/Ζωή Τσούρα: Κανείς μας δεν είναι ή δεν θα πρέπει να είναι μόνος
Tsourafkegroda

Ζωή Τσούρα: Κανείς μας δεν είναι ή δεν θα πρέπει να είναι μόνος

Η συγγραφέας Ζωή Τσούρα απαντά στις ερωτήσεις που της θέτουν ο Κωνσταντίνος Μανίκας και η Νεκταρία Βαρσαμή – Πουλτσίδη, με αφορμή την κυκλοφορία του νέου της μυθιστορήματος “Τα Φλεγόμενα Ρόδα”.

1. Κυκλοφόρησε το νέο σας μυθιστόρημα “Τα Φλεγόμενα Ρόδα” από τις Εκδόσεις Πηγή. Πώς θα το περιγράφατε συνοπτικά και γιατί επιλέξατε τον συγκεκριμένο τίτλο; 

Τα Φλεγόμενα Ρόδα είναι μία ιστορία φαντασίας που διαδραματίζεται στον δικό μας κόσμο –συγκεκριμένα σε μία μικρή πόλη στις ακτές της Καλιφόρνια–, ο οποίος έχει εμπλουτιστεί με το φανταστικό στοιχείο της ύπαρξης πλασμάτων από την παγκόσμια μυθολογία και λαογραφία, όπως μάγισσες, βρικόλακες, αερικά κλπ. Στο βιβλίο ακολουθούμε μία ομάδα νεαρών μάγων και μαγισσών καθώς ερευνούν την εξαφάνιση μίας εξ αυτών και στην πορεία ξεθάβουν επικίνδυνα μυστικά, έρχονται αντιμέτωποι με θανάσιμους κινδύνους και γίνονται στόχος ενός απολυταρχικού καθεστώτος που δεν απέχει και πολύ από αυτά που συναντούμε στον πραγματικό κόσμο σήμερα. Κάθε χαρακτήρας παράλληλα δοκιμάζεται και ωριμάζει μέσα από τις προσωπικές του προκλήσεις, που έχουν να κάνουν με την οικογένεια, τη φιλία, την ταυτότητα και την καταγωγή του.

Στον κόσμο του βιβλίου, κάθε σύναξη μαγισσών έχει και ένα ξεχωριστό όνομα: αυτή των πρωταγωνιστών μας ονομάζεται «Τα Φλεγόμενα Ρόδα», από όπου προέκυψε ο τίτλος του βιβλίου, αλλά και ολόκληρης της σειράς, η οποία θα αποτελείται από συνολικά τρία βιβλία. Τα τριαντάφυλλα που καίγονται συμβολίζουν το τέλος της αθωότητας, την απομυθοποίηση που βιώνει ένας νεαρός άνθρωπος που αντικρίζει για πρώτη φορά το συχνά αμείλικτα σκληρό πρόσωπο της πραγματικότητας.

 

2. Μιλήστε μας για τους βασικούς ήρωές σας. Ποιοι είναι οι στόχοι και τα κίνητρά τους;

Ακολουθούμε την ιστορία μέσω της τριτοπρόσωπης αφήγησης τριών βασικών ηρώων: μίας μάγισσας, ενός μάγου και ενός κοινού ανθρώπου. Η κύρια δύναμη που τους κινεί είναι η αγάπη τους προς τους δικούς τους ανθρώπους, φίλους και οικογένεια, και η ανάγκη να τους προστατέψουν. Παντοδύναμος μοχλός της ιστορίας είναι επίσης και η ανακάλυψη της ταυτότητας του καθενός, έξω από τα καλούπια που τους έχει ορίσει η οικογένεια και η κοινωνία, είτε αυτή η ταυτότητα έχει να κάνει με την καταγωγή και τη μνήμη, είτε με τον σεξουαλικό προσανατολισμό, είτε με τον τρόπο ζωής. Βέβαια, η τριβή με τις αντίπαλες δυνάμεις φέρνει νέους στόχους και κίνητρα, τα οποία πλέον ξεφεύγουν από την κλίμακα της οικογένειας και της ομάδας και γίνονται πιο συλλογικά και… ανατρεπτικά.

 

3. Τι πιστεύετε ότι θα αποκομίσει ως απόσταγμα ο αναγνώστης; 

Εύχομαι ο κάθε αναγνώστης και η κάθε αναγνώστρια να βρουν κάτι μέσα στην ιστορία αυτή που θα τους συγκινήσει και θα τους αποτυπωθεί. Ως όντα και «φίλτρα» διαφορετικά, στον καθένα και στην καθεμία αναπόφευκτα θα είναι και κάτι διαφορετικό. Αυτό που σίγουρα θα ήθελα όμως να κρατήσουν είναι ότι κανείς μας δεν είναι ή δεν θα πρέπει να είναι μόνος/η, πόση δύναμη έχει η ομάδα, η συλλογικότητα, η ενωμένη γροθιά – και πόσο εύκολα αυτά που αγαπάμε μπορούν να ξεγλιστρήσουν και να χαθούν αν είμαστε ασύνδετα δάχτυλα ανοιχτά.

 

4. Ποιο ήταν το ερέθισμα για να ασχοληθείτε με τη συγγραφή;

Ασχολούμαι με τη συγγραφή από την ηλικία του δημοτικού, οπότε νομίζω το πρώτο πρώτο ερέθισμα ήταν ο εκνευρισμός μου που τα βιβλία που διάβαζα δεν τελείωναν όπως θα ήθελα ή οι ήρωες και ειδικά οι ηρωίδες δεν ακολουθούσαν την πορεία που εμένα μου φαινόταν πιο λογική ή πιο συναρπαστική. Επέστρεφα συνεχώς σε ερωτήματα όπως «Και τι έγινε μετά;» ή «Και αν δεν είχε κάνει το Χ αλλά το Ψ, τι θα είχε γίνει;» ή «Και ο τάδε ή η δείνα πού πήγε μετά και τι έκανε;». Μιας και δεν γινόταν να έχω έναν μαγικό καθρέφτη όπου θα εμφανίζονται οι συγγραφείς από αυτόν ή από τον άλλο κόσμο και θα μου έδιναν όλες τις απαντήσεις, ξεκίνησα να συμπληρώνω μόνη μου τα κενά γράφοντας. Έτσι λοιπόν άρχισαν όλα, από ένα πεισμωμένο μικρό control freak που ήθελε κι άλλες ιστορίες.

 

5. Ποιον ορισμό θα δίνατε στην έννοια της λογοτεχνίας; 

Τέχνη, μέθεξη κι αθανασία μέσω της μαγείας της γλώσσας.

 

6. Διαθέτει ταυτότητα το ελληνικό μυθιστόρημα ή επηρεάζεται απόλυτα από τις διεθνείς τάσεις;

Η λέξη «ταυτότητα» γενικά κι αόριστα στο ελληνικό μυθιστόρημα με φοβίζει λίγο, μου ακούγεται λίγο σαν «ταμπέλα», «συνταγή». Θεωρώ ότι το ελληνικό μυθιστόρημα έμεινε περιχαρακωμένο να σκαλίζει τις πληγές του και τα πάθη του για καιρό. Καλωσορίζω την επιρροή από τις διεθνείς τάσεις και τις πόρτες που αυτές άνοιξαν για να πούμε περισσότερες ιστορίες και να συνδεθούμε με περισσότερους ανθρώπους. Σιγά σιγά αναγνωρίζουμε νομίζω ότι η ταυτότητα δεν έρχεται μέσα από την εστίαση σε συγκεκριμένα μοτίβα και στερεότυπα, ούτε αφορά το πώς μας βλέπουν οι τουρίστες, ούτε το τι συμφέρει την αγορά. Υπάρχει ο χώρος –κι αν δεν υπάρχει, τον δημιουργούμε– να εξερευνήσουμε τα πάντα.

 

7. Γιατί οι Έλληνες διαβάζουν λογοτεχνία λιγότερο από τον μέσο Ευρωπαίο; 

Θεωρώ άδικη τη σύγκριση των Ελλήνων με έθνη τα οποία είχαν εξαλείψει ή έστω μειώσει δραστικά τον αναλφαβητισμό στα κράτη τους τουλάχιστον έναν αιώνα πριν από εμάς, και που είχαν συνεπώς εκατό χρόνια παραπάνω για να αποφασίσουν, να διαμορφώσουν και να εξελίξουν τη στάση τους απέναντι στις έννοιες «λογοτεχνία» και «βιβλίο». Θυμίζω ότι η δευτεροβάθμια εκπαίδευση, για παράδειγμα, έγινε υποχρεωτική στη χώρα μας μόλις το 1976. Για το μεγαλύτερο κομμάτι του εικοστού αιώνα, το βιβλίο ήταν προϊόν πολυτελείας, προνόμιο του «γραμματιζούμενου», άντρα εννοείται, γιατί για τις γυναίκες τα πράγματα ήταν ακόμα πιο τραγικά. Δεν αφορούσε τα λαϊκά στρώματα, δεν αφορούσε τον μέσο καθημερινό άνθρωπο. Ο ελιτισμός και η αίσθηση αποκλεισμού από τη λογοτεχνία παραμένουν έντονα μέχρι και σήμερα. Ας μη γινόμαστε λοιπόν σκληροί ο ένας προς τον άλλον και αφοριστικοί προς τη χώρα μας. Σε αυτό το παιχνίδι, δεν μας είχαν μοιράσει τα ίδια χαρτιά με τους υπόλοιπους. Ας κοιτάξουμε πώς μπορούμε ο καθένας να βάλει το δικό του λιθαράκι στο να βελτιώσουμε αυτήν την κατάσταση, που όλους μάς πονάει.

 

8. Τι ρόλο έχει πλέον το βιβλίο στην ψηφιακή εποχή μας;

Τον ίδιο ρόλο που είχε πάντα: να συγκινήσει την ψυχή μας, να μετακινήσει τα βουνά της σκέψης μας, να φυτέψει ιδέες στο μυαλό μας. Θεωρώ πως δεν υπήρχε κάποια «χρυσή εποχή» του βιβλίου στο παρελθόν την οποία θα έπρεπε να νοσταλγώ – έχουμε ωστόσο τα εργαλεία να δημιουργήσουμε μία «χρυσή εποχή» οδεύοντας προς το μέλλον. Με λίγα λόγια, δεν χάνεται το βιβλίο. Θα είναι πάντα εκεί για όποιον το χρειάζεται, όταν το χρειάζεται. Εμείς ωστόσο οφείλουμε να ενισχύσουμε την παρουσία του, να καλλιεργήσουμε το συμπεριληπτικό φάσμα του και να διευρύνουμε την πρόσβαση σε αυτό, να το βοηθάμε να ελίσσεται και να εξελίσσεται συνεχώς.

 

9. Ένας μήνας “καραντίνα”. Ποια είναι τα πέντε βιβλία που θα θέλατε μαζί σας;

Ένας μήνας καραντίνα σε συνδυασμό με άδεια, θα συμπληρώσω, όνειρο! Θα σας πω πέντε από τα επόμενα βιβλία που ανυπομονώ να διαβάσω, τα οποία ανήκουν σε διάφορα είδη, καθώς διαβάζω σχεδόν τα πάντα: την «Ατμόσφαιρα» της Taylor Jenkins Reid (εκδόσεις Ψυχογιός), την «Παραβολή του Σπορέα» της Octavia Butler (εκδόσεις Αίολος), το «Εξαίσιο Πτώμα» της Agustina Bazterrica (εκδόσεις Πατάκη), το «Χρυσό Σοκάκι» της Αλίνας Καλέση (εκδόσεις Παράξενος Ελκυστής) και το «Εκείνοι που δεν έφυγαν» της Αταλάντης Ευριπίδου (εκδόσεις Πόλις).

 

10. Πιστεύετε στη μοίρα ή στην τύχη; 

Δεν πιστεύω στη μοίρα. Μου προκαλεί δυσφορία η επίκλησή της ως εξήγηση στο οτιδήποτε, καλό ή κακό. Η τύχη είναι μαθηματικά, πιθανότητες, και θα υπάρχει είτε εγώ πιστεύω σε αυτήν είτε όχι. Κάποιες φορές θα βρεις το τσουκάλι με τον χρυσό στην άκρη του ουράνιου τόξου, και κάποιες φορές θα φας τέτοιο χαστούκι, που θα μουδιάσει το είναι σου για χρόνια. Αυτό στο οποίο σίγουρα πιστεύω είναι η συνειδητή πρόθεση και η προσηλωμένη δουλειά για τα όνειρα και τους στόχους μας, είτε ατομικούς είτε συλλογικούς – το να μην το βάζεις κάτω και να κινείς τον εαυτό σου πάντα μπροστά, κι ας είναι κι ένα μέτρο τον χρόνο.

Σας ευχαριστώ πολύ για τη φιλοξενία!