/Ευασία Κουτουλάκη: Δεν μπορώ να φανταστώ ότι σε έναν κόσμο γεμάτο καταπίεση και κοινωνική αδικία εγώ θα στρέψω το βλέμμα αλλού

Ευασία Κουτουλάκη: Δεν μπορώ να φανταστώ ότι σε έναν κόσμο γεμάτο καταπίεση και κοινωνική αδικία εγώ θα στρέψω το βλέμμα αλλού

Η Ευασία Κουτουλάκη μιλά στον Κωνσταντίνο Μανίκα για τις καλλιτεχνικές της ανησυχίες, τη σχέση της με την Ιρλανδία, την ψηφιακή εποχή στην τέχνη και τα όνειρά της;

Πώς προέκυψε η ενασχόληση με το τραγούδι και πόσο γίνεται πλέον προτεραιότητα σε σχέση με την υποκριτική;

Τραγουδάω από τότε που θυμάμαι τον εαυτό μου, νιώθω πώς πρώτα τραγούδησα και μετά μίλησα. Δεν πιστεύω πως ήμουν ποτέ το παιδί θαύμα με κάποιο εξαιρετικό ταλέντο, ήμουν όμως γεμάτη εκστατική περιέργεια για τη ζωή, για όποιον, για ό,τι καινούργιο συναντούσα. Θυμάμαι γύρω στα τέσσερά μου να καταιγίζομαι από στίχους και μελωδίες- δεν ήξερα από πού έρχονταν, απλά άρχιζα ξαφνικά να τα τραγουδάω και επειδή δεν ήξερα ακόμα να γράφω, έλεγα στη μητέρα μου να γράψει τους στίχους όσο πιο γρήγορα μπορούσε πριν τους ξεχάσω. Έχουν περάσει πολλά χρόνια και κάποιες δεκαετίες από τότε, αλλά πάντα το τραγούδι πέρα από επαγγελματική επιλογή, ήταν και είναι για μένα έκφραση, θεραπεία, ένωση με τον κόσμο, εργαλείο πάλης και κοινωνικής αλλαγής.

Αυτή τη στιγμή η υποκριτική στη ζωή μου υπάρχει μόνο ως εργαλείο έρευνας, ως αποθήκη γνώσης, έμπνευσης και εμπλουτισμού του εκφραστικού μου κόσμου, στοιχεία που όλα μπολιάζουν τη μουσική μου ταυτότητα. Βλέπω την υποκριτική σαν κομμάτι της μουσικής και της τραγουδοποιίας- πραγματικά πιστεύω ότι η υποκριτική και η μουσική δεν είναι δύο ξεχωριστές τέχνες -παρόλο που σίγουρα τα επιτελεστικά τους μέσα και και οι τέχνες αυτές καθαυτές θεωρούνται δύο διαφορετικές μορφές παραστατικότητας- πιστεύω όμως ότι είναι δύο παραπόταμοι – αδέρφια, που γεννιούνται από την ίδια μητρική πηγή: δεν μπορώ να φανταστώ μουσική χωρίς δραματικό περιεχόμενο, όπως αντίστοιχα υποκριτική, σκηνοθεσία, η οποιαδήποτε θεατρική, παραστατική πράξη χωρίς αυτή να διέπεται και να εμπνέεται από μουσικές έννοιες. Με αυτή τη σκέψη δεν μπορώ να δώσω προτεραιότητα στην υποκριτική ή στο τραγούδι-τραγουδοποιία, αυτό που μπορώ να πω είναι ότι λόγω των πρόσφατων σπουδών μου στην Ακαδημία Μουσικής και Χορού στο Πενεπιστήμιο του Λίμερικ και του περιβάλλοντος στο οποίο βρίσκομαι εδώ στην Ιρλανδία, όπου η μουσική είναι τεράστιο κομμάτι της πολιτιστικής της κληρονομιάς και τα μουσικά μου ερεθίσματα είναι άπειρα, σίγουρα αυτή τη στιγμή τείνω να εκφράζομαι περισσότερο μουσικά. Πάντως όταν γράφω μουσική και στίχους, σκέφτομαι και νιώθω σαν ένας θεατρικός ήρωας, βλέπω τη ζωή μέσα από τη μουσική τέχνη με τον ίδιο τρόπο που στο θέατρο μελετάμε τους ρόλους μέσα στο πολιτισμικό και κοινωνικό τους πλαίσιο, χρησιμοποιώ εργαλεία υποκριτικής και αφηγηματικής έκφρασης για να επικοινωνήσω ένα νόημα. Παρόλο που η ερώτηση σου είναι απλή, δεν ξέρω, μου είναι πολύ δύσκολη η αυστηρή οριοθέτηση, ο διαχωρισμός των δύο τεχνών, ίσως όντας επηρεασμένη από το αρχαιοελληνικό τρίπτυχο λόγος-μέλος-ποίηση, δημιουργώντας πάντα φέρω μέσα μου όλη την αγάπη εξίσου για τη μουσική και για το θέατρο, νιώθω πως βρίσκομαι συνεχώς σε έναν κοινό τόπο που ορίζεται κι από τις δύο αυτές μορφές έκφρασης.

Οι εντυπώσεις σας από την Ιρλανδία; Πώς επηρεάζει έναν καλλιτέχνη η επαφή με άλλους πολιτισμούς;

Η Ιρλανδία είναι ένα στολίδι, κυριολεκτικα και μεταφορικά, ένας σμαραγδένιος βράχος στη μέση του ωκεανού, ένας κόσμος ανοιχτός που ρέει χωρίς σταματημό, είναι ο τόπος όπου το νερό κι ο άνεμος είναι άπλετα, ασταμάτητα και κεντρικά στοιχεία επιρροής στην ψυχοσύνθεση των ανθρώπων νιώθω. Όλη αυτή η ροή συμπαρασύρει οτιδήποτε μπορεί να είναι στάσιμο, γενικά η έννοια του στάσιμου εδώ είναι σχεδόν ανύπαρκτη- ακόμα και οι άνθρωποι ζουν στη στιγμή, μιλάνε ναι μεν για το παρελθόν, για το μέλλον, αλλά ζουν κυρίως στο παρόν· δεν μένουν όμως τόσο στα λόγια ή στη θεωρία αλλά τη στιγμή που θα σκεφτούν κάτι θα το κάνουν, έστω παρορμητικά, πάντως σίγουρα τολμηρά. Αυτή η τόλμη και η ροή ήταν που κυρίως με εξέπληξε ευχάριστα στη συναναστροφή μου με τους ανθρώπους εδώ γιατί ίσως μου έδειξε πόσο και πόσα είχα να αναθεωρήσω στη δική μου νοοτροπία. Ένας καλλιτέχνης επηρεάζεται σε συνταρακτικό βαθμό από την επαφή του με άλλους πολιτισμούς, φυσικά όταν επιλέγει να ανοίξει το πνεύμα του και να υποδεχτεί τα φρέσκα στοιχεία που θα μπολιάσουν την τεχνική του, την οπτική του, τις φιλοσοφικές του αναζητήσεις, να αναθεωρήσει στην τελική ποιος είναι σαν άνθρωπος και σαν καλλιτέχνης. Με όλη μου την αγάπη για την Ελλάδα θεωρώ ότι σαν λαός έχουμε την εντύπωση ότι εκτός των ελληνικών συνόρων δεν συμβαίνουν πολλά σημαντικά, ότι οι λαοί εκτός Ελλάδας είτε καλλιτέχνες είτε επιστήμονες ίσως δεν έχουν τόσα πολλά να πουν. Ίσως έχοντας κληρονομήσει το γιγάντιο πλούτο της αρχαιοελληνικής γραμματείας και κοσμοθεωρίας, τα οικουμενικά, διαχρονικά σε παγκόσμιο επίπεδο έργα που άφησαν οι αρχαίοι Έλληνες, είναι δύσκολο να τοποθετήσουμε όλα όσα αυτοί έκαναν στο χρονικό τους πλαίσιο και να καταλάβουμε ότι τώρα είναι η δική μας εποχή, να συνεχίσουμε αυτή τη σπουδαία σκέψη. Νιώθω σαν να ζούμε κατά κάποιο τρόπο στη σκιά τους, αλλά ακόμα και αν αυτό δεν ίσχυε ή δεν ισχύει πια, σίγουρα ήταν μια λανθασμένη δική μου αντίληψη που καταρρίφθηκε κατευθείαν ερχόμενη εδώ.

Φεύγοντας λοιπόν από την Ελλάδα και ζώντας συγκεκριμένα σε μια χώρα σαν την Ιρλανδία εξίσου αρχαία, με εξαιρετικό στοχασμό, με βαθιές ρίζες σε μια σοφή αντίληψη για τη ζωή και όπου υπάρχει επίσης αντίστοιχα τεράστιος πλούτος -πολύ συχνά κρυμμένος από τον μοντέρνο κόσμο, εμπνέομαι τρομερά από αυτό το μέρος και τους θρύλους του, τη μυθολογία, τη μουσική, την ποίηση του. Άθελα μου και ασυνείδητα φλερτάρω συνέχεια με τη σύγκριση μεταξύ όσων γνώριζα ως Ελληνίδα και όσων μαθαίνω καθημερινά εδώ από τους Ιρλανδούς, προσπαθώ όμως να συγκρίνω με τρόπο δημιουργικό, ώστε να εμπλουτίζω τη γνώση και τη κοσμοθεωρία μου. Δημιουργώ νοερά μια σχετική εικόνα: όλη αυτή η εξερεύνηση ενός καινούργιου κόσμου εμπλουτίζει το πνεύμα μου με τον ίδιο τρόπο που ένα χωράφι μετά από καινούργια σπορά και λίπασμα είναι έτοιμο να βγάλει φρέσκα λουλούδια, το χώμα του δεν είναι ποτέ πια το ίδιο, φέρει ακόμα όλα όσα έφερε πριν συν όλα τα καινούργια στοιχεία που του πρόσφερε η νέα σπορά.

Να περιμένουμε άμεσα κάποιο single ή άλμπουμ;

Ναι το πρώτο single του το οποίο ήταν ένα κομμάτι που έγραψα στη διάρκεια του μεταπτυχιακού κυκλοφόρησε τον Αύγουστο και σύντομα θα βγει ένα δεύτερο single με έντονα πολιτικό χαρακτήρα για τον αγώνα των Παλαιστινίων για δικαίωση, ακόμα ένα θέμα που με έχει αγγίξει βαθιά και ήθελα – ένιωσα την ανάγκη να μιλήσω μέσα από τη μουσική γι’ αυτό. Ευελπιστώ ότι το συγκεκριμένο single θα μπορέσει να μιλήσει ουσιαστικά για την παλαιστινιακή κοινότητα που συστηματικά διώκεται και στερείται κάθε είδους ελευθερίας, κάθε δικαίωμα ακόμα και το πιο δεδομένο δικαίωμα στην ίδια τη ζωή.

Ποιο θέλετε να είναι το μουσικό στίγμα σας και πόσο ανοιχτή είστε σε διαφορετικές επιρροές;

Παρόλο που δεν έχω σκοπεύσει ποτέ να έχω συγκεκριμένο μουσικό στίγμα, η επιρροή, γνωρίζω ότι για μένα είναι σημαντικό ότι δημιουργώ να έχει πολιτικό και κοινωνικό περιεχόμενο και ανησυχία, να γεννά ερωτήσεις. Δεν μπορώ να φανταστώ ότι σε έναν κόσμο γεμάτο καταπίεση και κοινωνική αδικία εγώ θα στρέψω το βλέμμα αλλού, να μιλήσω άλλωστε για τί; Ναι, θα μιλήσω για την αγάπη, για τη φύση, θα μιλήσω για όμορφα πράγματα που μας συγκινούν, για το κουράγιο που μπορούμε να δώσουμε ένας στον άλλον, για τα τραύματα που μας διδάσκουν και μας δίνουν ώθηση να μην το βάλουμε κάτω, δεν μπορώ να ησυχάσω όμως αν δεν μιλήσω για αυτούς που δεν έχουν φωνή. Αν αυτοί δεν μπορούν να μιλήσουν, τότε θα γίνω εγώ η φωνή τους, και ξέρω πως αυτό ακούγεται ρομαντικό, είναι όμως άκρως συνειδητή μου επιλογή και είναι πιστεύω ανάγκη για μια κοινωνία υγιή. Οι καλλιτέχνες είναι άλλωστε τεράστιοι αρωγοί της υγείας σε μια κοινωνία -ανεξαρτήτου μεγέθους, οικουμενικά και διαχρονικά, είναι αυτοί που καθρεφτίζουν την αλήθεια.

Ποιο είναι το πιο μεγάλο καλλιτεχνικό σας όνειρο;

Δεν υπάρχει μεγαλύτερο όνειρο και λαχτάρα για μένα από το να δω ότι εκφράσω μέσα από την τέχνη μου να αγγίξει, να αφυπνίσει, να δώσει δύναμη, να ρίξει μια φωτεινή αχτίδα εκεί που υπάρχει σκοτάδι. Το πιο μεγάλο καλλιτεχνικό μου όνειρο είναι να μπορέσω να σταθώ μπροστά στο κοινό και να επικοινωνήσω βαθιά χωρίς να χρειαστεί να μιλήσω αλλά όλα να τα πει η μουσική. Είναι όνειρο να δω πως μέσα απ´ τη δική μου φωνή κάποιος βρήκε λίγο φως, βρήκε ελπίδα και δύναμη. Όσο περισσότερη επιρροή κι όσο περισσότερη η δύναμη μπορέσω να μεταδώσω τόσο πιο ευγνώμων θα είμαι. Όσο περισσότερο μπορέσω να στρέψω το βλέμμα και την προσοχή στο αθέατο, στο πνεύμα, στο μη απτό, στις ιδέες που σχηματοποιούν τελικά την ύλη, τόσο πιο πλήρης θα νιώθω.

Πόσο δύσκολο είναι για έναν καλλιτέχνη να του δοθούν οι ανάλογες ευκαιρίες να αναδείξει το ταλέντο του;

Δεν είναι καθόλου δύσκολο και όσο περνάει ο χρόνος οι ευκαιρίες που δίνονται στους καλλιτέχνες για εκφραστούν και να ακουστούν είναι ακόμα περισσότερες, το ζήτημα είναι κατά πόσο όταν διαλέγουμε να εκφραστούμε μέσα από την τέχνη το κάνουμε από αυταρέσκεια, ή από ανάγκη. Θεωρώ ότι η δεύτερη κατηγορία, οι άνθρωποι που ασκούν μια τέχνη από ανάγκη, από μια ώθηση εσωτερική, είναι ίσως αυτοί που έχουν κάτι περισσότερο να δώσουν. Ναι είναι πιστεύω είναι εξαιρετικά εύκολο για έναν καλλιτέχνη σήμερα να προβληθεί -πάντα φυσικά μιλώντας για τους καλλιτέχνες του δυτικού πριμοδοτημένου κόσμου που έχουμε άμεση πρόσβαση σε μέσα κοινωνικής δικτύωσης και πλατφόρμες αναπαραγωγής. Γιατί φυσικά υπάρχουν χιλιάδες άλλοι καλλιτέχνες που ζουν μια άλλη πραγματικότητα, που γι’ αυτούς δεν είναι δεδομένα όσα για εμάς είναι απολύτως αυτονόητα. Εμείς λοιπόν, οι καλλιτέχνες του ευνοημένου κόσμου, είμαστε αντίστοιχα πολύ ευνοημένοι με όλα τα τεχνολογικά μέσα που διαθέτουμε, χανόμαστε όμως μέσα στην φλυαρία, στις επιταγές της εμπορικότητας, κάτι που σίγουρα δε θέλουν όλοι να ακολουθήσουν, και που σίγουρα αλλάζει τα δεδομένα και τις ευκαιρίες που δίνονται τελικά σε κάθε καλλιτέχνη.

Πώς έχει διαφοροποιηθεί ο χώρος της τέχνης στην ψηφιακή εποχή του YouTube και πώς μπορεί να αξιοποιηθεί προς όφελος των καλλιτεχνών;

Ο χώρος της τέχνης και η πραγματικότητά μας έχει αλλάξει ολοκληρωτικά τις τελευταίες δεκαετίες, και με όλο και επιταχυνόμενο ρυθμό ελάχιστα πια θυμίζουν τη ζωή όπως τη γνώριζαν οι παλαιότερες γενιές. Οι αλλαγές είναι -κοινώς αποδεκτό- εξαιρετικά δύσκολο να αφομοιωθούν και αυτό ισχύει σίγουρα και για τους ίδιους τους καλλιτέχνες. Η ψηφιακή φύση που έχει αποκτήσει η τέχνη και η τεράστια απήχηση που της προσφέρεται μέσα από τα ψηφιακά μέσα, μπορούν να να την αλλοιώσουν, σίγουρα πάντως την αλλάζουν ουσιαστικά. Είναι άλλο να κλείνω τις οθόνες και όποιου είδους ψηφιακά μέσα διαθέτω, να γράφω ή να παίζω με το φως ενός κεριού, ή έξω στο φυσικό περιβάλλον, σε ένα δάσος, σε μια παραλία, και είναι τελείως διαφορετικό να έχω ως δημιουργικά μέσα προγράμματα μουσικής παραγωγής, ηλεκτρονικές συσκευές παραγωγής ήχου, το YouTube που θα μου δώσει απαντήσεις σε οποιαδήποτε ερώτηση μπορεί να έχω είτε τεχνικής είτε κατασκευαστικής φύσης. Μιλάμε για την επιλογή δύο δρόμων εντελώς διαφορετικών μεταξύ τους. Αξίζει σίγουρα ένας καλλιτέχνης να πειραματιστεί δουλεύοντας αποκλειστικά μέσω της χρήσης συσκευών αναζήτησης, του YouTube και αντίστοιχων ψηφιακών τόπων ως πηγή έμπνευσης, ως ενημερωτικό μέσο αλλά και ως πλατφόρμα αναπαραγωγής της τέχνης του και αντίστοιχα σε ένα διαφορετικό εγχείρημα είτε στα πλαίσια δικής του έρευνας είτε ως καλλιτεχνικό πρότζεκτ να απομονωθεί από οποιοδήποτε είδος ψηφιακού μέσου για όλες τις παραπάνω διαδικασίες και στάδια και αφού ολοκληρώσει το έργο του να παρατηρήσει, να συγκρίνει τις δύο αυτές εμπειρίες και τα καλλιτεχνικά γεννήματά τους.

Ποια είναι η γνώμη σας για τα νέα, εξαιρετικά δημοφιλή στη νεολαία, μουσικά ρεύματα;

Η δημοφιλής μουσική είναι καθρέφτης της συλλογικής συνειδησης, της αισθητικής και των αναγκών μιας γεννιάς. Έχει σημασία να τη δούμε ως μέσο έκφρασης και αντίδρασης, αναδιαμόρφωσης και αναθεώρησης όσων μία γενιά παρέλαβε από την προηγούμενη. Η αλλαγή των ακουσμάτων είναι δεδομένη και κομμάτι της αλλαγής της ζωής της ίδιας, αξίζει μόνο να αναρωτηθούμε αν στη συγκεκριμένη χρονική στιγμή πού βρισκόμαστε τα ακούσματά μας είναι επιλογή ή εμπορικό προϊόν που μας επιβάλλεται. Και φυσικά θα απαντήσω ότι πολλοί σπουδαίοι καλλιτέχνες ήταν και είναι εξαιρετικά εμπορικοί. Υπάρχει όμως μια άλλη παραμετρος που έχει μεγάλη σημασία πιστεύω και έτσι μου γεννιέται η ερώτηση: είναι ένα τραγούδι ή ένα μουσικό κομμάτι ικανό να αντέξει στο χρόνο; με λίγα λόγια αν το ακούσουν μελλοντικές γενιές, θα μπορέσουν άραγε να αναγνωρίσουν κάτι, να ταυτιστούν με κάτι; Ίσως αυτό είναι που με ανησυχεί περισσότερο: ή πεπερασμένη, βραχυπρόθεσμη φύση της σύγχρονης μουσικής που προορίζεται και καταναλώνεται κυρίως από τη νεολαία. Με απογοητεύει κάπως το γεγονός ότι ενώ ακόμα σήμερα η δική μου, οι παλαιότερες γενιές αλλά και η σημερινή νεολαία μπορούμε να ακούσουμε Neil Armstrong, Μάνο Χατζιδάκι, παραδοσιακές μουσικές του κόσμου με ρίζες βαθιά μέσα στο χρόνο και να ταυτιστούμε, παρ’ όλα αυτά δύσκολα θα ακούσουμε ξανά την επιτυχία που ήταν νούμερο ένα πέρυσι τέτοια εποχή.

Αυτό φυσικά δεν λέει κάτι για τη νεολαία, απεναντίας λέει κάτι για εμάς, τους καλλιτέχνες και τους καλλιεργητές της μουσικής κουλτούρας.

Δεν βλέπω αυτή την συνθήκη ως απειλητική σε καμία περίπτωση γιατί πιστεύω αληθινά ότι κάθε φάση που περνάμε είναι μια αναγκαία κατάσταση από την οποία πρέπει να μάθουμε ώστε να εξελιχθούμε. Είναι η απεικόνιση της πραγματικότητας που ζούμε, σε ένα ψηφιακό κόσμο που συνυπάρχει με τον φυσικό και στον οποίο έχουμε όλοι πια πρόσβαση σε μουσικές, σε ακούσματα και θεώρηση εικόνων που έρχονται από την άλλη μεριά του πλανήτη. Είναι αποτέλεσμα της παγκοσμιοποίησης της τέχνης και της εμπορευματοποίησης της μουσικής σε ακραίο βαθμό. Ελπίζω και περιμένω με ανυπομονησία τη νέα εποχή όπου η μουσική θα γίνει ξανά περισσότερο ελκυστική για τον ήχο της παρά για την εικόνα που προβάλλει σκοπεύοντας να δημιουργήσει εντυπώσεις.

Είναι ένα θέμα που με απασχολεί πολύ το συγκεκριμένο και παρατηρώ με μεγάλη αφοσίωση τους νέους ηλικιακά μαθητές μου εδώ, όπως και παλαιότερα στην Ελλάδα, για να κατανοήσω τι είναι αυτό που αφορά κάθε γενιά, πια είναι τα δεδομένα που διαμορφώνουν τα ακούσματα της.

Είναι οι ζωντανές εμφανίσεις αυτές που καταξιώνουν έναν καλλιτέχνη στη συνείδηση του κοινού;

Η παράσταση είτε μουσική είτε θεατρική είναι μαγεία, είναι τελετουργία, είναι σύνδεση, μοίρασμα τέτοιο που δεν μπορεί να αντικατασταθεί από την ψηφιακή αναπαραγωγή. Όσο και αν τα ψηφιακά μέσα κερδίζουν τόπο και εν περιπτώσειαντικαταστούν ακόμα και μέσω ολογράμματος τον καλλιτέχνη, η φυσική παρουσία του ίδιου και του κοινού στον ίδιο χώρο δεν πιστεύω ότι θα αντικατασταθεί ποτέ. Η ζωντανή συνύπαρξη στον ίδιο τόπο δημιουργεί μια ιερή συνθήκη, ένα μοίρασμα και μια εμπειρία μετουσίωσης του εαυτού, των ιδεών μας. Πάντα φεύγοντας από μια ζωντανή παράσταση γνωρίζω ειδικά ως θεατής, ότι δεν είμαι πια η ίδια, κάτι μέσα μου έχει αλλάξει, ίσως αργήσω να κατανοήσω το τι αλλά η αλλαγή είναι μια βέβαιη αίσθηση.

Τώρα, η καταξίωση, είναι ένα άλλο θέμα, που έχει μεταβλητές την εμπορικότητα, την εικόνα, την προώθηση του έργου και την περσόνα που ενδεχομένως χτίζει ένας καλλιτέχνης. Πιστεύω ότι πάντα θα υπάρχουν καλλιτέχνες που θα συνεχίσουν να μιλούν ουσιαστικά στον κόσμο, να κάνουν θέατρο, να παίζουν ζωντανή μουσική, να αναζητούν και να προσφέρουν αυτή τη σύνδεση στη μυσταγωγία της ζωντανής εμφάνισης, της ζωντανής επαφής.

Ποια είναι η γνώμη σας για τα μουσικά reality shows και τι θα συμβουλεύατε τα παιδιά που θέλουν να ασχοληθούν με τη μουσική;

Η γνώμη μου είναι πως κάθε εποχή διέπεται από τους κανόνες της, έτσι στην εποχή μας τα reality shows είναι κανόνας στον κόσμο της διασκέδασης. Δεν υπάρχει αμφιβολία πως σε μία τέτοια εκπομπή με μουσικό περιεχόμενο, η προβολή ενός καλλιτέχνη είναι πολύ μεγάλη, συνεπώς και οι ευκαιρίες που δυνητικά μπορούν να βρεθούν στο δρόμο του πολλαπλασιάζονται κατακόρυφα. Παρόλο που η τηλεόραση δεν αφορά πλέον τόσο τις νέες γενιές, αφού αυτές «κυκλοφορούν» περισσότερο στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, σίγουρα η συμμετοχή σε ένα τέτοιο πρόγραμμα παραμένει μεγάλη πρόκληση ειδικά για τους ανερχόμενους καλλιτέχνες.

Αν μου ζητούνταν η γνώμη μου από ένα νέο παιδί δε θα το αποθάρρυνα από την ιδέα να συμμετάσχει αν πραγματικά το θέλει και το κάνει συνειδητά, με επίγνωση των ενδεχομένων δυσκολιών που μπορεί να αντιμετωπίσει, αθέμιτο ανταγωνισμό, ηθικά διλήμματα, μία ενδεχόμενη ξαφνική δημοφιλία που όσο και αν είναι επιθυμητή, χρειάζεται αντίστοιχη ψυχική δύναμη και ταπεινότητα για να μπορέσει να τη διαχειριστεί. Από κει και πέρα, η μουσική, το έργο ενός καλλιτέχνη δεν αλλάζει αξία ανάλογα με το μέσον που θα το προβάλει. Το ερώτημα είναι αν τα reality shows μπορούν να κάνουν χώρο για μουσική και τραγούδια που έχουν βάθος μεγαλύτερο από προϊόντα με ημερομηνία λήξης, όπως αυτά που δυστυχώς η τηλεόραση προβάλλει στη συντριπτική πλειοψηφία των περιπτώσεων. Και εδώ η ευθύνη είναι κοινή, μοιράζεται ανάμεσα στον καλλιτέχνη και στο μέσον. Φυσικά είναι απαραίτητα τα κομμάτια εύκολης και γρήγορης κατανάλωσης, όταν όμως ένας καλλιτέχνης έχει συγκεκριμένα πράγματα που θέλει να εκφράσει δεν πρέπει να τον ενδιαφέρει πως θα προσαρμοστεί στο μέσον και στους κανόνες που το διέπουν, αλλά μονάχα αυτό καθαυτό το καλλιτεχνικό του γέννημα. Μείνε πιστός στη εσωτερική φωνή και ανάγκη που σε κάλεσαν να ασχοληθείς με τη μουσική, μην τις προδώσεις για κανέναν, άσχετα αν τραγουδάς μπροστά σε δύο φίλους με μια κιθάρα στην παραλία, στο κουτουκάκι της γειτονιάς σου ή όταν σε βλέπει το κοινό ζωντανά και σε περικυκλώνουν τα εκτυφλωτικά τηλεοπτικά φώτα. «Μείνε αυθεντικός» είναι νομίζω η πολυτιμότερη συμβουλή και το σπουδαιότερο κατόρθωμα για έναν καλλιτέχνη.

Ένας μήνας “καραντίνα”. Ποιοι είναι οι πέντε δίσκοι που θα θέλατε μαζί σας;

Αν με έβρισκε η καραντίνα τώρα, σίγουρα θα χρειαζόμουν: “Pastel Blues” της Nina Simone, “Beethoven for all” υπό διεύθυνση D. Barenboim, “On every street” Dire Straits, “Twin Peaks soundtrack” Angelo Badalamenti, και το “Debut” άλμπουμ της Björk. All time classics για μένα, θα με βοηθούσαν να μείνω ψύχραιμη και να κρατήσω τη φαντασία και το πνεύμα ζωντανά.