Η συγγραφέας Έλενα Πιπερίδου απαντά στις 10+1 Ερωτήσεις που της θέτει ο Κωνσταντίνος Μανίκας, με αφορμή την κυκλοφορία του νέου της μυθιστορήματος “Το λάθος παιδί”.
1.Κυκλοφόρησε το νέο σας μυθιστόρημα “Το λάθος παιδί” από τις εκδόσεις Πνοή. Πώς θα το περιγράφατε συνοπτικά και γιατί επιλέξατε τον συγκεκριμένο τίτλο;
Πρόκειται για αστυνομικό μυθιστόρημα και ψυχολογικό θρίλερ μαζί. Αυτό σημαίνει πως θα συναντήσουμε πολλή αγωνία, μυστήριο και ατελείωτες ανατροπές με κορυφαία αυτή του τέλους. Πίσω όμως από την ασταμάτητη πλοκή σκιαγραφείται και ένα κοινωνικό σχόλιο το οποίο παλεύει να προβληματίσει τον αναγνώστη αναφορικά με την ανθρώπινη τάση να υποδυόμαστε χαρακτήρες στην ζωή μας προκειμένου να πετύχουμε τις επιδιώξεις μας. Ο τίτλος αναφέρεται σε αυτό ακριβώς αλλά όποιο περαιτέρω στοιχείο δώσω σχετικά θα αποκαλύψει αυτόματα μέρος του βιβλίου.
2. Μιλήστε μας για τους βασικούς ήρωες σας. Ποιοι είναι οι στόχοι και τα κίνητρά τους;
Με εξαίρεση τον επιθεωρητή Ράμμο, τον ερευνητή της υπόθεσης των εγκλημάτων που διαπράττονται, όλοι οι υπόλοιποι ήρωες διακατέχονται από αισθήματα μίσους, εκδίκησης και ανταπόδοσης. Όλοι τους κρέμονται από τα ψέματα τους αλλά και από την ευελιξία με την οποία ξεγλιστρούν κάθε φορά. Ο επιθεωρητής καλείται ν’ αναγνωρίσει ποιος λέει αλήθεια και ποιος όχι σαν ένας άλλος ανιχνευτής ψεύδους. Η υπόθεση περιπλέκεται όταν μια υπόσχεση από το παρελθόν οφείλει να εκπληρωθεί γεγονός που δυσχεραίνει ακόμη περισσότερο την αναγνώριση των αληθινών υπαίτιων. Είναι όλοι τους μάλλον ερασιτέχνες ηθοποιοί αλλά με ταλέντο.
3. Σε μια τόσο υλιστική εποχή, η περιουσία και τα χρήματα παραμένουν το κυρίαρχο εγκληματικό κίνητρο, ειδικά ενδοοικογενειακά;
Ασυνείδητα ναι. Οι δεσμοί αίματος είναι δυνατόν να καταλυθούν για το χρήμα και δεν αποκλείεται το έγκλημα. Και λέω ασυνείδητα γιατί πιθανόν τα προσχήματα να είναι διαφορετικά ωστόσο ο θεός-χρήμα κινεί ενδόμυχα όλες μας τις παρορμήσεις και τις συμπεριφορές. Το χρήμα είναι ο άξονας βάδισης μας και η έλλειψη του ή η ανάγκη του πυροδοτεί απεχθείς, εκτός ανθρώπινης ηθικής, πράξεις.
4. Τι πιστεύετε ότι θα αποκομίσει ως απόσταγμα ο αναγνώστης;
Έναν προβληματισμό για το κατά πόσο συνετό είναι τελικά να υποδυόμαστε κάποιον που είτε θαυμάζουμε ως είδωλο είτε θέλουμε να του μοιάσουμε πριν εξετάσουμε εάν έχουμε μέσα μας τα στοιχεία αυτά που θα μας φέρουν κοντά στον στόχο μας ή εάν έστω τα έχουμε πρώτα καλλιεργήσει. Για εμένα είναι λίγο ανησυχητική αυτή η τάση μίμησης του lifestyle ειδώλων στα social media όταν δεν γνωρίζουμε από πριν μέχρι που μπορούμε να φτάσουμε εμείς και αν τελικά μας ταιριάζει κάτι αντίστοιχο.
5. Ποιο ήταν το ερέθισμα για να ασχοληθείτε με τη συγγραφή;
Ξεκάθαρο για εμένα. Η συνειδητοποίηση πως είμαι αδύναμη στον προφορικό λόγο αλλά ξεδιπλώνομαι εύκολα στον γραπτό. Η ελευθερία της λευκής κόλλας ή μάλλον οθόνης στην εποχή μας.
6. Ποιον ορισμό θα δίνατε στην έννοια της λογοτεχνίας;
Δύσκολη ερώτηση γιατί η λογοτεχνία δεν είναι ένα μόνο κάτι αλλά πολλά μαζί. Είναι η εσωτερική αλήθεια και η μεταλαμπάδευση αυτής σε κάποιον άλλο άνθρωπο. Ένα είδος σαΐτας. Είναι μια μορφή επικοινωνίας και συνδιαλλαγής. Είναι ένας καθρέφτης της ψυχής που την απογυμνώνει και την προσφέρει με λέξεις και εκφράσεις στον κάθε παραλήπτη. Ίσως τελικά να είναι το ακατάπαυστο μουρμουρητό στο μυαλό του συγγραφέα.
7. Διαθέτει ταυτότητα το ελληνικό αστυνομικό μυθιστόρημα ή επηρεάζεται απόλυτα από τις διεθνείς τάσεις;
Ναι, επηρεάζεται γιατί η πληροφόρηση διαχέεται πιο εύκολα πλέον αλλά και γιατί πολλά θέματα που διαπραγματεύεται είναι οικουμενικά, όπως το χρήμα για παράδειγμα που αναφερθήκαμε, ή η ζήλια, ή ο έρωτας. Ωστόσο το ελληνικό αστυνομικό έχει μια μυρωδιά, μια ατμόσφαιρα που δύσκολα αντιγράφεται. Το σκανδιναβικό αστυνομικό για παράδειγμα νομίζω έχει από μόνο του πολλές προϋποθέσεις επιτυχίας. Τι καλύτερο σκηνικό από ένα βαρύ χιόνι που έχει θάψει το πτώμα ή και ο πάγος που το έχει διατηρήσει; Οικογένειες χωρίς δεσμούς ή ατελείωτα, πυκνά και σκοτεινά δάση; Ωστόσο το έγκλημα για παράδειγμα στην ερημική παραλία ενός ελληνικού νησιού είναι μοναδικό. Επομένως επηρεάζεται ως προς την πλοκή και ίσως μαθαίνει από τις τεχνικές των ξενόγλωσσων αστυνομικών αλλά χτίζει σιγά σιγά μία δική του ταυτότητα.
8. Γιατί οι Έλληνες διαβάζουν λογοτεχνία λιγότερο από τον μέσο Ευρωπαίο;
Γιατί δεν μεγαλώσαμε με βιβλία και από τα βιβλία. Νομίζω επίσης πως επηρεαζόμαστε και από την γεωγραφική μας θέση και το κλίμα μας. Στον ελεύθερο χρόνο μας θα προτιμήσουμε να βγούμε στον ήλιο, στην φύση σε αντίθεση με τον Δανό που θα διαβάσει μέσα στο σπίτι. Ωστόσο βέβαια αυτό αποτελεί μία ασυνείδητη δικαιολογία καθώς οι Δανοί στις ηλιόλουστες μέρες θα συνδυάσουν ήλιο και βιβλίο αλλά δυστυχώς εμείς δεν γαλουχηθήκαμε έτσι. Ένας άλλος λόγος είναι πως ποτέ δεν έχουμε διδαχθεί την αξία της ανάγνωσης ως ανατροφοδότηση και καλλιέργεια της σκέψης. Δεν μίλησε κανείς στα παιδιά για αυτό γιατί και εμείς οι ενήλικες τώρα το μαθαίνουμε σιγά σιγά και με σημαντική καθυστέρηση.
9. Τι ρόλο έχει πλέον το βιβλίο, στην ψηφιακή εποχή μας;
Πιστεύω στην ανθρώπινη φύση. Αν την βομβαρδίσεις στην κυριολεξία με ψηφιακή πληροφορία φτάνει στο σημείο που κατεβάζει στόρια και στρέφεται στην απλότητα. Νομίζω πως το βιβλίο διατηρεί την θέση του και μάλιστα είμαι και αισιόδοξη πως κερδίζει ολοένα έδαφος.
10. Ένας μήνας “καραντίνα”. Ποια είναι τα πέντε βιβλία που θα θέλατε μαζί σας;
Η Παναγιά της θάλασσας του Φαλκόνες για την ελπίδα, το Εξαίσιο πτώμα της Μπαστερρίκα για την απουσία της ελπίδας, τα Χρονικά της Νάρνια του Λιούις για το όνειρο, κάποιο του Σιμενόν και την Μαύρη γραμμή του Γκρανζέ.
11. Πιστεύετε στη μοίρα ή στην τύχη;
Σε κανένα από τα δύο. Πιστεύω στον εγκέφαλο και στην καρδιά.