Γράφει ο Μπακίρα
Τούτο το παραμύθι, αρέσει πολύ στην Μάνα Λύκαινα. Δεν κάνει να της χαλάσω το χατήρι. Λέω να της το πώ. Bro, αφού θα της το πώ, μήπως θέλεις να τ’ ακούσης και συ;
Κάπου στην Αθήνα. Βράδυ. Μέσα σε κάποιο ταξί. Αίφνης, ο οδηγός ομιλεί απταίστως την γαλλικήν! Θες την γνώμη μου; Καί λίγα είπε! Στην θέση του δεν ξέρω, ούτε τι θάκανα, ούτε τι θάλεγα. Προφανώς αναφέρομαι σε κάποιαν άγαρμπη σφήνα κάποιου δικύκλου.
Οχι! Δεν έχω τίποτα εναντίον των ιππέων των δικύκλων. Ισα-ίσα, με γοητεύουν. Μού εκπέμπουν κάτι από την αύρα τού γελαδάρη. Καουμπόυ κοινώς. Τού γελαδάρη πού ταξιδεύει πάνω από λειβάδια χωρίς συρματοπλέγματα. Είτε βουκολεύοντας βούγια είτε μόνος του. Ομως πάντοτε παρέα με τον κολλητό κι’ αχώριστο τετράποδο σύντροφο του. Σαν τον Λούκυ Λούκ με την Ντόλυ γιά να καταλάβης. Ομως αν οι ιππείς των δικύκλων αγαπούσαν λίγο παραπάνω την ζωή τους, δεν θα με γοήτευαν μόνον. Θα τούς αγαπούσα κιόλας.
Φερ’ ειπείν, αν δεν έπαιρναν αχρείαστα ρίσκα. όταν ιππεύουν.
– Οχι κύριος, τον είδες τι έκανε;
– Πρόσεξες πού δεν φορούσε καν κράνος;
– Κράνος είπες κύριος; Τί μού θύμισες…
Καί ξετυλίγεται το κουβάρι της ιστορίας. Ναυτικός πριν ασχοληθή με ταξί. Το συγκεκριμένο μπάρκο με γκαζάδικο. Στην Τζένοβα ή στο Λιβόρνο; Δεν θυμάμαι. Πάντως στην Ιταλία.
Δεν έχω δουλέψει ποτέ γκαζάδικα. Αρα οι γνώσεις μου γι’ αυτά παραμένουν ακαδημαϊκές. Ομως καταλαβαίνω, ότι πρέπει να πέσουν δίπλα σε ντόκο όπου τηρούνται συγκεκριμένες προδιαγραφές ασφαλείας. Τέτοιοι ντόκοι, συνήθως δεν είναι στο κεντρικό σημείο τού λιμανιού. Οπότε τα παιδιά είχαν πρόβλημα. Πώς θα μετακινούνται, από κάποιον ντόκο ως την πύλη τού λιμανιού καί πίσω; Γιά να εξυπηρετούνται, είτε γιά θέματα δικά τους, είτε γιά θέματα τού καραβιού;
Αγόρασαν λοιπόν μιά βέσπα. Δεν τούς κορόιδεψαν οι ντόπιοι. Ψυλλιάστηκαν ότι η βέσπα ήταν κλεψιμέικη. Οτι τα χαρτιά της ήταν πλαστά. Ομως η τιμή τούς βόλευε καί γιά την δουλειά πού την ήθελαν έκανε..
Κάποιους μήνες αργώτερα. Σε κάποιο λιμάνι τού άλλου ημισφαιρίου. Η χριστουγεννιάτικη ατμόσφαιρα είχε ξεκινήσει. Μπορεί καί να τούς πήρε το παράπονο.
Ξανά Χριστούγεννα μακριά από το σπίτι. Μπορεί να θέλησαν να πάρουν μιά γεύση από Χριστουγεννιάτικες προετοιμασίες. Άλλο ένα παλληκάρι κι’ ο ίδιος πέρασαν την πύλη τού λιμανιού με την βέσπα καί τράβηξαν κατά την πόλη.
Στον δρόμο τούς σταμάτησε τροχονομικός έλεγχος. Δεν τούς ζήτησε διπλώματα, άδεια κυκλοφορίας, ασφάλεια, κάποιο άλλο χαρτί. Τούς έκανε μόνον παρατήρηση, γιατί δεν φορούσαν κράνη. Κλαύτηκαν.
– Δεν πειράζει παιδιά. Αν υπάρχη καλή θέληση, όλα διορθώνονται. Στην πολη, θα συναντήσετε στον δρόμο σας την τάδε πλατεία. Στην μιά πλευρά της, θα βρείτε αυτό το πολυκατάστημα.
Στον τάδε όροφο θα βρείτε κράνη. Γιά όλα τα γούστα καί γιά όλα τα βαλάντια. Δεν υπάρχει λόγος να ξοδευθείτε. Προτιμήστε οικονομική λύση, σύμφωνα με το πορτοφόλι σας. Ομως γιά να γυρίσετε στο λιμάνι, από εδώ θα περάσετε. Από την άλλη λωρίδα κυκλοφορίας βέβαια. Αλλά εγώ δεν θάχω τελειώσει ακόμα την βάρδια μου. Θέλω να σας δω, να γυρνάτε φορώντας κράνη.
Ευχαρίστησαν, έφυγαν. Γιά μιά στιγμή, σκέφθηκαν να το παίξουν ρωμαίικη κουτοπονηριά. Ευτυχώς, πρυτάνευσε η σύνεση. Γυρνώντας, στο αντίστοιχο σημείο αλλά από την άλλη λωρίδα κυκλοφορίας, νοιώθουν πάνω τους τον φάρο τού περιπολικού.
– Τον μπάσταρδο! Τώρα θυμήθηκε τον τροχονομικό έλεγχο. Καί νομίζαμε πως φθηνά την γλυτώσαμε.
Ομως δεν ήταν αυτό. Ο μπάτσος αναβόσβηνε πάνω τους τον φάρο τού περιπολικού.
Ηθελε έτσι να τούς δείξη, ότι είναι ευχαριστημένος πού τούς είδε να γυρνάνε φορώντας κράνη.
Κάπως έτσι τελείωσε η αφήγηση:
– Οχι κύριος, πες μου: τέτοια πατρίδα, είναι δυνατόν να μην προκόψη;
Τον Νότη τον έχασα. Χρειάσθηκε να μετακομίση λόγω ενοικιοστασίου καί δεν κατάφερε να μού στείλη τις καινούργιες του συντεταγμένες. Είχε μιά καφετέρια σε απόσταση περιπάτου από το σπίτι μου. Συχνά απολάμβανα έναν καφέ όρθιος στον πάγκο κουβεντιάζοντας μαζί του. Κάποτε τού διηγήθηκα αυτήν την ιστορία. Ρώτησε:
– Καί πού έγινεν αυτό;
– Στην Αυστραλία.
– Το φαντάσθηκα. Πως σε κάποιο τέτοιο μέρος θάχη γίνει. Μα γιά στάσου. Ακυρο! Εχει γίνει
καί σε μας! Κάτι αντίστοιχο!
– Νότη, με δουλεύεις;
– Κάθε άλλο!
Καί τώρα, ξετυλίγει ο Νότης το κουβάρι της ιστορίας.
Μ’ έναν κολλητό. Προχωρημένες μικρές ώρες, κάποιας Κυριακής. Γύριζαν από διασκέδαση..
Προφανώς, δεν είχαν πιεί δροσερό τσαγάκι. Αν είχαν πιεί δροσερό τσαγάκι, δεν θάψαχναν πώς μπαίνει το κλειδί στην κλειδαρότρυπα της πόρτας τού αυτοκινήτου; Αλλωστε, θάχαν αντιληφθεί το περιπολικό πού ανέβαινε. Το περιπολικό σταμάτησε. Βγήκαν δυό λεβέντες.
– Παιδιά, αυτό πού πάτε να κάνετε, μην το κάνετε. Γιατί τότε, θα πρέπει να σας κάνωμεν alco test. Τέτοια ώρα, τέτοια πράγματα, δεν κάνει.
Κοιτάξτε. Αν κατεβήτε αυτόν τον δρόμο, στα τρία ή τέσσερα τετράγωνα θα βρείτε μιά καντίνα. Είναι ανοικτή. Από εκεί πήραμε καφέ πριν ξεκινήσωμε την βάρδια μας. Περπατήστε ως εκεί. Θα σας κάνη καλό.
Πιείτε καφέ να καθαρίση το κεφάλι σας. Φάτε κάτι να στρώση το στομάχι σας. Εμείς θα περιμένωμεν εδώ, μη τυχόν χτρειασθήτε κάτι.
Δεν περίμεναν. Ούτε καί χρειαζόταν. Είχαν προλάβει το χειρότερο. Δυό Ρωμηόπουλα. Δυό λεβέντες. Δυό μπάτσοι.
Στην Mάνα Λύκαινα αρέσει πολύ η ανατροπή με την οποία κλείνει αυτή η ιστορία. Εσύ Bro τι λες;