/Βιβλιοκριτική και λογοτεχνική ακρισία
Bookdelvez

Βιβλιοκριτική και λογοτεχνική ακρισία

Γράφει ο Κωνσταντίνος Μανίκας, συγγραφέας

Επαναλαμβάνομαι αλλά θα πρέπει να υπενθυμίσω ότι ο ελιτισμός και ο λαϊκισμός σε μια κοινωνία πληρώνονται ακριβά. Θα μου πείτε τώρα τι σχέση έχει αυτό με τον χώρο του βιβλίου. Δυστυχώς, μεγάλη!

Άποψη και προσωπικά γούστα διαθέτουμε όλοι και κανείς δεν δικαιούται να μας κατακρίνει εκτός κι αν κάτι από αυτά έγκειται στον χώρο της παρανομίας και της ζημιάς στο κοινωνικό σύνολο! Από την άλλη, θα πρέπει να είναι ξεκάθαρο ότι μια γνώμη δεν αποτελεί εμπεριστατωμένη, ούτε καν απλή, κριτική προσέγγιση σε οτιδήποτε, πόσο μάλλον σε ένα έργο τέχνης, όπως υποτίθεται ότι είναι το βιβλίο.

Για να εμπίπτει μια άποψη σε τούτη την κατηγορία θα πρέπει να πληροί κάποιες βασικές προϋποθέσεις, τόσο ως προς τη φύση του κειμένου, όσο κι ως προς τον γράφοντα.

Όπως απαιτούμε απο ένα επιστημονικό άρθρο η ταυτότητα του συντάκτη να έχει αναφορά στο αντικείμενο που αναλύει, έτσι κι ένα κριτικό κείμενο για κάποιο βιβλίο, για να θεωρηθεί τέτοιο κι όχι απλώς προσωπική προτίμηση, θα πρέπει να προέρχεται από κάποιον που διαθέτει τη σχετική γνώση και εμπειρία. Γνώση που ξεκινά από το βάθος και την ευρύτητα των αναγνωσμάτων μέσα στο χρόνο και φθάνει έως την επαφή με τη συγκριτική λογοτεχνία, τις διαφορετικές σχολές γραφής και τις σχετικές τεχνικές.

Και προφανώς μια τέτοια προσέγγιση θα επισημαίνει και λάθη, παραλείψεις σε όλα τα σημεία ενός λογοτεχνικού έργου. Από την πλοκή και τους χαρακτήρες, μέχρι τη δομή και τον τρόπο χρήσης των γλωσσικών μέσων.

Για να είμαστε λοιπόν απολύτως ειλικρινείς, πολύ λίγες είναι οι περιπτώσεις αυτών που μπορούν να ισχυριστούν ότι γράφουν αμερόληπτη βιβλιοκριτική με την πλήρη έννοια του όρου.

Ακόμη κι όταν ορισμένοι πληρούν τις προαναφερθείσες προϋποθέσεις, άλλοτε υποκύπτουν στην κολακεία κι άλλοτε στο στάξιμο χολής με πρόφαση κάποια λογικοφανή επιχειρήματα, είτε για να στηρίξουν φίλους και “φιλικούς” εκδοτικούς οίκους, είτε για να εκφράσουν την αντιπάθεια και τα πιθανά απωθημένα τους απέναντι σε συγκεκριμένα πρόσωπα και καταστάσεις ή να διεκδικήσουν δήθεν το δεκάλεπτο τους στη δημοσιότητα με την ξεπερασμένη επικοινωνιακή τακτική τού “αρκεί να ακούγεται σωστά το όνομά μου, κι ας είναι και για κακό”.

Μοιάζει πια να αποφεύγουμε τις μακροσκελείς και λεπτομερείς τεχνικές αναλύσεις, γιατί φοβάμαι ότι έχουμε περάσει ανεπιστρεπτί στην εποχή που ο χρόνος που αφιερώνουμε για να διαβάσουμε ένα κείμενο είναι ελάχιστος. Σίγουρα αυτό κάνει την κριτική ελλειπή, όμως τουλάχιστον, στο βαθμό που θίγει σύντομα και περιεκτικά όλα τα συστατικά στοιχεία ενός έργου, δίνει στον αναγνώστη την πρόγευση που χρειάζεται πριν καταπιαστεί μαζί του.