/Μικρό Διήγημα: Ο ωρολογοποιός (Τάκης Γεράρδης)

Μικρό Διήγημα: Ο ωρολογοποιός (Τάκης Γεράρδης)

Γράφει ο Τάκης Γεράρδης, συγγραφέας

Σε μια μικρή πόλη της Ελβετίας κάποτε ζούσε ένας ωρολογοποιός, ο Λεόν. Είχε μάθει την τέχνη από τον πατέρα του, που κι εκείνος την είχε διδαχθεί από τον δικό του. Τέχνη απαιτητική, στηριγμένη στην πειθαρχία και την υπομονή. Η ωρολογοποιία είναι μια ασχολία που επιδρά σημαντικά στην συνείδηση αυτού που καταγίνεται με την προσπάθεια να υλοποιήσει και να μορφοποιήσει το αόρατο.

Οι ωρολογοποιοί με την τέχνη τους επιδιώκουν να φυλακίσουν τον χρόνο ανάμεσα σε γρανάζια, μικροσκοπικές βίδες και λιλιπούτεια ελατήρια. Προσπαθούν τον άυλο, αείρροο και αθάνατο χρόνο να τον μεταμορφώσουν σε υλικό, συμβατό και θνητό. Δύσκολο και επικίνδυνο επάγγελμα γιατί χωρίς να το καταλαβαίνουν οι ωρολογοποιοί αυτή η διαδικασία τους μαγεύει, τους οδηγεί να σκέφτονται με ασυνήθιστο τρόπο. Χωρίς μάλιστα να υπολογίζουν πως έτσι διαταράσσουν μια κοσμολογική αρχή, αυτήν που ορίζει κάποια πράγματα να μην τα ψηλαφεί ο άνθρωπος, να μην τα ψαύει για να μην τα μολύνει.

Μα ο χρόνος δεν μετριέται ούτε και φυλακίζεται. Ξεγλιστρά σαν χέλι και μερικές φορές ρέει σαν άυλο φάσμα. Όταν ο Λεόν σκεφτόταν «τώρα είναι δώδεκα», η σκέψη ακυρωνόταν μεμιάς γιατί ο χρόνος είχε ήδη διαβεί από το επινοημένο όριο. Δηλαδή μια αντίστροφη εικόνα της Ζηνώνειας αντίληψης ορθωνόταν εμπρός του, έτσι που ο αγώνας της χελώνας και του Αχιλλέα να στέκει εσαεί ισόπαλος και μετέωρος, καθώς άγγιζε την έννοια μιας απείρου αλληλουχίας.

Οι ωρολογοποιοί μπορούν μόνο να προσποιηθούν πως ορίζουν τον χρόνο και τον αναπαριστούν ως στατική, άψυχη μονάδα. Όταν ο Λεόν δοκίμασε να τον αιχμαλωτίσει στα «δώδεκα και τρία δευτερόλεπτα», ο χρόνος ήταν ήδη εκεί και τον περίμενε. Δεν ωφέλησε ούτε η κατασκευή πολλών ρολογιών. Ο χρόνος διαχεόταν ταυτόχρονα σε όλα, σαν να είχε πολλαπλή υπόσταση.

Τα χρόνια περνούσαν, μα ο Λεόν δεν το αντιλαμβανόταν. Δεν είχε φορητό ρολόι, ούτε κοιτούσε εκείνο του εργαστηρίου που κρεμόταν στον τοίχο. Δεν τον ενδιέφερε άλλωστε ο συμβατικός χρόνος, αναζητούσε εκείνον που αλλάζει διαρκώς, παραμένοντας πάντα ίδιος. Έψαχνε τον χρόνο πριν και μετά από το χρόνο. Για τον Λεόν, τα ρολόγια δεν μετρούν την ουσία του χρόνου, αλλά τη σκιά του. Ούτε αγγίζουν τη μέριμνα ή την προσμονή του τέλους γιατί για τον χρόνο δεν υπάρχει τέλος.

Στοχάστηκε κάποτε την κατασκευή ενός παράδοξου τρισδιάστατου ρολογιού, όπου ο χρόνος θα απέφευγε τη γραμμική αιτιότητα. Ή κάποιου ρολογιού που θα υπήρχε εγκλωβισμένο σε έναν δικό του χρονοτόπο. Όπως και ενός χρονοφιλοσοφικού μηχανισμού που θα σημείωνε στοχασμούς αντί για ώρες, κι ενός άλλου που θα μετρούσε μάταια ή ανάποδα. Καμιά εκδοχή δεν τον ικανοποίησε. Ούτε και ρολόγια με αλλόκοτα γρανάζια, ή ρολόγια που κατέγραφαν την παύση ή την ανακύκλωση του χρόνου.

Σχεδίασε ακόμη ρολόγια που θα μετρούσαν με βάση τις αναμνήσεις, επιβραδύνοντας στη θλίψη και σπιθίζοντας στη χαρά, επιχειρώντας να υποτάξουν τα γρανάζια στη ρευστότητα της ψυχής. Όλα έδειχναν χωρίς πληρότητα, ο χρόνος είναι δίχως παύσεις και απροσδιόριστος.

Ένα φθινοπωρινό πρωινό μπήκε στο εργαστήριο, στάθηκε στο παράθυρο, κοίταξε τη λίμνη και τα χιονισμένα βουνά, παρατήρησε τους ανθρώπους που με τα ποδήλατά τους πήγαιναν στις δουλειές τους, κι ύστερα βγήκε στην αυλή. Ο ουρανός έστεκε βαρύς με μαύρα σύννεφα γεμάτα βροχή. Στα χέρια του ο Λεόν κρατούσε γρανάζια, βίδες, ελατήρια και κάποιες αλχημιστικές σημειώσεις. Σκεπτόταν πως αφού δεν μπορούσε να αποτυπώσει την πραγματικότητα θα επιχειρούσε να την μεταμορφώσει.

Με το φτυάρι άρχισε να σκάβει στο νωπό χώμα ενώ συνάμα σκεφτόταν πως οι άνθρωποι δεν λένε ποτέ τι είναι ο χρόνος, η βαρύτητα, το άπειρο. Λένε μόνο τι θα μπορούσαν να μην είναι. Τα προσδιορίζουν με αρνήσεις, με εξωτερικά γνωρίσματα, με σκιές. Μα η ουσία τους παραμένει άπιαστη, όπως η ανάσα που ξεγλιστρά πριν προλάβεις να τη νιώσεις. Φύτεψε τα υλικά παγίδευσης του χρόνου, τα σκέπασε κι έφυγε ήσυχος νιώθοντας πως η φύση με την κυοφορία της την άνοιξη ίσως απαντήσει σ’ εκείνο το πρόβλημα που ο νους του δεν μπορούσε να λύσει.

Μετά κλείδωσε το εργαστήριό του και χάθηκε στις διασταυρώσεις του Νότου, εκεί που, όπως είχε ακούσει, μπορούσες να δεις τον χρόνο να έρχεται από τα μακρινά άστρα.