Ο συγγραφέας Αντώνης Τουμανίδης απαντά στις 10+1 Ερωτήσεις που του θέτει ο Κωνσταντίνος Μανίκας, με αφορμή την κυκλοφορία του μυθιστορήματος “Άντερσεν”.
1. Κυκλοφόρησε το νέο σας μυθιστόρημα “Άντερσεν” από τις εκδόσεις Ελληνικά Γράμματα. Πώς θα το περιγράφατε συνοπτικά;
Ο «Άντερσεν» δεν είναι απλώς ένα αστυνομικό μυθιστόρημα. Είναι ένα παραμύθι, μεταμορφωμένο σε αστυνομική ιστορία, που εισάγει ποικίλα στοιχεία τρόμου. Ο παραμυθάς των παραμυθάδων δεν είναι, απλώς, μια αναφορά που θα αναγνωρίσει ο αναγνώστης και θα προσπεράσει. Βρίσκεται στον πυρήνα της ιστορίας. Τα παραμύθια του γίνονται ο χάρτης πάνω στον οποίο κινείται ο δολοφόνος, η γλώσσα μέσα από την οποία επικοινωνεί και ταυτόχρονα το κλειδί που θα μπορούσε, ίσως, να οδηγήσει στη σύλληψή του.
2. Γιατί επιλέξατε τον συγκεκριμένο τίτλο;
Ήθελα να αποτίσω έναν φόρο τιμής, με τον δικό μου ξεχωριστό τρόπο, στον παραμυθά των παραμυθάδων, στον Χανς Κρίστιαν Άντερσεν. Ήθελα να ξαναγνωρίσει το κοινό τα παραμύθια του στην αρχική τους πρωτόλεια μορφή και ταυτόχρονα να τα συνδυάσω με το μυστήριο και την ένταση της αστυνομικής λογοτεχνίας – με τον τρόμο πάντα να ελλοχεύει. Ο Άντερσεν δεν έγραφε «αθώες» ιστορίες. Στα παραμύθια του υπάρχει μοναξιά, απώλεια, θυσία, φόβος και συχνά μια βαθιά υπαρξιακή μελαγχολία. Αυτή ακριβώς η πλευρά του με συγκίνησε και με γοήτευσε δημιουργικά. Ήθελα, κατά κάποιον τρόπο, να συνομιλήσω μαζί του.
3. Ποιοι είναι οι στόχοι και τα κίνητρα των βασικών ηρώων;
Ο ντετέκτιβ Νουρ και η υπεραναλυτική συνεργάτιδά του, η Άνια, η οποία κατά κάποιον τρόπο αποτελεί το δικό μου νοητικό «alter ego», ξεκινούν από τη Δανία ένα αγωνιώδες κυνηγητό που τους οδηγεί στο παρελθόν, στο παρόν και στο μέλλον. Στόχος τους δεν είναι μόνο να εντοπίσουν έναν δολοφόνο αλλά να κατανοήσουν τη λογική πίσω από εγκλήματα που μοιάζουν να υπακούν σε έναν σκοτεινό συμβολισμό. Ο Νουρ λειτουργεί περισσότερο με το ένστικτο, την εμπειρία και την επιμονή του να αποδώσει δικαιοσύνη. Η Άνια, αντίθετα, προσεγγίζει τα πάντα μέσα από την ανάλυση, τη λογική και την παρατήρηση της παραμικρής λεπτομέρειας. Οι δύο τους συμπληρώνουν ο ένας τον άλλον δημιουργώντας μια δυναμική που συχνά δοκιμάζεται όσο η έρευνα προχωρά. Καθώς τα στοιχεία συσσωρεύονται, αντιλαμβάνονται ότι δεν κυνηγούν απλώς έναν δολοφόνο αλλά μια ιδέα που έχει τις ρίζες της στα παραμύθια του Χανς Κρίστιαν Άντερσεν. Ο θρύλος, η φρίκη και η πραγματικότητα μπλέκονται επικίνδυνα, οδηγώντας τους σε αποκαλύψεις που αμφισβητούν όσα θεωρούσαν βέβαια μέχρι το αναπάντεχο φινάλε.
4. Υπάρχει ταυτότητα στο ελληνικό αστυνομικό μυθιστόρημα;
Θα σας ταξιδέψω λίγο στο παρελθόν και στον σπουδαίο Γιάννη Μαρή, τον άνθρωπο που καθιέρωσε την αστυνομική λογοτεχνία στην Ελλάδα και της χάρισε τη δική της ξεχωριστή ταυτότητα. Επομένως, η απάντηση είναι ναι: το ελληνικό αστυνομικό μυθιστόρημα διαθέτει ταυτότητα. Και σήμερα, πολλοί αξιόλογοι συγγραφείς συνεχίζουν να την εξελίσσουν και να τη διατηρούν ζωντανή.
5. Τι πιστεύετε ότι θα αποκομίσει ως απόσταγμα ο αναγνώστης;
Θα ήθελα να αποκομίσει τη «γνώση» πως τα παραμύθια δεν ήταν ποτέ τόσο αθώα όσο μάθαμε να πιστεύουμε. Πως μέσα στο σκοτάδι, στον φόβο και στον τρόμο κρύβονται συχνά βαθιές αλήθειες για τον άνθρωπο. Και ίσως, κλείνοντας το βιβλίο, ο αναγνώστης να κοιτάξει διαφορετικά όχι μόνο τα παραμύθια αλλά και τον ίδιο του τον εαυτό.
6. Ποιο ήταν το ερέθισμα για να ασχοληθείτε με τη συγγραφή;
Από παιδί θυμάμαι τον εαυτό μου να ζει μέσα στις ιστορίες. Διάβαζα μανιωδώς και πολύ γρήγορα κατάλαβα πως δεν μου αρκεί να είμαι μόνο αναγνώστης. Ήθελα να δημιουργήσω τους δικούς μου κόσμους. Η συγγραφή ήταν, σχεδόν εξαρχής, ένας τρόπος να δώσω μορφή στους φόβους, στις αγωνίες και στις σκοτεινές πλευρές της ανθρώπινης ύπαρξης που πάντοτε με γοήτευαν.
7. Ποιον ορισμό θα δίνατε στην έννοια της λογοτεχνίας;
Αρχικά θα πρέπει να ξεκαθαρίσουμε πως όλοι είμαστε εν δυνάμει συγγραφείς αλλά οι λογοτέχνες είναι ελάχιστοι. Το να γράφει κανείς μια ιστορία δεν αρκεί για να δημιουργήσει λογοτεχνία. Προσωπικά πιστεύω πως η λογοτεχνία καταφέρνει να επιβιώνει στο πέρασμα του χρόνου. Μιλάμε για έργα που μπορούν να διαβαστούν σήμερα, ύστερα από πενήντα ή ακόμη και εκατό χρόνια, και να εξακολουθούν να συγκινούν, να προβληματίζουν, να ψυχαγωγούν και να συνομιλούν με τον αναγνώστη.
8. Γιατί οι Έλληνες διαβάζουν λιγότερο από τον μέσο Ευρωπαίο;
Δεν πιστεύω ότι υπάρχει μια μόνο απάντηση σε αυτό το ερώτημα. Είναι ένας συνδυασμός παραγόντων. Στην Ελλάδα δεν έχει καλλιεργηθεί διαχρονικά η φιλαναγνωσία όσο σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες ενώ συχνά το βιβλίο αντιμετωπίζεται περισσότερο ως σχολική υποχρέωση παρά ως πηγή ψυχαγωγίας ή ουσιαστικής μόρφωσης (ουχί εκπαίδευσης). Ταυτόχρονα, ζούμε σε μια εποχή όπου η καθημερινότητα γίνεται ολοένα και πιο απαιτητική και ο ελεύθερος χρόνος διεκδικείται από αμέτρητες ψηφιακές μορφές ψυχαγωγίας. Το ζητούμενο δεν είναι να διαβάζουμε περισσότερο από τους άλλους αλλά να δημιουργούμε περισσότερες αφορμές ώστε το βιβλίο να γίνει ξανά κομμάτι της καθημερινότητάς μας. Γιατί όταν κάποιος ανακαλύψει το σωστό βιβλίο τη σωστή στιγμή, πολύ δύσκολα σταματά να διαβάζει.
9. Τι ρόλο έχει πλέον το βιβλίο, στην ψηφιακή εποχή μας;
Θα έλεγα πως όσο πιο ψηφιακή γίνεται η εποχή μας τόσο πιο πολύτιμο γίνεται το βιβλίο. Ζούμε μέσα σε έναν καταιγισμό πληροφοριών, εικόνων και περιεχομένου που καταναλώνεται μέσα σε λίγα δευτερόλεπτα. Το βιβλίο, αντίθετα, μας καλεί να επιβραδύνουμε, να συγκεντρωθούμε και να σκεφτούμε. Δεν θεωρώ ότι το ψηφιακό περιβάλλον είναι ο εχθρός του βιβλίου. Το πραγματικό ερώτημα δεν είναι αν διαβάζουμε σε χαρτί ή σε οθόνη αλλά αν αφιερώνουμε χρόνο σε ιστορίες και ιδέες που μας αλλάζουν ή διαμορφώνουν ως ανθρώπους.
10. Ένας μήνας “καραντίνα”. Ποια είναι τα πέντε βιβλία που θα θέλατε μαζί σας;
«Όσα παίρνει ο άνεμος» της Μάργκαρετ Μίτσελ, Τα παραμύθια του Χανς Κρίστιαν Άντερσεν (156 παραμύθια), «Οι Απαρηγόρητοι» του Καζούο Ισιγκούρο, «Τα βιβλία του Αίματος» του Κλάιβ Μπάρκερ (6 τόμοι) και «Το όνομα του Ρόδου» του Ουμπέρτο Έκο.
11. Χρειαζόμαστε περισσότερο ρομαντισμό ή ρεαλισμό, στην εποχή μας;
Χρειαζόμαστε έναν ρομαντικό ρεαλισμό. Αρκετό ρεαλισμό ώστε να βλέπουμε τον κόσμο όπως πραγματικά είναι και να μην κρυβόμαστε πίσω από ψευδαισθήσεις. Αλλά και αρκετό ρομαντισμό ώστε να μην πάψουμε να πιστεύουμε πως ο κόσμος μπορεί να γίνει καλύτερος. Ο ρεαλισμός χωρίς όνειρα οδηγεί συχνά στην παραίτηση. Ο ρομαντισμός χωρίς επαφή με την πραγματικότητα καταλήγει στην αυταπάτη. Η ισορροπία ανάμεσα στα δύο είναι, κατά τη γνώμη μου, ο καλύτερος τρόπος για να ζούμε, να δημιουργούμε και να ελπίζουμε.