιστοριών της ζωής του
Οδός Μαυρομιχάλη 152, εκεί στο ύψος της Βουλγαροκτόνου, βρίσκεται εδώ και πενήντα χρόνια ο Πειναλέων, μια εμβληματική ταβέρνα που βαστά ως σήμερα, ως μια από τις ιδιαίτερα αγαπημένες παλιών και νέων θαμώνων. Ιδιοκτήτης είναι ο Μακάριος Αβδελιώδης, αδελφός του σκηνοθέτη Δήμου Αβδελιώδη, γνωστός και από την ταινία «Το δέντρο που πληγώναμε».
Πριν από περίπου πέντε μήνες, κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Καμηλοπάρδαλη το αυτοβιογραφικό βιβλίο του Μακάριου με τίτλο «Πειναλέων, Οι ιστορίες της Ιστορίας», σε επιμέλεια της δημοσιογράφου και συγγραφέα Γεωργίας Δρακάκη. Λίγο πριν την δεύτερη παρουσίαση του βιβλίου (προηγήθηκε μία με το που πρωτοκυκλοφόρησε στην ταράτσα του ξενοδοχείου Olympia στην Αθηνάς), ο Μακάριος Αβδελιώδης μοιράζεται δύο κουβέντες για το έργο του.
Ο Πειναλέων, πια, εκτός από τους πεντανόστιμους γίγαντες, τους μαραθοκεφτέδες, τα παραδοσιακά κρέατα και τυράκια, εκτός από την ζωντανή μουσική και τους ιδιοσυγκρασιακούς θαμώνες, έχει και το βιβλίο του Μακάριου. Πρόκειται για ένα απόσταγμα εμπειριών, σοφίας, αλλά και αλαφράδας-γνώσεων και αισθημάτων που προκύπτουν από μια πολυετή εμπειρία μέσα από τον κόσμο μιας ταβέρνας, που όσο εντυπωσιακός και ενδιαφέρων κι αν είναι, δεν στερείται δυσκολιών και κινδύνων.
Ο λόγος στον Μακάριο!
Κύριε Αβδελιώδη, πενήντα χρόνια «Πειναλέων». Πώς νιώθει κανείς όταν μετράει μισό αιώνα στην ίδια κουζίνα;
Δεν μετράς. Αν αρχίσεις να μετράς, σε πιάνει ζαλάδα. Το νιώθεις, όμως. Νιώθεις στον χρόνο στα χέρια σου, στις μυρωδιές, στα πρόσωπα που έρχονται. Κάποιοι ήρθαν πρώτη φορά ως παιδιά με τους γονείς τους και τώρα φέρνουν τα δικά τους παιδιά. Αυτό λέει πιο πολλά από κάθε επέτειο.
Η ταβέρνα βρίσκεται στη Νεάπολη Εξαρχείων, στην οδό Μαυρομιχάλη και σε μια γειτονιά που έχει αλλάξει μέσα σε αυτά πενήντα χρόνια. Πώς επέζησε ο «Πειναλέων» από όλες αυτές τις αλλαγές και τις δυσκολίες;
Ζήσαμε μαζί με τις αλλαγές και προσαρμοστήκαμε σε αυτές. Η γειτονιά αυτή έχει ψυχή και χαρακτήρα, όπως και οι άνθρωποί της. Η κρίση μάς επηρέασε, αλλά αντέξαμε γιατί καταφέραμε να περπατήσουμε μαζί της. Δεν κάναμε εκπτώσεις στην ποιότητα, αλλά αναπροσαρμόσαμε κι εμείς τις προμήθειές μας, τον κατάλογο, κατευθύναμε λιγάκι τους πελάτες στο τι να παραγγείλουν που να τους χορτάσει, ξεφεύγοντας από το κλισέ της ταβέρνας πατάτες-τζατζίκια-χωριάτικες-κρέατα. Μετά ο Covid επηρέασε τους πάντες και τα πάντα. Εκεί, σημασία έπαιξε το γεγονός ότι το κτήριο της ταβέρνας είναι ιδιόκτητο. Πολλοί συνάδελφοι ταβερνιάρηδες αναγκάστηκαν να κλείσουν.
![]()
Στο βιβλίο σας, η επιμελήτρια Γεωργία Δρακάκη αναφέρεται στον Πειναλέοντα ως ένα «ζωντανό μουσείο ελληνικότητας». Τι πιστεύετε εννοεί με αυτό;
Εννοώ ότι εδώ δεν σερβίρεις απλώς φαγητό. Σερβίρεις μνήμη. Σερβίρεις στιγμές. Εδώ έχουν γραφτεί ποιήματα σε χαρτοπετσέτες, έχουν ερωτευτεί άνθρωποι, έχουν μαλώσει για την πολιτική, έχουν κλάψει και έχουν γελάσει πολλές παρέες. Η ελληνικότητα δεν είναι η σημαία ή η παράδοση για βιτρίνα. Είναι αυτή η ανάγκη να κάτσεις με τον άλλον στο ίδιο τραπέζι και να μοιραστείς κάτι αληθινό, να ακούσεις και λίγη ωραία μουσική, να πάρει αέρα η καρδιά σου.
Ποια είναι η πιο αξέχαστη στιγμή που έχετε ζήσει μέσα σε αυτούς τους τέσσερις τοίχους;
Τόσες και τόσες. Θα πω μία από τις αγαπημένες μου, που φυσικά υπάρχει και μες στο βιβλίο.
Ένα βράδυ, μια κοπελίτσα γύρω στα 18-20, πελάτισσα που την ήξερα, έρχεται και κάθεται σε ένα τραπέζι. Της πηγαίνω μισό κιλό κρασί. «Θα φας κάτι;» τη ρωτώ. «Όχι», μου λέει. «Ό,τι χρειαστείς», της λέω και την αφήνω. Λίγο αργότερα μου λέει: «Πέθανε ο πατέρας μου. Αύριο το πρωί παίρνω αεροπλάνο για Θάσο και δεν μπορώ να μείνω σπίτι. Ήρθα εδώ γιατί το νιώθω σαν σπίτι μου». Εκεί κάτι άλλαξε μέσα μου. Κατάλαβα ότι ο ταβερνιάρης και ο σερβιτόρος δεν είναι απλώς αυτός που κουβαλάει το φαΐ, εισπράττει και δίνει ρέστα.Παρόλο που ήμουν μόλις 25-30 χρονών τότε, ένιωσα βαθιά ότι κάτι συμβαίνει εδώ πέρα. Ήταν ένα από τα πιο συγκλονιστικά περιστατικά που έχω ζήσει.
Την Ειρήνη (αυτό ήταν το όνομά της) την ξανάδα 20 χρόνια αργότερα. Μου ήρθε η φλας αμέσως. «Εσύ δεν είσαι εκείνο το βράδυ;» της λέω. Τώρα έρχεται με τον άντρα της και τα παιδιά της. Μου είπε: «Εκείνο το βράδυ σπίτι πνιγόμουνα. Εδώ ένιωθα ότι μπορώ να έρθω και να είμαι άνετα, δηάδή ότι δε θα με προσβάλουν, δε θα με πιάσουν, δε θα μου την πέσουν».
Πώς αποφασίσατε να γράψετε αυτό το βιβλίο; Ήταν δύσκολο να περάσετε από την κουζίνα στο γραφείο;
Πολύ δύσκολο. Εγώ δεν είμαι συγγραφέας — είμαι μάγειρας και ταβερνιάρης, άντε και τα λίγα τελευταία χρόνια, είμαι και λιγάκι τραγουδιστής. Αλλά όταν κόντεψαν να φτάσουν τα πενήντα χρόνια του μαγαζιού, ένιωσα ότι χρωστάω κάτι σε όλους αυτούς που πέρασαν από εδώ. Μια μαρτυρία. Η αλήθεια είναι ότι πολλές φορές ταλαντεύτηκα, σκέφτηκα ότι ίσως αυτό το εγχείρημα δεν αφορά στην πραγματικότητα πολύ κόσμο. Όταν όμως βγήκε το βιβλίο, πήρα πολλή αγάπη και άκουσα λόγια που με αναπτέρωσαν και με έπεισαν ότι στ’ αλήθεια άξιζε ο κόπος. Θέλω να ευχαριστήσω και τον κουμπάρο μου, τον Ιωάννη Κουλάνη, που έβγαλε το βιβλίο μας από τις εκδόσεις του, τον αγαπημένο εκδοτικό οίκο Καμηλοπάρδαλη.
Τι θέλετε να νιώσει ο αναγνώστης όταν κλείσει το βιβλίο;
Πείνα, ξέρω κι εγώ; (γέλια) Να πεινάσει, να του ανοίξει δηλαδή η όρξεη, για φαγητό, για παρέα, για ζωή. Και αν μπορεί, να έρθει να φάει μαζί μας. Η πόρτα είναι πάντα ανοιχτή και τώρα, τα ηνία του Πειναλέοντα τα κρατά η νεότερη γενιά, τα τρία μου ανίψια.
Ο Μακάριος Αβδελιώδης και ο «Πειναλέων» σας περιμένουν στην οδό Μαυρομιχάλη, στη Νεάπολη Εξαρχείων. Η επετειακή έκδοση κυκλοφορεί στα κεντρικά βιβλιοπωλεία και διατίθεται και στην ταβέρνα.