/Μικρό Διήγημα: Ήμουν κι’ εγώ εκεί! (Μπακίρα)

Μικρό Διήγημα: Ήμουν κι’ εγώ εκεί! (Μπακίρα)

Γράφει ο Μπακίρα

Bro,

Δεν έχω την απαίτηση να σού λέη κάτι αυτός ο τίτλος. Είσαι πολύ μικρούλης για να τον αναγνωρίσης. Γι’ αυτό, επίτρεψε μου να σε πάρω από το χεράκι. Θέλω να ταξιδέψωμε παρέα στο δεύτερο τέταρτο της δεκαετίας τού εξήντα. Βέβαια, κι’ εγώ μικρούλης ήμουν τότε. Θα προσπαθήσω όμως να θυμηθώ, όσο καλύτερα μπορώ.

Το απορρυπαντικό ROL, το ήξερα μόνον ως σκόνη. Σε χάρτινη συσκευασία. Κάποια περίοδο, αυτή η χάρτινη συσκευασία είχε σε κάποιο σημείο κάποιο κουπόνι. Το έκοβες. Το ίδιο κι’ από στην επόμενη. Όταν μάζευες τον απαιτούμενον αριθμό κουπονιών έπαιρνες το πρώτο τεύχος της σειράς. Αντιστοίχως το δεύτερο. Και ούτω καθεξής.

Ο τίτλος της σειράς ήταν αυτό πού διάβασες στον τίτλο τού σημερινού παραμυθιού. Να σού παρουσιάσω τα πρόσωπα.

Ο πραγματικός Άλκης. Μαθητής τού εξαταξίου γυμνασίου της εποχής. Προφανές το ενδιαφέρον του για το μάθημα της ιστορίας.

Η Αθηνά Ταρσούλη. Πρόκειται για την μετέπειτα συγγραφέα. Δεν γνωρίζω, αν είχεν αρχίσει να συγγραφή από τότε. Σε κάποιο σημείο της σειράς, ο Αλκης << ευχαριστεί την δεσποινίδα Αθηνά Ταρσούλη για την βοήθεια της στην διαμόρφωση σε κείμενα όσων αυτός αφηγήθηκε>>.

Ο θείος. Ο Άλκης έχει έναν θείο χημικό. Αυτός ο θείος έχει ένα εργαστήριο. Ειδικεύεται στην χρονολόγηση αρχαιολογικών ευρημάτων. Χρησιμοποιεί μια τεχνική πού βασίζεται στον άνθρακα 14. Δεν προσπάθησα να την καταλάβω. Σούπα: ήμουν μικρούλης. Βιαζόμουν να φθάσω στην δράση. Κάποια σημεία τού κειμένου λοιπόν, τα περνούσα επί τροχάδην.

Ο φανταστικός Άλκης. Ο κεντρικός χαρακτήρας της σειράς.

Να σού πω τώρα δυό λόγια για την υπόθεση;

Όλα τα επεισόδια ξεκινούν με τον θείο και τον ανηψιό στο εργαστήριο τού θείου. Ο θείος παρουσιάζει στον ανηψιό το καινούργιο εύρημα πού τού έφεραν να χρονολογήση. ‘Ολες οι εισαγωγές κλείνουν με τον ίδιο τρόπο. Ο ανηψιός παρακαλεί τον θείο να τού δώση κάποιο τρίμα, ή κάποιο τόσο δα κομματάκι, από το εύρημα. Για την συλλογή του. Κι’ ο θείος τού το δίνει γελώντας.

Φυσικά, συλλογή δεν υπάρχει. Πρόκειται για αθώο ψέμα. Ο Άλκης έχει ανακαλύψει κάποιαν ιδιότητα τού άνθρακα 14. Και δεν θέλει ν’ αποκαλύψη την ανακάλυψη του! Τί έχει ανακαλύψει; Πως αν κοιμηθή μ’ αυτό το κομμάτι ή μ’ αυτό το τρίμα κάτω από το μαξιλάρι του:

Θα ξυπνήση στις χωροχρονικές συντεταγμένες από τις οποίες προέρχεται αυτό το κομμάτι ή τρίμα.

Έχει κάποια διορία χρόνου να ζήση σ’ αυτές τις χωροχρονικές συντεταγμένες.

Όταν τούλθη ύπνος βαρύς κι’ ασήκωτος, η διορία του έχει λήξει.

Αποκοιμάται, για να ξυπνήση στο κρεββάτι του, στις δικές του χωροχρονικές συντεταγμένες.

Με πρόφαση αυτόν τον μύθο, ο Άλκης ταξιδεύει στον χωρόχρονο. Και μας δίδει τις εντυπώσεις του από τα ταξείδια του. Και μας δίδει πληροφορίες για τις κοινωνίες τις οποίες επισκέπτεται. Μάλιστα, <<με τρόπο πολύ πιο ευχάριστο από τον τρόπο πού μας δίδουν αυτές τις πληροφορίες τα κανονικά βιβλία της ιστορίας>>. Ο Άλκης λοιπόν, μας δίδει τις εντυπώσεις του από τα ταξείδια του στην Αίγυπτο των Φαραώ, στην Μινωική Κρήτη. Πετάγεται ως το Μέξικο των Αζτέκων παρέα με τούς τυχοδιώκτες μισθοφόρους τού Κορτέζ. Ξυπνά στην πιλιορκούμενην Ορλεάνη. Πολιορκούν οι Ούννοι τού Αττίλα. Η Ορλεάνη πέφτει. Ο Άλκης, μαζύ με κάποιο άλλο παλληκάρι, βρίσκονται αιχμάλωτοι στο στρατόπεδο των Ούννων. Καταλήγουν σκλάβοι, κάποιου από τούς γυιούς τού Μεγάλου Ταντζού. Τού Αττίλα δηλαδή. Για καλή τους τύχη, πρόκειται για καλόγνωμο παλληκάρι Οπότε περνούν καλά. Όσο καλά μπορεί να περάση κανείς δηλαδή στο στρατόπεδο των Ούννων. Από αυτό το στρατόπεδο παρακολουθούν την μάχη στα Καταλαυνικά πεδία. Οπου ο Αττίλα πρώτη φορά ηττάται. Η διαταγή τού Αττίλα πριν την υποχώρηση: σφαγή στους αιχμαλώτους και στους ομήρους. Το καλόγνωμο παλληκάρι ρωτά:

Μεγάλε Ταντζού, κι’ αυτοί; Και δείχνει τον Άλκη και το άλλο παλληκάρι.

Κι’ αυτοί! Μαζύ με τούς άλλους! Όμως ύστερα απ΄ ένα λεπτό διορθώνει. Ας είναι. Εσένα δεν σού χαλάω ποτέ χατήρι. Αυτοί ας ζήσουν.

Έτσι, ο Άλκης και το άλλο παλληκάρι γλυτώνουν την ζωή τους. Σε κάποιο άλλο επεισόδιο, ο Άλκης βρίσκεται να περνά τις Άλπεις με τις στρατιές τού Αννίβα. Το ταξείδι του στο Βυζάντιο βεβαίως, ξεκινά ιδιαιτέρως επεισοδιακά…Ο Βασιλιάς είναι μακριά, στον πόλεμο εναντίον τού βασιλιά της Περσίας. Οι Άβαροι βρήκαν ευκαιρία: πολιορκούν την Βασιλεύουσα με τα μονόξυλα τους. Ο λαός έχει αναστατωθή. Ζητά να γυρίση πίσω ο βασιλιάς. Λες και προλαβαίνει δηλαδή…Ακόμα και σήμερα δεν θα προλάβαινε. Ο πατριάρχης Σέργιος προσπαθεί να κατευνάση τα πνεύματα. Και τον Άλκη τον πετυχαίνει περίπολο, την ώρα πού ξυπνά από το ταξείδι του στον χωρόχρονο. Προφανώς τον θεωρούν κατάσκοπο. Οπως θα τον θεωρούσες και σύ, όπως θα τον θεωρούσα κι’ εγώ. Τον παίρνουν για ανάκριση. Μια τρισευλογημένη σύμπτωση, και στο παρα τσακ γλυτώνει το μαστίγωμα για να ομολογήση…

Με δυό λόγια: ηρωικοί κι’ εμπνευσμένοι πρωτοπόροι, αυτού πού σήμερα θα λέγαμε <<εποπτικώς διδάσκειν>>!

Σήμερα θα επιστρατεύαμε πολλή τεχνολογία στην προσέγγιση ενός τέτοιου θέματος. Λογικά, χρήση τέτοιας τεχνολογίας τότε πρέπει να είχεν απαγορευτικό κόστος. Οι ηρωικοί αυτοί πρωτοπόροι λοιπόν, πάσχισαν με όποια και όσα μέσα διέθεταν. Κι’ όμως, τα κατάφεραν! Κι’ από τα χέρια τους βγήκε ωραία δουλειά! Έλα όμως πού, εκτός από το απαγορευτικό κόστος της τεχνολογίας, είχαν εναντίον τους και τις προκαταλήψεις της εποχής; Προκαταλήψεις πού θεωρούσαν τέτοια εγχειρήματα, ακατάλληλο παιδαγωγικό υλικό; Θυμάμαι φερ’ ειπείν, οι συγχωρεμένοι οι γονιοί μου με κυνηγούσαν όταν μ’ έκαναν τσακωτό να διαβάζω κάποιο τεύχος…Μήπως θυμάσαι τον Γιώργο Θαλάσση; Δεν εννοώ το έντυπο. Στο τραγούδι τού Λουκιανού τού Κηλαηδόνη αναφέρομαι.

Από την μια, οι ιταλοί κι οι γερμανοί, αναστατώνουν να σε βρούνε την Αθήνα. Από την άλλη, τού πατέρα μου η φωνή, νομίζω πως τον κρύβει στην κουζίνα. Εσύ,

να παίζης με τον θάνατο κρυφτό. Αυτοί, να σκίζουνε τα τεύχη τα κρυμμένα. Μη σε τρομάζει το διπλό κυνηγητό. Εσύ τούς γερμανούς κι’ αυτοί εμένα!

Κάποια εταιρεία παρήγε το απορρυπαντικό ROL τότε. Λογικά, κάποιο εταιρικό σχήμα έχει κληρονομήσει τα πνευματικά του δικαιώματα και κουβαλά την κληρονομιά μέχρι σήμερα. Να βρίσκαμε το σχήμα. Να βρίσκαμε και τον υπόλογο. Να τον στριμώχναμε και να τον ανακρίναμε. Ανάκριση, σαν κι’ αυτές πού βλέπομε σε κάποιες αστυνομικές ταινίες. Όπου κάποιος φουκαράς ανακρινόμενος κάθεται σε κάποιο άδειο τραπέζι. Με δυνατό φώς στην μούρη. Και κάποιοι ανακριτές τον βασανίζουν να ομολογήση. Ετσι να τον στριμώχναμε κι’ εμείς. Μέχρι να δεσμευθή πειστικά. Ότι θα κινήση γή και ουρανό. Μέχρι να πετύχη επανέκδοση της σειράς. Δεν είναι μόνον πού, εγωιστικά, θέλω να ξανακρατήσω στα χέρια μου την σειρά. Είναι και πού χρωστάμε ν’ αποτίσωμε φόρο τιμής στους ηρωικούς πρωτοπόρους τού εποπτικώς διδάσκειν.