/Οι συντελεστές της παράστασης Δόγμα Μπέγκιν μιλούν για τον έλεγχο, την ελευθερία και την ανθρώπινη ταυτότητα

Οι συντελεστές της παράστασης Δόγμα Μπέγκιν μιλούν για τον έλεγχο, την ελευθερία και την ανθρώπινη ταυτότητα

Λίγο πριν ανέβουν στη σκηνή, κάποιες εκ των ηθοποιών της παράστασης «Δόγμα Μπέγκιν» που ανεβαίνει στο Θέατρο του Νέου Κόσμου από την Ομάδα ΚΛΕΨύΔΡΑ (Σοφία Σιδηροπούλου, Ευσταθία Ζαραϊδώνη, Ελίζα Σταματούλη, Δήμητρα Αγγελίδου) μιλούν για τη διαδρομή τους στο θέατρο, τη συνεργασία τους με την ομάδα και τη σκηνοθέτιδα Κατερίνα Μπουζάνη, αλλά και για τα μεγάλα ερωτήματα που θέτει το έργο. Μέσα από τις απαντήσεις τους αναδεικνύονται προβληματισμοί γύρω από την ελευθερία, την τεχνολογία, την ανθρώπινη αξιοπρέπεια και τα όρια του ελέγχου σε μια δυστοπική κοινωνία που ίσως να μην απέχει όσο νομίζουμε από τη δική μας πραγματικότητα.

1. Πώς προέκυψε η ενασχόληση με το θέατρο, έστω και σε ερασιτεχνικό επίπεδο;

Σοφία Σιδηροπούλου: Η ενασχόλησή μου με το θέατρο ξεκίνησε όταν ένιωσα πως η εσωστρέφειά μου χρειαζόταν να λυθεί. Ένιωθα την ανάγκη να απελευθερώσω και να αποδεχτώ συναισθήματά μου, να έρθω πιο κοντά σε αυτά. Παρακολουθώντας θεατρικές παραστάσεις και βλέποντας πώς οι χαρακτήρες βιώνουν καταστάσεις και συνθήκες, σκέφτηκα πως μπορώ να πλησιάσω αυτή την ανάγκη και επιθυμία μου, μπαίνοντας στην Κλεψύδρα.

Ευσταθία Ζαραϊδώνη: Η ενασχόλησή μου με το θέατρο δεν ξεκίνησε από κάποια καλλιτεχνική φιλοδοξία ή από μια προϋπάρχουσα σχέση με τις τέχνες. Στην πραγματικότητα, η πρώτη μου επαφή με το θέατρο είχε περισσότερο προσωπικά παρά καλλιτεχνικά κίνητρα. Συγκεκριμένα, την ιδέα την πέταξε στο τραπέζι η ψυχολόγος μου, όταν σε μία συνάντησή μας της είπα για τη δυσκολία που είχα να εκφράζω όσα νιώθω, αλλά και για την ανάγκη μου να βρω έναν τρόπο να τα εξωτερικεύσω. Η πρώτη μου αντίδραση ήταν να γελάσω και να της πω ότι το θέατρο το γνώριζα μόνο από τη θέση του θεατή. Παρ’ όλα αυτά, με έπεισε να πάω σε ένα δοκιμαστικό. Ξέρω, ακούγεται μελό, αλλά κάπως έτσι ξεκίνησε ένα πολύ όμορφο κεφάλαιο στη ζωή μου.

Ελίζα Σταματούλη: Πάντα με συνέπαιρνε ο κόσμος του κινηματογράφου και, μεγαλώνοντας, ο κόσμος του θεάτρου. Θεωρώ απίστευτη και αξιοζήλευτη την ικανότητα ενός ηθοποιού να μπορεί να μεταμορφώνεται σε έναν άλλο άνθρωπο και να γίνεται το δοχείο που μεταφέρει την ιστορία του, τα βιώματά του, τα τραύματά του, και να μπορέσει να οδηγήσει τον θεατή σε μια άλλη πραγματικότητα. Συγκεκριμένα, το θέατρο με κέρδισε γιατί είναι τόσο άμεσο και γεμάτο εκπλήξεις, που κάθε φορά (κάθε μάθημα, κάθε πρόβα) μπορεί να σου αποκαλύψει απίστευτες πλευρές του εαυτού σου.

Δήμητρα Αγγελίδου: Η ενασχόλησή μου με το θέατρο ξεκίνησε από τη συγκίνηση που ένιωθα κάθε φορά που έβγαινα από μια θεατρική παράσταση. Κάποια στιγμή αποφάσισα να κάνω αυτό το βήμα και ήταν από τις πιο όμορφες αποφάσεις που έχω πάρει. Αυτό που με γοητεύει περισσότερο στο θέατρο είναι ο τρόπος με τον οποίο φέρνει τους ανθρώπους κοντά, τόσο σωματικά όσο και ψυχικά. Πολύ γρήγορα διαπιστώνει κανείς ότι δεν πρόκειται μόνο για το τελικό αποτέλεσμα ή για τις παραστάσεις, αλλά για ολόκληρη τη διαδρομή: τη διαδικασία της έκφρασης, του μοιράσματος, του δεσίματος με τους ανθρώπους της ομάδας και της προσωπικής εξέλιξης που προκύπτει μέσα από αυτήν. Και αυτή η εξέλιξη δεν αφορά μόνο το υποκριτικό κομμάτι. Για μένα, το θέατρο λειτουργεί και ως μια μορφή ψυχοθεραπείας, καθώς σε βοηθά να γνωρίσεις καλύτερα τον εαυτό σου, να έρθεις σε επαφή με συναισθήματα, να ξεπεράσεις φόβους και να ανακαλύψεις πλευρές σου που ίσως δεν γνώριζες ότι υπάρχουν.

2. Πώς ήταν η συνεργασία σας με την ομάδα και τη σκηνοθέτιδα, Κατερίνα Μπουζάνη;

Ελίζα Σταματούλη: Η ομάδα που έχουμε στην Κλεψύδρα είναι απίστευτη. Με τα περισσότερα παιδιά συνεργαζόμαστε τα τελευταία χρόνια και η σχέση που έχουμε αναπτύξει είναι σαν μια ζεστή αγκαλιά. Είμαστε όλοι τόσο διαφορετικοί μεταξύ μας και όμως συνυπάρχουμε τόσο αρμονικά. Το αγαπημένο μου κομμάτι στην ομάδα είναι η ομαδικότητα και η εργατικότητά μας. Όλοι είναι εκεί, να παρατηρήσουν τον συνάδελφό τους, να προτείνουν βελτιώσεις, να τον βοηθήσουν να «ξεκλειδώσει» και να επιβραβεύσουν την πρόοδό του. Η Κατερίνα είναι ένας άνθρωπος πολύ ταλαντούχος και με ένα πολύ όμορφο όραμα για το τι είναι το ερασιτεχνικό θέατρο. Δεν μας αντιμετωπίζει ως ερασιτέχνες και αυτό πιστεύω φαίνεται σταθερά και διαχρονικά σε όλες τις δουλειές που παρουσιάζει. Εμένα αυτός ήταν και ο λόγος που με έκανε να επιλέξω τη συγκεκριμένη ομάδα και ο λόγος που με κρατάει εδώ και τέσσερα χρόνια. Είναι απαιτητική και θέτει τον πήχη ψηλά και πάντα βρίσκουμε τον τρόπο να δούμε τα πράγματα ο ένας με τα μάτια του άλλου, να εξελιχθούμε ως ηθοποιοί και να παρουσιάσουμε ένα πολύ όμορφο αποτέλεσμα.

Σοφία Σιδηροπούλου: Η συνεργασία μου με την ομάδα είναι ονειρική. Είμαστε χρόνια μαζί και αγαπάμε, βοηθάμε και μαθαίνουμε ο ένας από τον άλλο. Η Κατερίνα είναι ο κρίκος που μας κρατάει ενωμένους. Μέσα από τη διδασκαλία της μάς έχει μάθει ποιότητες για τους εαυτούς μας που ήταν κρυμμένες. Όσο περνούν τα χρόνια, η συνεργασία μας ομορφαίνει ακόμα περισσότερο, καθώς η βάση μας, με γερά θεμέλια, όλο και μεγαλώνει.

Δήμητρα Αγγελίδου: Η συνεργασία μου με την ομάδα ήταν μια πραγματικά ξεχωριστή εμπειρία. Από την πρώτη στιγμή, προτεραιότητα της σκηνοθέτιδας, της Κατερίνας Μπουζάνη, ήταν να δημιουργήσει το δέσιμο μεταξύ των μελών της ομάδας, να ενθαρρύνει την έκφραση και το άνοιγμα του καθενός. Πριν ακόμη εστιάσουμε στην παράσταση, φρόντισε να χτίσει ένα κλίμα εμπιστοσύνης και ασφάλειας, όπου κανείς δεν κρίνει τον άλλον και όλοι νιώθουν αποδεκτοί όπως είναι. Κατάφερε να δημιουργήσει έναν πραγματικά ελεύθερο χώρο έκφρασης, μέσα στον οποίο μπορούσαμε να δοκιμαστούμε, να εκτεθούμε, να κάνουμε λάθη και να εξελιχθούμε χωρίς φόβο. Αυτό ήταν ιδιαίτερα απελευθερωτικό και, κατά τη γνώμη μου, αποτέλεσε τη βάση πάνω στην οποία χτίστηκε όλη η μετέπειτα δουλειά μας. Με ευαισθησία, υπομονή και ουσιαστικό ενδιαφέρον για τον άνθρωπο πίσω από τον ρόλο, μας βοήθησε όχι μόνο να προσεγγίσουμε την υποκριτική, αλλά και να συνδεθούμε βαθύτερα με τον εαυτό μας και μεταξύ μας.

Ευσταθία Ζαραϊδώνη: Η Κατερίνα με κέρδισε από την πρώτη στιγμή. Πέρα από το ταλέντο και την εμπειρία της ως ηθοποιός, σκηνοθέτιδα και δασκάλα, είναι πάνω απ’ όλα ένας άνθρωπος που ξέρει να δημιουργεί ένα περιβάλλον εμπιστοσύνης και ασφάλειας. Σε κάνει να νιώθεις το εργαστήρι σαν έναν χώρο όπου μπορείς να εκφραστείς ελεύθερα, χωρίς φόβο και χωρίς κριτική. Αυτό θεωρώ πως είναι και το πιο σημαντικό στοιχείο της δουλειάς της. Δεν μας βοηθά μόνο να εξελιχθούμε θεατρικά, αλλά και να γνωρίσουμε καλύτερα τον εαυτό μας, αναζητώντας προσωπικά βιώματα και αποθέματα που ίσως δεν γνωρίζαμε ότι διαθέτουμε.

Όσο για την ομάδα, αυτό που μπορώ να πω είναι ότι έχει δημιουργηθεί ένας πολύ δυνατός δεσμός. Υπάρχει αλληλοστήριξη, σεβασμός και μια αίσθηση συντροφικότητας που ξεπερνά τα όρια μιας απλής θεατρικής ομάδας. Νιώθουμε οικογένεια και αυτό, για μένα, έναν άνθρωπο που ανεβαίνει πρώτη φορά στη σκηνή, είναι το σημαντικότερο στήριγμα.

3. Το έργο διαδραματίζεται το 2125. Πόσο κοντά πιστεύετε ότι είμαστε σήμερα σε μια τέτοια κοινωνία απόλυτου ελέγχου;

Ευσταθία Ζαραϊδώνη: Δυστυχώς, νομίζω ότι είμαστε πιο κοντά απ’ όσο θα θέλαμε να πιστεύουμε. Σαφώς όχι με τη μορφή ενός ολοκληρωτικού καθεστώτος που επιβάλλεται από τη μια μέρα στην άλλη, όπως στην παράσταση που θα δείτε, αλλά μέσα από μικρές και συχνά αόρατες παραχωρήσεις. Σήμερα, ένα μεγάλο μέρος της ζωής μας καταγράφεται και αξιολογείται από μηχανισμούς που δεν ελέγχουμε και που πολλές φορές δεν γνωρίζουμε ούτε την ίδια τους την ύπαρξη. Η τεχνολογία προσφέρει τεράστιες δυνατότητες, αλλά ταυτόχρονα δημιουργεί νέα πεδία επιτήρησης και χειραγώγησης. Νομίζω πως εκεί έγκειται και η δύναμη του έργου: μας καλεί να αναρωτηθούμε πόσα στοιχεία αυτής της κοινωνίας που θα δείτε στη σκηνή υπάρχουν ήδη γύρω μας.

Ελίζα Σταματούλη: Δεδομένων όλων των εξελίξεων που βλέπουμε καθημερινά γύρω μας σε παγκόσμιο επίπεδο, με ανεξέλεγκτους ανθρώπους σε θέσεις εξουσίας, με τη ραγδαία εξέλιξη της τεχνολογίας και τη γενικευμένη κοινωνικοπολιτική κρίση που βιώνουμε όλοι με διαφορετικούς τρόπους, ανεξαρτήτως ηλικίας και πεποιθήσεων, ένα τέτοιο δυσοίωνο μέλλον απόλυτου ελέγχου δεν φαντάζει πλέον και τόσο πολύ ως ένα σενάριο επιστημονικής φαντασίας.

Παρ’ όλα αυτά, έχω πίστη πως ο άνθρωπος δεν θα επιτρέψει να επικρατήσει μια τέτοια συνθήκη. Μπορεί να φτάσουμε πολύ κοντά, όμως πιστεύω ότι, όπως έχει συμβεί πολλές φορές στην ιστορία, οι κρίσεις θα έρχονται και στη συνέχεια τα πράγματα θα επανέρχονται σε μια νέα ισορροπία. Και αυτός ο κύκλος θα συνεχίζει να επαναλαμβάνεται. Ωστόσο, πιστεύω πως όσο οι άνθρωποι προβληματίζονται, αντιστέκονται και αναζητούν την αλήθεια, πάντα θα υπάρχει εκείνη η φλόγα που θα φέρνει την αλλαγή και, τελικά, την ισορροπία.

Σοφία Σιδηροπούλου: Πιστεύω ότι είμαστε πολύ πιο κοντά απ’ όσο θέλουμε να πιστεύουμε, απλά ο δικός μας απόλυτος έλεγχος θα έρθει (ή μάλλον έρχεται) με «Terms and Conditions» που αποδεχόμαστε με ένα κλικ. Σήμερα δεν χρειάζεται ένας «Μεγάλος Αδελφός» να βάλει κάμερες στα σπίτια μας. Αγοράζουμε μόνοι μας smart assistants. Από την άλλη, οι αλγόριθμοι ξέρουν τι θα αγοράσουμε και τι μας φοβίζει πριν καν το συνειδητοποιήσουμε εμείς οι ίδιοι. Τα πράγματα γίνονται πιο ανησυχητικά αν αναλογιστούμε πως ο απόλυτος αυτός έλεγχος είναι βαθιά πολιτικός. Η πιο ύπουλη πολιτική προέκταση του απόλυτου ελέγχου είναι ότι μπορεί να διαβρώσει και να ισοπεδώσει μία σειρά από θεμελιώδεις ανθρώπινες αξίες.

Δήμητρα Αγγελίδου: Προσωπικά πιστεύω ότι, δυστυχώς, βρισκόμαστε ήδη σε μια κοινωνία πολύ μεγαλύτερου ελέγχου απ’ όσο συνειδητοποιούμε. Ίσως όχι με τον απόλυτο και εμφανή τρόπο που περιγράφει το έργο, αλλά μέσα από πιο σύνθετους και «αθόρυβους» μηχανισμούς, που για πολλούς έχουν άλλη μετάφραση.

Θα ήθελα να αναφέρω εδώ και κάτι σχετικά με την τεχνητή νοημοσύνη. Διάβασα πρόσφατα μια τοποθέτηση του Bernie Sanders, με την οποία συμφωνώ σε μεγάλο βαθμό, ότι η τεχνητή νοημοσύνη βασίζεται στο δημιουργικό έργο εκατομμυρίων ανθρώπων — συγγραφέων, καλλιτεχνών, μουσικών, επιστημόνων και εκπαιδευτικών — και ότι αυτό το έργο ουσιαστικά έχει κλαπεί. Δεν είναι μια απλή τεχνολογική συζήτηση, αλλά βαθιά ηθική και κοινωνική.

Πόσο διατεθειμένοι είμαστε να παλέψουμε; Πόσο πρόθυμοι είμαστε να παραχωρήσουμε την ελευθερία μας με αντάλλαγμα την ασφάλεια, την άνεση ή την ευκολία;

Η μεγαλύτερη πρόκληση είναι να μη σταματήσουμε να είμαστε ενεργοί άνθρωποι μέσα σε έναν κόσμο που μας ενθαρρύνει διαρκώς να γίνουμε απλοί «χρήστες της ζωής».

4. Στην παράσταση δεν έχετε ονόματα, αλλά αριθμούς. Πόσο δύσκολο είναι να δώσεις ψυχή σε έναν χαρακτήρα χωρίς ταυτότητα;

Σοφία Σιδηροπούλου: Οι χαρακτήρες μας έχουν υποστεί την απόλυτη πράξη αποπροσωποποίησης, έχουν γίνει αριθμοί. Όταν ο χαρακτήρας σου δεν έχει όνομα, καλείσαι να βρεις την ταυτότητά του μέσα από άλλα πράγματα. Για τον ρόλο χρησιμοποίησα εργαλεία με άξονα το σώμα. Ήταν δύσκολο στην αρχή, αλλά με αυτά τα μέσα κατάφερα να μη το βιώσω ως εμπόδιο ή έλλειψη ταυτότητας, αλλά ως ευκαιρία. Γιατί μέσα από αυτό, τόσο εγώ όσο και ο εκάστοτε θεατής μπορούμε να αντιληφθούμε τον ρόλο οικουμενικά. Πώς δηλαδή θα ήταν αν εμείς βρισκόμασταν σε αυτή τη θέση.

Δήμητρα Αγγελίδου: Στην πραγματικότητα δεν ήταν τόσο δύσκολο όσο ακούγεται. Η Κατερίνα Μπουζάνη μάς καθοδήγησε από την αρχή στο πώς να χτίσουμε τον χαρακτήρα μας, σαν να δημιουργούμε το βιογραφικό του: το πριν, την ιστορία του, τις συνθήκες του, τον τρόπο που σκέφτεται και κινείται. Στο μυαλό μου, λοιπόν, το όνομα μπορεί να μην υπάρχει, αλλά όλα τα υπόλοιπα είναι εκεί — μέσα στο κείμενο και μέσα σε όσα έχουμε δουλέψει στη διαδικασία της πρόβας και της εκπαίδευσης. Έχουμε μάθει να «γεμίζουμε» τον ρόλο εμείς οι ίδιοι, να του δίνουμε υπόσταση μέσα από τις επιλογές μας και την παρουσία μας. Αρχίζεις έτσι να δίνεις «ψυχή» όχι μέσω ενός ονόματος, αλλά μέσω της παρουσίας, της πρόθεσης, της σωματικότητας και της σχέσης σου με τους άλλους στη σκηνή. Και τελικά αυτό γίνεται το πιο ουσιαστικό κομμάτι: όχι το πώς σε λένε, αλλά το πώς υπάρχεις μέσα στον κόσμο που δημιουργείται επί σκηνής.

Ελίζα Σταματούλη: Η αλήθεια είναι πως αυτό δεν το σκέφτηκα ποτέ έτσι. Όπως καθένας από τους ηθοποιούς που ενσαρκώνουν αυτούς τους ρόλους έχει τη δική του προσωπικότητα και ταυτότητα, έτσι είναι και οι χαρακτήρες μας. Ποτέ δεν τους είδα ως αριθμούς. Ο κάθε χαρακτήρας έχει το δικό του όνομα και τη δική του ιστορία, η οποία πυροδοτεί την ύπαρξή του στη συνθήκη του έργου και δικαιολογεί τις αντιδράσεις του. Όπως ακριβώς ισχύει και στην πραγματικότητα. Οι χαρακτήρες μας δεν διαφέρουν από τους ανθρώπους που καθημερινά κυκλοφορούν γύρω μας, που είναι οι άνθρωποί μας ή που ακόμα μπορεί να είμαστε εμείς.

Ευσταθία Ζαραϊδώνη: Είναι αρκετά απαιτητικό γιατί ο αριθμός στη θέση του ονόματος δεν αφαιρεί μόνο την ταυτότητα του χαρακτήρα, αλλά λειτουργεί και ως σύμβολο μιας κοινωνίας που αντιμετωπίζει τον άνθρωπο ως δεδομένο, ως στοιχείο ενός συστήματος. Εκεί ακριβώς βρίσκεται η πρόκληση, καθώς και η δυσκολία για εμάς: να αποκαλύψουμε τον άνθρωπο που κρύβεται πίσω από τον αριθμό. Και αυτό είναι κάτι που συναντάμε και σήμερα. Ζούμε σε μια εποχή όπου ο άνθρωπος μετατρέπεται σε αριθμό, σε στατιστικό στοιχείο, σε προφίλ, σε δεδομένα. Η παράσταση έρχεται να υπενθυμίσει ότι πίσω από κάθε αριθμό υπάρχει μια μοναδική ανθρώπινη ιστορία. Ένας άνθρωπος που προσπαθεί να διατηρήσει την ατομικότητά του μέσα σε έναν μηχανισμό που τείνει να τον ισοπεδώσει.

5. Αν μια AI αποφάσιζε ποιος «χωράει» στον κόσμο, ποιο ανθρώπινο χαρακτηριστικό σας θα υπερασπιζόσασταν μέχρι τέλους;

Ελίζα Σταματούλη: Τη συνείδηση. Είναι αυτό που μας κάνει ανθρώπους. Το να παρατηρούμε, να επεξεργαζόμαστε και να αντιλαμβανόμαστε τι συμβαίνει γύρω μας, ώστε να παίρνουμε τις ανάλογες αποφάσεις και να δρούμε κατάλληλα. Συνδυάζοντας αυτή την ερώτηση με την ερώτηση για έναν μελλοντικό κόσμο απόλυτου ελέγχου, πιστεύω πως η συνείδησή μας, σε συνδυασμό με την ευρύτερη ικανότητα κριτικής σκέψης και την ηθική μας, είναι αυτή που θα παίξει καθοριστικό ρόλο στο να μην φτάσουμε εκεί.

Ευσταθία Ζαραϊδώνη: Αν έπρεπε να διαλέξω ένα ανθρώπινο χαρακτηριστικό, θα ήταν η ικανότητα του ανθρώπου να αμφισβητεί και να παλεύει. Να μη δέχεται παθητικά ό,τι του επιβάλλεται ως αναπόφευκτο, αλλά να διεκδικεί το δικαίωμα να ορίζει τη ζωή και το μέλλον του. Ίσως μια AI να μπορεί να αξιολογεί ανθρώπους με βάση τη χρησιμότητα ή τη συμμόρφωση σε συγκεκριμένα κριτήρια. Αυτό όμως που δύσκολα μπορεί να μετρηθεί είναι η ανθρώπινη επιμονή: η δύναμη να αντιστέκεσαι, να σηκώνεσαι μετά από μια ήττα και να συνεχίζεις να αγωνίζεσαι για κάτι που δίνει νόημα στη ζωή σου. Σε μια κοινωνία απόλυτου ελέγχου, λοιπόν, το πιο επικίνδυνο στοιχείο δεν είναι η δύναμη ή η βία· είναι ο άνθρωπος που συνεχίζει να σκέφτεται, να αμφιβάλλει και να διεκδικεί το δικαίωμα να επιλέγει. Γιατί από τη στιγμή που παραιτείσαι από αυτή την ελευθερία, παραιτείσαι σταδιακά και από την ίδια σου την ανθρώπινη υπόσταση.

Δήμητρα Αγγελίδου: Αρχικά να πω ότι το πιο επικίνδυνο δεν θα ήταν η ίδια η απόφαση, αλλά το ότι θα είχε επιβληθεί η ιδέα πως η ανθρώπινη αξία και ζωή μπορεί να μετρηθεί. Αν έπρεπε όμως να υπερασπιστώ κάτι, αυτό θα ήταν η ηθική. Πιστεύω ότι αυτό δεν χωράει σε κανένα σύστημα. Το γεγονός ότι ο άνθρωπος μπορεί να πει «αυτό δεν είναι σωστό», ακόμη κι όταν όλα γύρω του το παρουσιάζουν ως λογικό, αναγκαίο ή αποτελεσματικό. Και ίσως ακόμη πιο βαθιά, η ικανότητα να αμφισβητείς την ίδια την εξουσία που σε αξιολογεί. Γιατί τη στιγμή που παραδεχτείς ότι κάποιος (ή κάτι) έχει το δικαίωμα να αποφασίζει ποιος «χωράει» στον κόσμο, έχει χαθεί η έννοια του ανθρώπου ως αυτοτελούς ύπαρξης.

Σοφία Σιδηροπούλου: Δεν μπορώ καν να το διανοηθώ, αλλά κλείνοντας τα μάτια, αυτό που θα υπερασπιζόμουν μέχρι τέλους είναι η συναισθηματική μου αντίληψη. Θεωρώ πως είναι ο ίδιος ο πυρήνας της ανθρώπινης ύπαρξης. Είναι η γεννήτρια των αντιστάσεων πάσης φύσεως, ο συνδετικός ιστός των κοινωνιών. Αν σε μία δυστοπική πραγματικότητα χαθεί η συναισθηματική αντίληψη, τότε το ανθρώπινο είδος μπορεί να επιβιώσει, αλλά η ανθρωπότητα θα σβήσει.

6. Τι θα θέλατε να πάρει μαζί του ο θεατής φεύγοντας και ποιο βασικό ερώτημα θέλετε να του γεννηθεί;

Δήμητρα Αγγελίδου: Θα ήθελα ο θεατής, φεύγοντας, να μην έχει μια «έτοιμη απάντηση», αλλά μια αίσθηση εγρήγορσης. Να του μείνει ότι τίποτα από όσα βλέπουμε επί σκηνής — όσο ακραίο ή μελλοντικό κι αν φαίνεται — δεν είναι πραγματικά τόσο μακριά από εμάς όσο νομίζουμε. Ίσως συμβαίνει ήδη, ίσως συμβαίνει δίπλα μας.

Κάτι ακόμα που θα ήθελα να πάρει μαζί του είναι η επίγνωση ότι η ελευθερία δεν χάνεται συνήθως απότομα, αλλά σταδιακά: μέσα από μικρές παραχωρήσεις, συνήθεια, άνεση, φόβο ή αδιαφορία. Και ότι η ανθρώπινη παρουσία, η σκέψη και η επιλογή δεν είναι δεδομένες, αλλά κάτι που χρειάζεται συνεχή συμμετοχή και ευθύνη. Όλοι μπορούμε να κάνουμε κάτι «και κάτι είναι πιο πολύ από το τίποτα», ειδικά σε επίπεδο ευθύνης. Ακόμα και η επίγνωση, η στάση, ο τρόπος που στεκόμαστε απέναντι σε όσα συμβαίνουν γύρω μας, είναι μια μορφή ευθύνης.

Σοφία Σιδηροπούλου: Η επίγευση που ευελπιστώ να μείνει στους θεατές μας δεν είναι αυτή μίας ροζ αισιοδοξίας, αλλά ένα κράμα μελαγχολίας, ελπίδας και γλυκόπικρης αφύπνισης. Θέλω ο κάθε θεατής να αποκτήσει πιο ενεργά την επίγνωση της δικής του ευθύνης. Ίσως να κάνει την αναλογία πως, επειδή κανονικοί, καθημερινοί άνθρωποι, σαν τους κρατικούς υπαλλήλους του έργου, δέχονται να γίνουν γρανάζια του μηχανισμού, εκτελώντας εντολές «απλά για να κάνουν τη δουλειά τους», δυνητικά χτίζονται απολυταρχικά καθεστώτα. Θέλω όμως ο κάθε θεατής να πιστέψει και στη συλλογική δύναμη. Να δει ότι ακόμα και στο απόλυτο σκοτάδι του 2125, η ανάγκη για σύνδεση, αλληλεγγύη και επιβίωση της κατώτερης τάξης είναι ζωντανή και πως η μάχη για την ανθρωπιά αξίζει να δοθεί, ακόμα κι αν το τίμημα είναι βαρύ. Το βασικό ερώτημα που πρέπει να γεννηθεί στον θεατή είναι: «Αν η κοινωνία μου άρχιζε να γλιστράει προς έναν τέτοιο έλεγχο, εγώ ποιος θα ήμουν;»

Ελίζα Σταματούλη: Αυτό που σκέφτομαι κάθε φορά που διαβάζω το έργο ή κάθε φορά που τελειώνουμε μια πρόβα είναι το με πόση ευκολία οι λίγοι επιλέγουν για τους πολλούς χωρίς να υπολογίσουν κάποιο κόστος, και το τι θα γινόταν αν εγώ ήμουν πραγματικά στη θέση αυτών των Πολιτών που βλέπουμε στο έργο. Στη συνέχεια, προσπαθώ να σκεφτώ αν είμαι εντάξει με το πρώτο και τι θα έκανα/πώς θα ένιωθα με το δεύτερο.

Αυτά τα ερωτήματα θα ήθελα να μεταφέρουμε και στους θεατές μας και να τους κάνουμε να κοιτάξουν με κριτική ματιά και σκέψη, και προς τα μέσα αλλά και γύρω τους.

Ευσταθία Ζαραϊδώνη: Γενικότερα, θα ήθελα ο θεατής να φύγει από την παράσταση με περισσότερα ερωτήματα παρά με έτοιμες απαντήσεις. Το έργο θέτει τους ήρωες μπροστά σε ακραία διλήμματα και σε αποφάσεις που καθορίζονται από ένα σύστημα το οποίο διεκδικεί απόλυτο έλεγχο πάνω στον άνθρωπο. Ειδικότερα λοιπόν, το βασικό ερώτημα που θα ήθελα να τον ακολουθήσει φεύγοντας είναι: Πώς θα αντιδρούσα εγώ αν ένα σύστημα επιχειρούσε να μου αφαιρέσει την ελευθερία, την αξιοπρέπεια ή ακόμη και το δικαίωμα στην ίδια τη ζωή;

Γιατί τελικά η παράσταση δεν μιλά μόνο για ένα δυστοπικό μέλλον· μιλά για τη διαρκή ανάγκη του ανθρώπου να υπερασπίζεται την αξιοπρέπεια, την ελευθερία και το δικαίωμά του να επιλέγει. Επομένως, αν ο θεατής φύγει έχοντας αναρωτηθεί πού θα έβαζε ο ίδιος τη γραμμή της αντίστασης, τότε η παράσταση θα έχει πετύχει τον στόχο της.

Πληροφορίες για την παράσταση θα βρείτε εδώ: https://culturepoint.gr/dyo-nees-parastaseis-apo-tin-omada-klepsydra-sto-theatro-tou-neou-kosmou/