Γράφει ο Τάκης Γεράρδης, συγγραφέας
Είναι της μόδας να κάνουμε κριτική στην ταινία του Νόλαν. Κι εμείς που δεν την έχουμε δει, κι εκείνοι που την είδαν. Εγώ όμως, αν ήμουν σκηνοθέτης και γύριζα την Ιλιάδα ή την Οδύσσεια, θα επέμενα σχεδόν εμμονικά σε μια φαινομενικά ασήμαντη λεπτομέρεια. Μια λεπτομέρεια που αφορά την ανατομία της Ωραίας Ελένης η οποία, σύμφωνα με τον μύθο, έθεσε σε κίνηση τη μεγαλύτερη πολεμική εκστρατεία της αρχαιότητας. Και την πρωταγωνίστρια θα την επέλεγα σε ειδική οντισιόν όχι με βάση την υποκριτική της ικανότητα, ούτε από το χρώμα των ματιών της ή του δέρματός της αλλά κοιτώντας προσεκτικά μια λεπτομέρεια στην ανατομία της.
Τελικά η Ωραία Ελένη είναι μύθος που μετατράπηκε σε αληθινό γεγονός; Ή ένα αληθινό γεγονός που μεταπλάστηκε σε μυθικό; Με άλλα λόγια, υπήρξε πραγματικά ή είναι δημιούργημα της ποιητικής φαντασίας των Ελλήνων;
Η πιθανότερη εκδοχή είναι πως πίσω από τον μύθο κρύβεται ένα πραγματικό ιστορικό πρόσωπο που, περνώντας από γενιά σε γενιά, μεταμορφώθηκε σε θρύλο. Δεν μπορούμε να το αποδείξουμε. Όπως δεν μπορούμε να διαχωρίσουμε με βεβαιότητα την ιστορία από τον μύθο και σε άλλες μεγάλες μορφές της ελληνικής παράδοσης, όπως λόγου χάριν, του Αγαμέμνονα, του Οδυσσέα ή του Αχιλλέα.
Ας κρατήσουμε πάντως το αναμφισβήτητο στοιχείο της παράδοσης: η Ελένη υπήρξε η ενσάρκωση της γυναικείας ομορφιάς. Ιστορικοί, φιλόλογοι και ποιητές συμφωνούν ότι μόνο και μόνο η θέα της αρκούσε για να γεννήσει τον πόθο. Πόθο να την αγκαλιάσεις, πόθο να τη φιλήσεις πόθο, να της κάνεις έρωτα επί τόπου.
Δεν ήταν απλώς μια όμορφη γυναίκα αλλά ήταν εκείνη η σπάνια παρουσία που μπορούσε να λυγίσει βασιλιάδες, να ξεσηκώσει στρατούς και να αλλάξει την πορεία της ιστορίας. Οι αρχαίοι μάλιστα δεν απέδιδαν αυτή τη γοητεία αποκλειστικά στη φύση. Πίστευαν ότι η ίδια η Αφροδίτη «έχυνε» πάνω της τη θεϊκή της χάρη.
Είχε όμως και ξέχωρα από την σαγήνη της συνολικής ομορφιάς και ένα υπερόπλο.
Η σχετική διήγηση δεν βρίσκεται στον Όμηρο. Τη συναντούμε σε μεταγενέστερες αρχαίες παραδόσεις. Ο Παυσανίας, περιγράφοντας τη μεγάλη τοιχογραφία του Πολύγνωτου στη Λέσχη των Κνιδίων στους Δελφούς, αναφέρει ότι ο Μενέλαος στεκόταν απέναντι στην Ελένη με υψωμένο το ξίφος, έτοιμος να την κατακρεουργήσει. Και όμως δεν το έκανε. Άλλοι απέδιδαν τη μεταστροφή του στην παρέμβαση της Αφροδίτης. Άλλοι στην ίδια την ακαταμάχητη ομορφιά της.
Τη συγκλονιστικότερη όμως λεπτομέρεια τη διασώζει η μεταγενέστερη παράδοση, όπως την παραδίδει ο βυζαντινός λόγιος Ιωάννης Τζέτζης. Ο Μενέλαος αναζητούσε την Ελένη μέσα στην κατεστραμμένη Τροία, ανάμεσα στα φλεγόμενα ανάκτορα και στα σπίτια που είχαν ήδη παραδοθεί στις φλόγες. Η πόλη είχε πέσει. Οι κραυγές των ηττημένων ανακατεύονταν με τους αλαλαγμούς των νικητών. Δέκα χρόνια πολέμου είχαν τελειώσει.
Τότε την αντίκρισε.
Στάθηκε απέναντί της με γυμνό το ξίφος. Είχε μπροστά του τη γυναίκα για την οποία είχαν χαθεί χιλιάδες ζωές. Δεν υπήρχε πλέον ούτε Πάρις, ούτε Έκτορας, ούτε Πρίαμος. Υπήρχε μόνο η Ελένη και το μίσος του Μενέλαου για τον «εχθρό».
Κι εκείνη δεν έτρεξε να κρυφτεί. Δεν γονάτισε. Δεν παρακάλεσε. Δεν απολογήθηκε. Άφησε απλώς να γλιστρήσει το πέπλο της και αποκάλυψε το βυζί της.
Οι αρχαίοι ζωγράφοι προτίμησαν να την απεικονίζουν με τον έναν μαστό γυμνό, τη στιγμή ακριβώς που το χέρι του Μενελάου παγώνει στον αέρα. Σαν να ήθελαν να απαθανατίσουν όχι τη γυμνότητα, αλλά το δευτερόλεπτο που εκείνος κυριεύεται από τον πόθο. Τη στιγμή εκείνη που το μίσος μεταστρέφεται σε ίμερο.
Ο Μενέλαος μούδιασε. Το χέρι του βάρυνε. Το ξίφος χαμήλωσε. Η οργή υποχώρησε μπροστά στην ομορφιά και στον πόθο. Ύστερα από δέκα χρόνια πολέμου, ο πολεμιστής που μάχονταν με τους Τρώες νικήθηκε από μια γυναίκα.
Δεν τη σκότωσε. Την επιβίβασε στο πλοίο του και άρχισε ο μακρύς νόστος. Μόνο που ο νόστος τους δεν ήταν μια ευθεία επιστροφή στη Σπάρτη. Οι αρχαίες παραδόσεις τους θέλουν να περιπλανιούνται επί οκτώ χρόνια στην Κρήτη, στην Αίγυπτο, στη Λιβύη, στη Φοινίκη και σε άλλους τόπους της Ανατολικής Μεσογείου. Τους παρακολουθούμε άλλοτε να θαλασσοδέρνονται στα κύματα, πότε ως φιλοξενούμενους βασιλιά, και πότε ως πολεμιστές και, σύμφωνα με ορισμένες παραδόσεις, ως πειρατές που συνέχιζαν να λεηλατούν πόλεις και να συγκεντρώνουν λάφυρα. Μόνο πολλά χρόνια αργότερα, όταν ο οίκος των Ατρειδών είχε ήδη βυθιστεί στη δική του αιματηρή τραγωδία, ο Μενέλαος και η Ελένη ξαναβρέθηκαν στη Σπάρτη. Σύμφωνα με ορισμένες μεταγενέστερες παραδόσεις, η επιστροφή τους συνέπεσε με την ημέρα που γινόταν ξη κηδεία της Κλυταιμνήστρας, που ο Ορέστης με τη βοήθεια της Ηλέκτρας σκότωσε.
Είτε το περιστατικό με την αποκάλυψη του στήθους της Ωραίας Ελένης συνέβη πραγματικά είτε αποτελεί ποιητική επινόηση, η σημασία του είναι προφανής. Οι αρχαίοι ήθελαν να δείξουν ότι υπάρχει μια δύναμη ισχυρότερη ακόμη και από το ατσάλι. Όχι η μαγεία, αλλά το ερωτικό κάλλος. Το γυναικείο στήθος δεν παρουσιάζεται εδώ ως αντικείμενο αισθησιασμού μόνο. Παρουσιάζεται και ως σύμβολο ζωής, μητρότητας, θηλυκότητας και έρωτα. Είναι το μοναδικό όπλο που δεν χύνει αίμα και όμως κατορθώνει να αφοπλίσει το ξίφος.
Αν γύριζα κινηματογραφικά την Ιλιάδα, αυτή η σκηνή δεν θα κρατούσε λίγα δευτερόλεπτα. Θα την άφηνα να εξελιχθεί σχεδόν σε slow motion. Ο θεατής θα έβλεπε πρώτα τα δάχτυλα της Ελένης να λύνουν το πέπλο της, τον άνδρα να λούζεται στον ιδρώτα, ύστερα το ξίφος να τρέμει στο χέρι του.
Γιατί εκείνη τη στιγμή δεν νικά απλώς μια γυναίκα έναν άνδρα. Νικά η ζωή τον θάνατο, ο έρωτας την εκδίκηση, η Αφροδίτη τον Άρη.
Η Τροία έπεσε με δόρατα, φωτιά και αίμα. Οι, νικητές όμως νικήθηκαν από το υπερόπλο της Ωραίας Ελένης.