Η συγγραφέας Βησσαρία Ζορμπά – Ραμμοπούλου απαντά στις 10+1 Ερωτήσεις που της θέτει ο Κωνσταντίνος Μανίκας, με αφορμή την κυκλοφορία του νέου της μυθιστορήματος “Ουμπάιντα, Το καραβάνι των ψυχών”.
1. Κυκλοφόρησε το νέο σας μυθιστόρημα “Ουμπάιντα, Το καραβάνι των ψυχών” από τις εκδόσεις Πατάκη. Πώς θα το περιγράφατε συνοπτικά και γιατί επιλέξατε τον συγκεκριμένο τίτλο;
Το μυθιστόρημα διαδραματίζεται στη Μέκκα το 633 μ.Χ., αμέσως μετά το θάνατο του Μωάμεθ. Ουσιαστικά πρόκειται για μία road story, αφού παρακολουθεί το ταξίδι ενός καραβανιού από τη Μέκκα προς την Ιερουσαλήμ, την οποία πολύ πρόσφατα είχε ανακτήσει ο αυτοκράτορας Ηράκλειος από τους Πέρσες. Παράλληλα, στόχος μου ήταν να συνθέσω μία γοητευτική για εφήβους περιπέτεια με την ανακάλυψη εγκαταλελειμμένων οικισμών και «υπόγειων» χωριών, με την μυστηριώδη εμφάνιση μάγων και φυλάρχων, εγκιβωτισμένη όμως σε συγκεκριμένη ιστορική περίοδο, της οποίας τις ιστορικές συντεταγμένες έπρεπε να σεβαστώ..
Έτσι, η προφητεία μιας περιπλανώμενης μάντισσας, η αινιγματική μορφή της γιάτρισσας-μάγισσας, οι ιατρικές πρακτικές και τα φαρμακευτικά σκευάσματα, οι φήμες που κυκλοφορούν και «στοιχειώνουν» την περιοχή, όσο το καραβάνι ταξιδεύει, δημιουργούν την «ατμόσφαιρα» μιας εξωτικής περιοχής ενώ παράλληλα προκαλούν το αναγνωστικό ενδιαφέρον για την εξέλιξη των πρωταγωνιστών σε σχέση με τα πραγματικά γεγονότα της εποχής.
Παρότι ο Ουμπάιντα, ο αρχηγός του καραβανιού δεν είναι ο άμεσος πρωταγωνιστής της ιστορίας, διατρέχει με την παρουσία και τις επιλογές του όλο το ταξίδι και όλο το μυθιστόρημα. Άλλωστε, το κεφάλαιο που αποτυπώνει περιεκτικότερα, κατά την άποψή μου, όλο το νόημα του βιβλίου είναι το τελευταίο κεφάλαιο. Εκεί ο Ουμπάιντα συμπυκνώνει σε ένα μονόλογο όλη τη σοφία που κατέκτησε μέσα από την αποδοχή και την ανεκτικότητα, στις οποίες οδηγήθηκε μέσα από τον πόνο των προσωπικών του απωλειών. Ουσιαστικά, τα λόγια αυτά του Ουμπάιντα συνιστούν την κατακλείδα του βιβλίου: «Θα είμαι κι εγώ εκεί. Λυτρωμένος από όσα βάρυναν την ταλαίπωρη ψυχή μου. Στην ξανακερδισμένη Ιερουσαλήμ! Δεν πειράζει! Λες και η άμμος της ερήμου δεν έχει σκεπάσει και παλαιότερα κάστρα ψηλά, παλάτια και θρόνους; Δεν πειράζει; Έτσι είναι! Άλλα σχεδιάζει ο Μεγαλοδύναμος και άλλα οι άνθρωποι, σκλάβοι, καμηλιέρηδες, στρατηγοί ή βασιλιάδες! Δεν πειράζει! Ανθρώπινα πράγματα…»
2. Μιλήστε μας για τους βασικούς ήρωες σας. Ποιοι είναι οι στόχοι και τα κίνητρά τους;
Ο Ουμπάιντα, λοιπόν,ένας αρχηγός καραβανιού στη Μέκκα αμέσως μετά το θάνατο του Μωάμεθ οργανώνει ένα ταξίδι για τη μεταφορά επιβατών και εμπορευμάτων με προορισμό την Ιερουσαλήμ. Πρόκειται για έναν άνθρωπο που βασανίστηκε σκληρά λόγω της προσήλωσής του σε πατροπαράδοτες θρησκευτικές πεποιθήσεις, που αναζητά και βρίσκει τη γαλήνη μέσα από το ταξίδι στις ζωές και στις ψυχές των άλλων.Για το λόγο αυτό το μυθιστόρημα φέρει και τον υπότιτλο: «Το Καραβάνι των Ψυχών».
Οι πραγματικοί πρωταγωνιστές της ερωτικής ιστορίας, όμως, που διατρέχει όλο το μυθιστόρημα είναι δύο έφηβοι: ο Ισμαέλ και η Σωσάννα. Βοηθός του Ουμπάιντα, λοιπόν, ο Άραβας Ισμαέλ, είναι ένας νεαρός πρώην σκλάβος, ο οποίος μέσω της εναλλαγής αφεντικών γνωρίζει ποικίλους πολιτισμούς, μυείται στην κουλτούρα τους και ουσιαστικά μορφώνεται και «μεταμορφώνεται» μέσα από αυτήν την εμπειρία.
Από την άλλη η Σωσάννα και η θεία της, αρχοντογεννημένες Ρωμαίες από την Ευδαίμονα Αραβία, έχουν πέσει σε δυσμένεια, λόγω δογματικών διαφοροποιήσεων που συμβαίνουν τη συγκεκριμένη περίοδο στους κόλπους της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας ∙ αναζητούν , λοιπόν, την τύχη τους στην Ιερουσαλήμ. Σε αυτήν τη νέα Ιερουσαλήμ, λοιπόν, κατευθύνεται το καραβάνι της ιστορίας μας εν μέσω τρομαχτικών φημών για πυρολάτρες μάγους και αινιγματικούς φυλάρχους. Μαζί τους ταξιδεύουν δυο καλλιτέχνες, ένας μοναχός και ένας νεαρός μικρο-απατεώνας.Ωστόσο, η καινούρια θρησκεία που μόλις γεννιέται, ο Ισλαμισμός, θα ανατρέψει τις μέχρι τότε πολιτικές ισορροπίες αλλά και τα σχέδια των πρωταγωνιστών του μυθιστορήματος.
3. Πόσο μπορεί η λογοτεχνία να λειτουργήσει ως γέφυρα ανάμεσα σε πολιτισμούς και μέσο κατανόησης της διαφορετικότητας, ιδιαίτερα στη νεολαία;
Η λογοτεχνία είναι πάντοτε το όχημα, για να ξεφύγουμε από τη στενόμυαλη και εγωκεντρική θεώρηση του κόσμου και της ζωής∙ για να γνωρίσουμε και να κατανοήσουμε τον «Άλλον». Ειδικότερα, σήμερα και ιδιαίτερα για τη νεολαία μπορεί να γίνει ένας πιο ευχάριστος, βιωματικός και δημιουργικός τρόπος, ώστε να γίνει γνωστή η ανθρώπινη ιστορία και η πορεία του ανθρώπινου πνεύματος. Επομένως, μπορεί να γίνει η γέφυρα που θα οδηγήσει τους νέους ανθρώπους των παγκοσμιοποιημένων σύγχρονων κοινωνιών στην ενσυναίσθηση, στην αλληλοκατανόηση και στην αποδοχή∙ παράλληλα, μπορεί να οδηγήσει την ανθρωπότητα σε συνθήκες διαβίωσης αλληλοσεβασμού και έμπρακτης δημοκρατικής πολιτειότητας.
4. Τι πιστεύετε ότι θα αποκομίσει ως απόσταγμα ο αναγνώστης;
Ο θρησκευτικός φανατισμός, η πολωτική μισαλλοδοξία, οι αλληλοδιώξεις και οι βίαιοι εκπατρισμοί συνθέτουν το σκηνικό της εποχής και της περιοχής, στην οποία διαδραματίζεται το μυθιστόρημά μου. Όλα τα παραπάνω, όμως, και μάλιστα στις ίδιες περιοχές, συνθέτουν και σήμερα ένα δυσοίωνο και ταραχώδες περιβάλλον, μέσα στο οποίο οι άνθρωποι προσπαθούν όχι μόνο να επιβιώσουν αλλά και να διατηρήσουν τα ουσιώδη χαρακτηριστικά αυτού που ονομάζουμε ανθρώπινη ζωή. Επομένως, η ματαιότητα της ανθρώπινης φιλοδοξίας και φιλαυτίας σε αντιπαράθεση με την αποδοχή και τον αλληλοσεβασμό αναδεικνύονται σε πανανθρώπινες αξίες αλλά και διαχρονικά ζητούμενα στη ζωή μας.
5. Ποιο ήταν το ερέθισμα για να ασχοληθείτε με τη συγγραφή;
Από παιδί ήμουν λάτρης της αφήγησης είτε ως ακροάτρια παραμυθιών και ιστοριών είτε ως μανιώδης αναγνώστρια. Δεν ξέρω πότε ακριβώς γεννήθηκε μέσα μου ως ανάγκη η συγγραφή αλλά με θυμάμαι πάντα να γράφω ποιήματα και ιστορίες, τις οποίες μάλιστα προσπαθούσα και να εικονογραφήσω… Δεν πιστεύω ότι ήταν μόνον ένα ερέθισμα ή ένα μόνο γεγονός. Απλά γνωρίζω πως ήταν ανάγκη μου να γράψω ασχολούμενη με κάτι που μου ασκεί απίστευτη γοητεία..
6. Ποιον ορισμό θα δίνατε στην έννοια της λογοτεχνίας;
Η γοητεία που ασκείται και η απόλαυση που κερδίζεται αποκλειστικά με την ενεργοποίηση της φαντασίας και την ποιητική χρήση της γλώσσας.
7. Διαθέτει ταυτότητα το ελληνικό μυθιστόρημα ή επηρεάζεται απόλυτα από τις διεθνείς τάσεις;
Θεωρώ ότι πολύ λίγο επηρεάζεται το ελληνικό μυθιστόρημα από τις διεθνείς τάσεις, γιατί αν αναζητήσει κανείς δείγματα από σύγχρονα διεθνή ρεύματα στην ελληνική παραγωγή θα βρει ελάχιστα δείγματα που αντιστοιχούν στο καθένα. Πιστεύω πως οι νεοέλληνες μυθιστοριογράφοι διαμορφώνουν σταδιακά μια ταυτότητα υπό την ακτινοβολία της δικής τους «βαριάς» λογοτεχνικής κληρονομιάς, την οποία προσπαθούν να αξιοποιήσουν συσχετίζοντάς την με προκλήσεις της εποχής τους.
8. Γιατί οι Έλληνες διαβάζουν λογοτεχνία λιγότερο από τον μέσο Ευρωπαίο;
Νομίζω, επειδή η νεοελληνική κοινωνία διέρχεται-συγκριτικά με άλλες δυτικές κοινωνίες- τη νηπιακή της ηλικία σε σχέση με τα επιτεύγματα της Τεχνολογίας: για τους νεοέλληνες η οθόνη-είτε της τηλεόρασης, είτε του υπολογιστή, είτε του κινητού- και τα Μέσα Κοινωνικής Δικτύωσης συνιστούν ένα καινούριο, αστραφτερό παιγνιδάκι, το οποίο τους χαρίζει τη γοητεία μιας «μυθοπλασίας» όπου το άτομο έχει την ψευδαίσθηση ταυτόχρονα του μοναδικού δημιουργού και του κεντρικού πρωταγωνιστή.. Από την άλλη, είναι και ο τρόπος που μπαίνει η λογοτεχνία στην εκπαίδευση, ώστε να διαμορφώνει μία πραγματικά αναγνωστική παιδεία: ζητούμενο είναι ο δημιουργικός, διαθεματικός και διακαλλιτεχνικός τρόπος με τον οποίο η λογοτεχνία θα αξιοποιηθεί δημιουργικά και βιωματικά στα σχολεία μας, ώστε κυρίως να αφορά πολίτες και όχι φιλολόγους ή κριτικούς λογοτεχνίας.
9. Τι ρόλο έχει πλέον το βιβλίο, στην ψηφιακή εποχή μας;
Είναι ο πιστός και υπομονετικός φίλος, ο σύντροφος αναφοράς, το μέσο που έχει ύλη, όγκο, αφή και άρωμα: άρωμα χαρτιού και μελανιού. Μια προσωπική σχέση με υλική και χειροπιαστή υπόσταση… Μια άυλη και φαντασιακή υπόσχεση για ταξίδια της καρδιάς και του μυαλού και όχι μόνον περιηγήσεις του ματιού…
10. Ένας μήνας “καραντίνα”. Ποια είναι τα πέντε βιβλία που θα θέλατε μαζί σας;
Μίχαελ Έντε: «Ιστορία χωρίς τέλος», Ουμπέρτο Έκο: «Το όνομα του Ρόδου», Άγκαθα Κρίστι: «Η δολοφονία του Ρότζερ Ακρόυντ», Ισίδωρος Ζουργός «Λίγες και μία νύχτες», Νίκος Μάντης: «Το χιόνι του καλοκαιριού»
11. Πιστεύετε στη μοίρα ή στην τύχη;
Ούτε στη μοίρα ούτε στην τύχη.. Υπολογίζω, όμως, πολύ σοβαρά την καταλυτική ισχύ της συγκυρίας στις ζωές των ανθρώπων. Μοίρα για τον άνθρωπο είναι μόνο η μητέρα του.. Η αγκαλιά της και ο τρόπος που θα γίνει αποδεκτός σε αυτήν καθορίζει την υποδοχή του στον κόσμο και στη ζωή.