Η συγγραφέας Δήμητρα Ιωάννου απαντά στις ερωτήσεις που της θέτουν ο Κωνσταντίνος Μανίκας και η Νεκταρία Βαρσαμή – Πουλτσίδη , με αφορμή την κυκλοφορία του μυθιστορήματος “Η Ανεπιθύμητη Ανιψιά”.
1. Κυκλοφόρησε το νέο σας μυθιστόρημα “Η Ανεπιθύμητη Ανιψιά” από τις εκδόσεις Ψυχογιός. Πώς θα το περιγράφατε συνοπτικά και γιατί επιλέξατε τον συγκεκριμένο τίτλο;
Σε πολύ νεαρή ηλικία η Στέλλα Καλλέργη χάνει τους γονείς της σε ένα μυστηριώδες τροχαίο δυστύχημα και μεγαλώνει στο σπίτι του θείου της, του Δημάρχου Βρασίδα Δόση και της συζύγου του. Πρόκειται για ένα περιβάλλον όπου της προσφέρονται τα βασικά αλλά λείπει παντελώς η στοργή και η αποδοχή, καθώς η ψυχρή θεία της και η ανταγωνιστική ξαδέρφη της την κάνουν να αισθάνεται ξένη και ανεπιθύμητη. Όμως όλα αλλάζουν όταν γνωρίζει τον Σίμο Σαράντη, έναν νέο δημοσιογράφο που κουβαλά κι εκείνος το δικό του φορτίο. Μαζί ξεκινούν μια έρευνα που θα τους οδηγήσει στην αποκάλυψη της αλήθειας πίσω από το δυστύχημα που στοίχισε τη ζωή των γονιών της Στέλλας, αλλά και στην ανακάλυψη βαθιά θαμμένων μυστικών που αγγίζουν τους πιο επιφανείς πολίτες της μικρής κοινωνίας. Ένα ταξίδι γεμάτο ανατροπές, που φέρνει στο φως ύπουλα ψέματα, τα οποία φορούν το προσωπείο της αξιοπρέπειας και της κοινωνικής υποκρισίας.
2. Μιλήστε μας για τους βασικούς ήρωες σας. Ποιοι είναι οι στόχοι και τα κίνητρά τους;
Οι ήρωές μου είναι άνθρωποι πληγωμένοι, αλλά βαθιά ανθρώπινοι κι αυτό είναι που τους κάνει, νομίζω, οικείους στον αναγνώστη. Η Στέλλα είναι μια νεαρή γυναίκα που δεν ψάχνει μόνο την αλήθεια γύρω από τον θάνατο των γονιών της αλλά μαζί και τον ίδιο της τον εαυτό. Μέσα από αυτή τη διαδρομή συνειδητοποιεί την προσωπική της αξία, αποσυνδέεται από την απόρριψη που έχει εισπράξει από την οικογένεια Δόση και από θύμα γίνεται ηρωίδα της ζωής της. Ο Σίμος αποφασίζει να αφήσει πίσω του το παρελθόν που τον καταδιώκει, να εμπιστευτεί ξανά και να αφεθεί να αγαπήσει βαθιά χωρίς φόβο. Στον αντίποδα η οικογένεια Δόση είναι παγιδευμένη σε ένα κάλπικο σύστημα αξιών. Ζει για την επιφάνεια, το κοινωνικό στάτους και την οικονομική επιτυχία, θυσιάζοντας την αλήθεια στον βωμό της εικόνας. Βέβαια εκτός από αυτούς αρκετοί άλλοι ήρωες με τις προθέσεις και τις πράξεις τους συμπληρώνουν το μωσαϊκό αυτής της ιστορίας, δημιουργώντας έτσι ένα ζωντανό πορτρέτο μιας δραστήριας επαρχιακής πόλης της δεκαετίας του ’70.
3. Υπάρχει στο βιβλίο το στοιχείο του έρωτα;
Φυσικά και μάλιστα σε πολλές και διαφορετικές μορφές. Η γνωριμία του Σίμου και της Στέλλας αναπτύσσεται σε έναν δρόμο δύσβατο, όμως παρά τις αντιξοότητες φέρνει έναν έρωτα γεμάτο βάθος και ένταση. Επιπλέον η ιστορία περιλαμβάνει την πικρή απογοήτευση μιας γυναίκας που δεν αγαπήθηκε ποτέ, τον λυσσαλέο θυμό μιας άλλης που καταλαβαίνει πως χάνει το αντικείμενο του πόθου της, αλλά και έναν άντρα γεμάτο πάθος για μια γυναίκα που έχει δώσει την καρδιά της αλλού. Όλες αυτές οι περιπτώσεις δημιουργούν ίντριγκες και ενισχύουν την πλοκή της ιστορίας, αποδεικνύοντας παράλληλα την πολυπλοκότητα και τις αντιφάσεις της ανθρώπινης ψυχής.
4. Τι πιστεύετε ότι θα αποκομίσει ως απόσταγμα ο αναγνώστης;
Η Στέλλα Καλλέργη λειτουργεί ως σύμβολο εκείνων των ανθρώπων που βίωσαν την απόρριψη ή την αίσθηση ότι είναι ανεπιθύμητοι ιδιαίτερα από το πιο στενό τους περιβάλλον. Είναι το παιδί που μεγάλωσε χωρίς στοργή, χωρίς ενθάρρυνση, χωρίς αληθινή αποδοχή. Μέσα από τη δική της διαδρομή ο αναγνώστης θα αγγίξει βαθύτερα ζητήματα αυτοεκτίμησης, προσωπικής αξίας και εξέλιξης, όλα εκείνα τα στοιχεία που χτίζονται δύσκολα όταν λείπει η αγάπη, αλλά μπορούν να κατακτηθούν όταν κάποιος αποφασίσει να αντικρίσει κατάματα τις καταστάσεις και δουλέψει με τον εαυτό του. Η Στέλλα ορθώνει το ανάστημά της και ζητά να αποκατασταθεί η αλήθεια. Έτσι μέσα από αυτή την πορεία γίνεται σύμβολο δύναμης για κάθε άνθρωπο που κάποτε ένιωσε “λίγος”, αλλά κάποια στιγμή συνειδητοποίησε πως η αξία του δεν καθορίζεται από την απορριπτική στάση των άλλων.
5. Ποιο ήταν το ερέθισμα για να ασχοληθείτε με τη συγγραφή;
Ήταν μια δύσκολη περίοδος στη ζωή μου που με πίεζε και με δοκίμαζε βαθιά. Αναζητώντας μια ανάσα, μια διέξοδο, άρχισα να φτιάχνω έναν δικό μου κόσμο όπου θα μπορούσα να χαλαρώσω, να σταθώ και να ξαναβρώ το φως. Έτσι γεννήθηκε το πρώτο μου μυθιστόρημα, «Κασσάνδρα, το μυστικό της μάγισσας», που εκδόθηκε το 2013 από τις Εκδόσεις Ψυχογιός.
Από τότε ξεκίνησαν όλα. Όπως λέω συχνά, θεωρώ εκείνη την προσωπική μου δυσκολία ως ένα πολύ όμορφο δώρο, κρυμμένο μέσα σε ένα πολύ άσχημο περιτύλιγμα. Γιατί μου χάρισε αυτό που δεν είχα συνειδητοποιήσει ότι είχα μέσα μου: τη συγγραφική μου φωνή που έκτοτε έγινε η πυξίδα μου.
6. Ποιον ορισμό θα δίνατε στην έννοια της λογοτεχνίας;
Λογοτεχνία για μένα είναι ο τρόπος με τον οποίο η ανθρώπινη ψυχή αποκτά φωνή. Είναι η τέχνη του να ενώνεις λέξεις για να θεραπεύσεις σιωπές. Με τη λογοτεχνία ο πόνος γίνεται αφήγηση, η ελπίδα εικόνα, η αγάπη μνήμη και η απώλεια σοφία. Είναι ο τρόπος να μοιραστούμε το ανθρώπινο φορτίο, αγγίζοντας τους άλλους. Να υπενθυμίζουμε ο ένας στον άλλο πως, όσο κι αν αλλάζουν οι συνθήκες, η καρδιά του ανθρώπου εξακολουθεί να διψά για ιστορίες. Για κατανόηση. Για επαφή. Και για αυτό, η λογοτεχνία δεν είναι απλώς τέχνη. Είναι πράξη αγάπης.
7. Διαθέτει ταυτότητα το ελληνικό μυθιστόρημα ή επηρεάζεται απόλυτα από τις διεθνείς τάσεις;
Νομίζω πως στην ψηφιακή εποχή μας οι λογοτεχνίες των λαών επικοινωνούν, αλληλεπιδρούν, επηρεάζονται αμοιβαία και αυτό είναι δημιουργικά γόνιμο. Το ελληνικό μυθιστόρημα λοιπόν σαφώς και επηρεάζεται από τις διεθνείς τάσεις, όμως δεν χάνει την ταυτότητά του. Ο συγγραφέας που σέβεται τη γλώσσα και τον τόπο του ξέρει να διαλέγει εκείνα τα στοιχεία που κουμπώνουν με τη δική μας ψυχοσύνθεση, με το ελληνικό τοπίο, το ηθικό και συναισθηματικό μας υπόβαθρο, με τη δική μας λογοτεχνική παράδοση. Σήμερα πολλοί Έλληνες λογοτέχνες διαθέτουν μια απολύτως αναγνωρίσιμη προσωπική φωνή που συνομιλεί με τον κόσμο χωρίς να χάνει τις ρίζες της. Και αυτή η ισορροπία είναι που χαρίζει στο ελληνικό μυθιστόρημα την ταυτότητά του: Παρά τις παγκόσμιες πλέον επιρροές να παραμένει βαθιά ελληνικό στην ψυχή.
8. Γιατί οι Έλληνες διαβάζουν λογοτεχνία λιγότερο από τον μέσο Ευρωπαίο;
Κακά τα ψέματα, ζούμε σε μια χώρα όπου ο ήλιος λάμπει τις περισσότερες μέρες του χρόνου, όπου η θάλασσα είναι πάντα κοντά και η ζωή παραδοσιακά εκτυλίσσεται έξω από το σπίτι. Η σχέση των Ελλήνων με τη λογοτεχνία επηρεάζεται από το φως και τον τρόπο ζωής τους. Η ελληνική κουλτούρα είναι ζωντανή και εξωστρεφής. Δεν είναι πως δεν αγαπάμε το βιβλίο, το αντίθετο. Αλλά δεν έχουμε μεγαλώσει σε περιβάλλοντα που ενθαρρύνουν τη σιωπή που απαιτεί η ανάγνωση. Δεν είμαστε λαός που κάθεται μέσα παρέα με μια κούπα τσάι, λόγω του κρύου και της μελαγχολίας ενός πιο μουντού καιρού. Όμως ιδίως τα τελευταία χρόνια, όλο και περισσότεροι Έλληνες στρέφονται στη λογοτεχνία όχι μόνο ως απόδραση, αλλά και ως εργαλείο ψυχαγωγίας και αυτογνωσίας. Και αυτό είναι συγκινητικό. Γιατί, ακόμη κι αν δεν έχουμε το κλίμα που να ενθαρρύνει την ανάγνωση, εντούτοις έχουμε την ψυχή που ξέρει να νιώθει βαθιά. Και αυτή αργά ή γρήγορα βρίσκει τον δρόμο της μέσα από τις σελίδες ενός βιβλίου.
9. Τι ρόλο έχει πλέον το βιβλίο, στην ψηφιακή εποχή μας;
Παρά τον καταιγισμό εικόνας και των social media το βιβλίο συνεχίζει να κάνει αισθητή την παρουσία του. Και οι άνθρωποι συνεχίζουν να αναζητούν κάτι που δεν προσφέρει καμία οθόνη: το βάθος, τη σιωπή, την αληθινή επαφή. Το ελληνικό αναγνωστικό κοινό, όσο κι αν προσαρμόζεται στις νέες συνήθειες, διατηρεί έναν ζωντανό εξελισσόμενο διάλογο με το βιβλίο. Για πολλούς το διάβασμα παραμένει καταφύγιο και ανάσα. Ένας τρόπος να αποφορτιστούν, να στοχαστούν και να επιστρέψουν στην καθημερινότητα πιο δυνατοί. Όσο κι αν αλλάζει ο κόσμος, το βιβλίο μας ξεκουράζει, μας ψυχαγωγεί, μειώνει το άγχος μας και συχνά μέσω της μυθοπλασίας μας λέει τις μεγαλύτερες αλήθειες. Και αυτό είναι κάτι που καμία τεχνολογία δεν μπορεί να αντικαταστήσει.
10. Ένας μήνας “καραντίνα”. Ποια είναι τα πέντε βιβλία που θα θέλατε μαζί σας;
Η Σχολή των Θεών – Stefano Elio D’Anna
Σιντάρτα – Hermann Hesse
Η Δύναμη του Τώρα – Eckhart Tolle
Ο Ιππότης με τη Σκουριασμένη Πανοπλία – Robert Fisher
Το Ξύπνημα της Τίγρης – Peter Levine.
11. Πιστεύετε στη μοίρα ή στην τύχη;
Πιστεύω ότι κάποια πράγματα στη ζωή μας είναι πράγματι “γραμμένα”, σαν να υπάρχουν ήδη σε έναν χάρτη που δεν έχουμε ακόμη ξεδιπλώσει. Όμως δεν πιστεύω στη μοίρα ως κάτι στατικό και αναπόφευκτο. Πιστεύω στη δυναμική της ζωής, στη ροή των πραγμάτων, και στο πώς εμείς με τις πράξεις μας, τις σκέψεις μας και τις προθέσεις μας, μπορούμε να συντονιστούμε με τον παράγοντα που κάποιοι αποκαλούν “τύχη”. Όταν προσπαθείς πολύ, όταν επιμένεις με καθαρή καρδιά, τότε οι δονήσεις σου συντονίζονται με εκείνες της θετικής αλλαγής. Και τότε, ναι, μοιάζει σαν το σύμπαν να “συνωμοτεί” υπέρ σου αλλά ίσως απλώς εσύ να έχεις πράξει τα δέοντα και να έχεις κάνει τα απαραίτητα για να λάβεις τις ευλογίες του.