Η ποιήτρια Έλσα Κορνέτη απαντά στις 10+1 Ερωτήσεις που της θέτει ο Κωνσταντίνος Μανίκας, με αφορμή την κυκλοφορία της ποιητικής συλλογής “Κρυμμένες”.
1. Κυκλοφόρησε η ποιητική σας συλλογή “Κρυμμένες” από τις εκδόσεις Μελάνι. Πώς θα την περιγράφατε συνοπτικά;
Είναι μια συλλογή από μινιατούρες. Έγραψα ποιήματα σαν μικροσκοπικές ιστορίες γυναικών, πάντα σε σχέση με αληθινά μοτίβα ζωής, που τις βαφτίζω με ονόματα πουλιών. Προέκυψαν ως προϊόντα παρατήρησης πολυάριθμων τύπων καταπίεσης και σιωπής.
2. Γιατί επιλέξατε τον συγκεκριμένο τίτλο;
Οι «Κρυμμένες» οι γυναίκες των ποιημάτων μου κρύβονται από έναν κόσμο ανελέητα άδικο, άνισο, καταπιεστικό, επιθετικό που ανά τους αιώνες δεν τους χαρίστηκε, τις περιφρόνησε, τις υποτίμησε και τις ανάγκασε να μάχονται σκληρά για προνόμια και δικαιώματα αυτονόητα.
3. Ένα σύμπαν με κεντρικό θέμα τις γυναίκες-«γυναίκες πουλιά» που πασχίζουν να επιβιώσουν. Τι σας ώθησε σε αυτό τον συμβολισμό;
Με το εύρημα των φτερών δίνω στις «γυναίκες πουλιά» τη δυνατότητα της πτήσης, τις έβγαλα από τη σκιά, τις ανύψωσα, σώζοντάς τες, ενώ παράλληλα τους έδωσα φωνή μέσα από τη δική μου ποιητική φωνή.
4. Η ποίηση μπορεί να δώσει σχήμα στη σιωπή κάποιων γυναικών;
Η ποίηση είναι η πιο αντιπροσωπευτική τέχνη για να συνδιαλλαγεί με το άρρητο, το ανείπωτο, τη σκιά των γεγονότων. Η ποίηση δίνει φωνή στο μη ειπωμένο.
5. Τι πιστεύετε ότι θα αποκομίσει ως απόσταγμα ο αναγνώστης;
Ένα κολλάζ από ιπτάμενες ιστορίες με φτερά, που επισημαίνουν την μοναδική αξία της ελευθερίας των όντων.
6. Ποιο ήταν το ερέθισμα για να ασχοληθείτε με τη συγγραφή;
Η αγάπη για την ενασχόληση με την τέχνη της γλώσσας και την εξέλιξή της, το φανταστικό και ενορατικό στοιχείο που με κατέχει, η διάθεση για τη δημιουργία νέων κόσμων, η ανάγκη καλλιτεχνικής έκφρασης για ό,τι παρατηρώ και με απασχολεί και θέλω να το εξερευνήσω.
7. Ποιον ορισμό θα δίνατε στην έννοια της λογοτεχνίας;
Η λογοτεχνία είναι η ομπρέλα και η άγκυρα της ύπαρξης. Προστατεύει και σώζει τον άνθρωπο από την εποχή του.
8. Γιατί οι Έλληνες διαβάζουν λιγότερο από τον μέσο Ευρωπαίο;
Ίσως γιατί είναι πολύ κοινωνικοί και εξωστρεφείς, προτιμούν τη ζωή έξω από το σπίτι και τις συναναστροφές με φίλους και παρέες. Είναι κατ’ εξοχήν μεσογειακός λαός, λιγότερο μελαγχολικός, περισσότερο παρορμητικός και ενθουσιώδης, μια που το εύκρατο ζεστό κλίμα επηρεάζει σημαντικά τον τρόπο ζωής του. Το διάβασμα θέλει απομόνωση και να κάνεις καλή παρέα με τον εαυτό σου.
9. Τι ρόλο έχει πλέον το βιβλίο, στην ψηφιακή εποχή μας;
Το βιβλίο στην έντυπη μορφή βάλλεται σήμερα από την λατρεία της ψηφιακής οθόνης, όμως έχω την αίσθηση ότι ακόμα και σαν καλτ, συλλεκτικό, γραφικό είδος –για τις νέες γενιές- θα επιβιώνει γιατί ασκεί πάντα μια μοιραία γοητεία στους ανθρώπους.
10. Ένας μήνας “καραντίνα”. Ποια είναι τα πέντε βιβλία που θα θέλατε μαζί σας;
Θα ήθελα μαζί μου τα αγαπημένα μου βιβλία του Ρέι Μπράντμπερι
Φαρενάιτ 451 και Ο εικονογραφημένος Άνθρωπος, Τον Ορλάντο της Βιρτζίνια Γουλφ, Τον κύριο Τεστ του Πωλ Βαλερύ και τα Εκατό Χρόνια Μοναξιάς του Γκαμπριέλ Γκαρσία Μάρκες.
11. Χρειαζόμαστε περισσότερο ρομαντισμό ή ρεαλισμό, στην εποχή μας;
Από τη στιγμή που η σχέση του σύγχρονου ανθρώπου με τον κόσμο και τον κόσμο του έγινε ακραία τεχνολογική, αναπόφευκτα έγινε η εποχή του ορθολογιστική και κυνική. Η εσωτερική ζωή του ανθρώπου στέγνωσε, κι είναι ένας λόγος που η κατάθλιψη και τα ψυχικά νοσήματα «ανθούν». Ο ρομαντισμός λοιπόν -που λείπει- βρίσκεται στον αντίποδα αυτού του κυνισμού της μεταλλικής εποχής που ζούμε. Υπάρχει μια βέβαιη ανάγκη επαναπροσδιορισμού του συναισθήματος, μια τάση για μια νέα προσέγγιση και ανανέωσή του προκειμένου να εκφράζεται και οι άνθρωποι να αλληλοεπιδρούν σαν έμβια όντα κι όχι σαν μηχανές. Ακόμα και μικρά ψήγματα ρομαντισμού στη ζωή είναι αναγκαία σαν χάδια ψυχής.