/Δέσποινα Σαραφείδου: Σαν να ακροβατείς σε τεντωμένο σχοινί

Δέσποινα Σαραφείδου: Σαν να ακροβατείς σε τεντωμένο σχοινί

Η ηθοποιός Δέσποινα Σαραφείδου πρωταγωνιστεί στην παράσταση “Τυφλή,τυφλή φοράδα, πού πας;”. Με αυτή την αφορμή απαντά στις ερωτήσεις που της θέτει ο Κωνσταντίνος Μανίκας, για το συγκεκριμένο έργο και τα μηνύματά του, για την πορεία των παραστατικών τεχνών και τα καλλιτεχνικά όνειρά της.

“Τυφλή, τυφλή φοράδα, πού πας;” στο Θέατρο Φούρνος. Πώς θα περιγράφατε συνοπτικά την παράσταση;

Μια περιπλάνηση στην Αθήνα και στην επαρχιακή μεθόριο. Μια περιδιάβαση σε ζωές δυσκολεμένες, σε πρόσωπα μοναχικά, έκκεντρα, αποσυνάγωγα, αλλά και τόσο οικεία. Μια αποτύπωση της υπαρξιακής αγωνίας, του πόνου, της αγριότητας, της τρέλας, αλλά και της τρυφερότητας, της καλοσύνης, του έρωτα που λυτρώνει, της αγάπης που κινεί βουνά και ενώνει. Μια παρηγοριά για την κοινή μας μοίρα και την κοινή μας δύναμη.

Τι ήταν το πρώτο που σας έκανε εντύπωση στα διηγήματα του Σωτήρη Δημητρίου;

Διάβασα χρόνια πριν, όταν πρωτοδημοσιεύτηκε, το «Ντιάλιθ’ ιμ, Χριστάκη», το διήγημα που παρουσιάζουμε στην αρχή της παράστασης. Ήταν η πρώτη μου επαφή με το έργο του Σωτήρη Δημητρίου. Θυμάμαι ακόμα πώς με χτύπησαν κατάστηθα οι λέξεις του. Αυτός ο λόγος, τόσο δωρικός και συνάμα γεμάτος χυμούς, που κουβαλά θαρρείς όλη τη γλωσσική μας ιστορία. Με συγκλόνισε η ματιά του στα ανθρώπινα, αυτή η μείξη σκληρότητας και τρυφερότητας, κατανόησης πάνω απ’ όλα, που εκφράζει με τέτοια πληρότητα την οδύνη μας και ταυτόχρονα λειτουργεί σαν βάλσαμο προσφέροντάς μας ανακούφιση και χαμόγελο.

Διαφορετικές ιστορίες, διαφορετικοί ρόλοι άρα και διαφορετικές ερμηνευτικές απαιτήσεις. Πόσο δύσκολη είναι αυτή η μετάβαση στο πλαίσιο μιας παράστασης;

Το υλικό εν προκειμένω είναι πέντε διηγήματα που διαγράφουν με άφθαστη ζωντάνια και οικονομία τους ήρωες και τις ηρωίδες τους. Μια πρώτη δυσκολία είναι λοιπόν η μεταφορά του πεζού λόγου στη σκηνή. Είναι σαν να ακροβατείς σε τεντωμένο σχοινί, ανάμεσα στο αφηγούμαι μια ιστορία και στο παίζω έναν ρόλο. Επιπλέον, χρειάζεται ετοιμότητα, εγρήγορση και χαλάρωση μαζί, ευελιξία, ταχύτητα εναλλαγής για τις μεταβάσεις μέσα σε κάθε διήγημα αλλά και στα περάσματα από το ένα διήγημα στο άλλο. Γιατί πρόκειται εντέλει για πέντε μονόλογους συν έναν, αυτόν που τους συνέχει όλους σε μια ενιαία ερμηνεία, παρά το ιδιαίτερο ύφος κάθε ιστορίας. Όμως οι δυσκολίες αυτές αποτελούν και μια εξαιρετική άσκηση των εργαλείων του ηθοποιού, μια σπάνια ευκαιρία να ακονίσει και να προχωρήσει την τέχνη του. Είμαι ευγνώμων που «μου δόθηκε η χάρη» να καταπιαστώ με ένα τέτοιο εγχείρημα.

Υπάρχει κάποια από τις ηρωίδες που θεωρείται ότι εκφράζει περισσότερο κάτι από εσάς;

Δεν μπορώ να πω ότι ταυτίζομαι με μία συγκεκριμένα, όμως αναγνωρίζω πολλές ψηφίδες του εαυτού μου στις γυναίκες των διηγημάτων αυτών. Φόβους, τραύματα, προσδοκίες… Υπάρχει πάντως κάτι συνταρακτικό για μένα που συνδέει όλες αυτές τις ηρωίδες, είναι μια παράξενη, άγρια δύναμη, ίσως η ενστικτώδης δύναμη της θηλυκότητας που αντέχει μέσα στην αβίωτη ζωή. Μια σχεδόν εμμονική ορμή που τις κινεί και τις οδηγεί τελικά, ακόμα και την ώρα της απώλειας ή της συντριβής, στην απελευθέρωση, στη λύτρωση.

Ποιες ήταν οι βασικές σκηνοθετικές κατευθύνσεις;

Το μεγάλο στοίχημα εδώ ήταν να βρεθεί ο τρόπος μεταφοράς του πεζού λόγου, και μάλιστα ενός ιδιαίτερα πυκνού, λαμπρού λόγου, στο θέατρο. Η σκηνοθετική κατεύθυνση του Δαμιανού Κωνσταντινίδη ήταν η αναζήτηση μιας ισορροπίας μεταξύ αφήγησης και υπόκρισης, αποφεύγοντας κάθε θεατρινισμό ή μελοδραματισμό, διερευνώντας τον δραματικό πυρήνα των λέξεων του Σωτήρη Δημητρίου, αντλώντας έμπνευση για την αισθητική της παράστασης από τους πίνακες του Γιώργου Ρόρρη. Αλήθεια, αμεσότητα, λιτότητα και ταυτόχρονα συγκίνηση ήταν τα βασικά ζητούμενα. Για μένα, η συνεργασία μαζί του υπήρξε, άλλη μια φορά, μια εμπειρία ανεκτίμητη. Η ευφυία και η σοφία του είναι για τον ηθοποιό απελευθέρωση και πολύτιμη διδαχή.

Ποιο πιστεύετε ότι είναι το βασικό μήνυμα που θα αποκομίσουν οι θεατές και ποιες είναι οι αντιδράσεις τους στην πρόοδο της πλοκής;

Δεν πιστεύω πως το θέατρο μπορεί να γίνει μήνυμα ικανό να επιφέρει άμεσο αποτέλεσμα. Βέβαια, το θέατρο είναι ένα συλλογικό βίωμα, είναι η στιγμή της συνάντησης του θεατή με τον ερμηνευτή (και όλους όσοι εργάστηκαν για την παράσταση), η εφήμερη συνύπαρξή τους. Αυτή η σύνδεση, η συν-κίνηση, μπορεί να επηρεάσει το κοινό, να μετατοπίσει το βλέμμα του, να το ευαισθητοποιήσει.

Η «Τυφλή φοράδα» πρωτοπαρουσιάστηκε την περασμένη άνοιξη στον Φούρνο, ενώ το φθινόπωρο ταξίδεψε στη Δράμα, τη Θεσσαλονίκη και τα Γιάννενα. Μέχρι τώρα, οι θεατές αγκάλιασαν με θέρμη και ενθουσιασμό την παράστασή μας. Γιατί όλοι ταλανιζόμαστε από την ίδια αγωνία, εννοώ όχι του θανάτου, αλλά της ζωής. Κουβαλάμε πληγές, βιώνουμε διαψεύσεις και ματαιώσεις, έχουμε όνειρα, πάθη και ελπίδες. Η αντανάκλασή μας στους απελπισμένους ή παράλογα αισιόδοξους ήρωες του Σωτήρη Δημητρίου μάς συνδέει βαθύτερα με τον εαυτό μας και με τους άλλους, με όλα τα πλάσματα αυτού του κόσμου.

Λείπουν οι πρωτότυπες ιδέες από τον θεατρικό χώρο και τι χρειάζεται για να αναπτυχθεί περαιτέρω ο χώρος;

Δεν νομίζω ότι λείπουν οι πρωτότυπες ιδέες, αλλά δεν ξέρω και αν η πρωτοτυπία είναι το μέγιστο ζητούμενο. Ωραίο είναι το εσωτερικά αναγκαίο, έλεγε ο Καντίνσκυ μιλώντας για την τέχνη. Αυτή η εσωτερική αναγκαιότητα ίσως σπανίζει σήμερα, με την έννοια ότι αν δεν συναρπάζει, αν δεν συγκλονίζει πρώτα εσένα αυτό που κάνεις, πώς θα φτάσει στον θεατή; Δυστυχώς στην εποχή μας το θέατρο κινείται σε αρκετές περιπτώσεις με όρους αγοράς, ή σε μια καλύτερη εκδοχή με όρους διασκέδασης. Έτσι προβάλλονται κατά κύριο λόγο παραστάσεις-θεάματα που έχουν την υποστήριξη μεγάλων οργανισμών ή παραγωγών. Από την άλλη, προσωπικά βλέπω δουλειές που πραγματικά με αγγίζουν, φτιαγμένες με εντιμότητα, έμπνευση, μεράκι, συνήθως από μικρές ομάδες. Θα ήταν ευχής έργο να λάμβαναν υποστήριξη και να μπορούσαν να παρουσιάζονται για μεγαλύτερο διάστημα τέτοιες παραστάσεις.

Ποια είναι τα επόμενα σχέδιά σας και ποιο το μεγαλύτερο καλλιτεχνικό όνειρο σας;

Έχοντας μόλις ολοκληρώσει έναν πρώτο κύκλο παραστάσεων με Τα άνθη του κακού σε κείμενο – σκηνοθεσία του Sergio Blanco, στο Θέατρο του Νέου Κόσμου, προγραμματίζουμε να ταξιδέψει η παράσταση. Ο μονόλογος Kassandra, επίσης του Blanco, θα παρουσιαστεί σε φεστιβάλ. Θα θέλαμε ακόμα να συνεχίσει την περιοδεία της στην Ελλάδα η «Τυφλή φοράδα», αλλά και να εξακολουθήσουμε την έρευνά μας στο έργο του Σωτήρη Δημητρίου, ανεβάζοντας το Ν’ ακούω καλά τ’ όνομά σου.

Όσο για μεγάλα όνειρα, έχω πάρα πολλά – να παίξω στη μεγάλη Επίδαυρο, να μιλήσω τον Τσέχοφ, τον Τέννεση Γουΐλλιαμς, τη Μαργαρίτα Καραπάνου, τη Χάννα Άρεντ κ.ά., κ.ά. Κυρίως όμως θέλω να βρίσκομαι με ανθρώπους που δονούνται στον ίδιο τόνο, από την ίδια συγκίνηση – και νιώθω τυχερή γιατί φέτος δούλεψα, και στα Άνθη του κακού και στην «Τυφλή φοράδα», με υπέροχους συνεργάτες.

Σας ευχαριστώ για τη συζήτηση!