Η Σοφία Μιμιλίδου απαντά στις ερωτήσεις που της θέτει ο Κωνσταντίνος Μανίκας, με αφορμή την κυκλοφορία της ποιητικής συλλογής «Ειδο-ποιήσεις».
Κυκλοφόρησε από τις Εκδόσεις Ιωλκός το νέο βιβλίο σας «Ειδο-ποιήσεις». Πώς θα το περιγράφατε συνοπτικά;
Πρόκειται για ένα ποιητικό βιβλίο το οποίο χωρίζεται σε έξι θεματικές ενότητες, καθεμία συνοδευμένη από το δικό της «μότο-ειδοποίηση»: Επικίνδυνα καιρικά φαινόμενα | Missing Alert: Μία γυναίκα εξαφανίστηκε | Τηρείτε τις αποστάσεις ασφαλείας | Ο συνδρομητής που καλέσατε δεν είναι διαθέσιμος | Έχετε μη αναγνωσμένα μηνύματα | Το υπόλοιπό σας δεν επαρκεί
Η συλλογή αγγίζει πολλά και διαφορετικά μεταξύ τους θέματα. Εάν θα έπρεπε να το περιγράψω συνοπτικά, θα έλεγα πως αποτελεί μια απόπειρα να αποτυπωθεί η δύσκολη και συχνά απότομη ενηλικίωση των ανθρώπων της γενιάς μου. Μιας γενιάς που αν και μεγάλωσε με τόσες ανέσεις και υποσχέσεις, αργότερα χαρακτηρίστηκε ως «χαμένη γενιά». Μιας γενιάς που αναζητά διαρκώς οδούς διαφυγής μες στον λαβύρινθο ενός κόσμου που αλλάζει με ιλιγγιώδη ταχύτητα· ενός κόσμου όπου η ψηφιακή μας παρουσία προηγείται συχνά της πραγματικής και τα συναισθήματα μεταφράζονται σε εικονίδια κι ειδοποιήσεις.
Ποια ζητήματα επιθυμείτε να θίξετε με αυτό σας το έργο και πώς προέκυψε η συγκεκριμένη έμπνευση;
Στις «Ειδο-ποιήσεις» επιχειρώ να αγγίξω όλο εκείνο το φάσμα των μικρών και μεγάλων αναταράξεων που μας διαμορφώνουν: τον άστατο καιρό και τον άδικο χρόνο, τον έρωτα και την απώλειά του, τον φόβο, την αγάπη, την αποξένωση, τη σχέση μας με τη φύση αλλά και με τον ψηφιακό μας εαυτό. Μαζί τους, οι κάθε λογής προσποιήσεις της εποχής, τα αδιάβαστα μηνύματα, οι αμφίσημες σιωπές, τα αναπάντητα ερωτήματα.
Η κεντρική ιδέα της συλλογής προέκυψε από την ανάγκη μου να σχολιάσω τον ρυθμό της εποχής μας∙ μιας εποχής όπου τα πάντα αποκτούν ψηφιακό βάρος, όπου οι τραγικές ειδήσεις καταναλώνονται μέσα σε δευτερόλεπτα από τα αδιάφορα και αδηφάγα μάτια μας και όπου η συνεχής «σύνδεση» συνυπάρχει με μια βαθιά εσωτερική αποσύνδεση. Μέσα σε αυτό το τοπίο, το βιβλίο γράφτηκε ως μια προσπάθεια αντίστασης στη φθορά και στην επιφανειακότητα, μια προσπάθεια να ειδο-ποιήσει, να προειδοποιήσει και, ίσως, να ενεργοποιήσει τον αναγνώστη.
Τι πιστεύετε ότι θα αποκομίσει ως απόσταγμα ο αναγνώστης;
Ελπίζω ο αναγνώστης να αποκομίσει μια μικρή στιγμή αναγνώρισης — εκείνη τη στιγμιαία αίσθηση ότι κάποιος άλλος έχει νιώσει κάτι που νόμιζε πως ήταν απολύτως δικό του. Δεν με ενδιαφέρει τόσο αν τα ποιήματα «αρέσουν», αν θα είναι άξια να αποσπάσουν πολλά likes στα κοινωνικά δίκτυα (γιατί πολλοί γράφουν πλέον και με τέτοια κριτήρια), όσο αν λειτουργούν ως καθρέφτες που επιστρέφουν μια αλήθεια, έστω και άβολη. Αν το βιβλίο καταφέρει να φωτίσει μια σκέψη, να ξυπνήσει μια μνήμη ή να ονομάσει ένα συναίσθημα που δεν είχε ειπωθεί, τότε έχει ήδη πετύχει τον σκοπό του.
Ποιο ήταν το ερέθισμα για να ασχοληθείτε με τη συγγραφή;
Το πρώτο ερέθισμα για να γράψω προέκυψε αφότου πέρασα ένα μεγάλο διάστημα μελετώντας σύγχρονη ποίηση με αφορμή το μάθημα της λογοτεχνίας στο σχολείο και ακούγοντας πολλή μελοποιημένη ποίηση. Ήταν η ανάγκη να μετατρέψω, ως έφηβη που ήμουν, τις απορίες, τις μικρές αδικίες κι όλα τα συναισθήματα που φούσκωναν μέσα μου σε κάτι απελευθερωτικό. Ως φιλόλογος πια, ο καθημερινός μου κόσμος είναι γεμάτος από γλωσσικούς κανόνες, συμβάσεις και διορθώσεις. Η ποίηση, αυτή η επανάσταση των λέξεων, ανοίγει για εμένα διαρκώς νέες διαστάσεις διαμορφώνοντας έναν τόπο απόλυτης ελευθερίας και αντίστασης στη φθορά, αφού έχει τη δύναμη να ντύνει τα νοήματα με το υλικό της αφθαρσίας.
Τι ρόλο έχει πλέον το βιβλίο, στον ψηφιακή μας κόσμο; Πόσο επηρεάζεται από τις εξελίξεις στην τεχνητή νοημοσύνη;
Όσο κι αν με ανησυχεί αυτή η νέα πραγματικότητα, πιστεύω πως το βιβλίο δεν χάνει τον ρόλο του· αντιθέτως, αρχίζει να λειτουργεί ολοένα και περισσότερο ως αντίδραση. Η τεχνητή νοημοσύνη αλλάζει πολλά, όμως ακριβώς αυτή η νέα πραγματικότητα κάνει το βιβλίο -με την προϋπόθεση ότι θα παραμείνει ανθρώπινο δημιούργημα- να αποκτά καινούριο βάρος: γίνεται χώρος όπου ο άνθρωπος θυμάται τον στοχασμό, την ενσυναίσθηση, την ονειροπόληση. Δεν το θεωρώ θύμα της εποχής, αλλά αντίδοτό της. Γι’ αυτό και στο εξώφυλλο επέλεξα μια χάρτινη σαΐτα ως «ειδοποίηση» -ένα σύμβολο του χειροποίητου, του ανθρώπινου, του αναλογικού που αντιστέκεται.
Ποιον ορισμό θα δίνατε στην έννοια της λογοτεχνίας;
Η λογοτεχνία είναι μια μικρή πράξη αντίστασης απέναντι στον τρόπο που μας επιβάλλεται να σκεφτόμαστε. Είναι η απόπειρα να πούμε κάτι αληθινό πέρα από τις συμβάσεις που μας περιορίζουν. Γι’ αυτό και τη θεωρώ τον πιο ειλικρινή χώρο όπου μπορεί να υπάρξει η ανθρώπινη εμπειρία.
Γιατί οι Έλληνες διαβάζουν λογοτεχνία λιγότερο από τον μέσο Ευρωπαίο;
Οι Έλληνες ίσως διαβάζουν λιγότερο επειδή στο σχολείο εκπαιδευτήκαμε να αντιμετωπίζουμε τα βιβλία ως «εξεταστέα ύλη», όχι ως εμπειρία. Η σχέση αυτή είναι μια σχέση που απαιτεί εξοικείωση και υπομονή, για αυτό χρειάζεται φροντίδα από μικρή ηλικία.
Πιστεύετε στη μοίρα ή στην τύχη;
Πιστεύω στην προσευχή και τη δύναμή της η οποία μπορεί να ορίσει και τις δύο.
Ένας μήνας “καραντίνα”. Ποια είναι τα πέντε βιβλία που θα θέλατε μαζί σας;
Αν έπρεπε να επιλέξω πέντε βιβλία σε μια υποθετική καραντίνα, θα έπαιρνα εκείνα τα βιβλία στα οποία επιστρέφω διαρκώς: τους συγκεντρωτικούς τόμους των ποιημάτων του Αναγνωστάκη και του Σεφέρη, την «Τέταρτη διάσταση» του Ρίτσου, «Στον φάρο» της Γουλφ, κάποια πολύ μεγάλη ανθολογία ποιημάτων (γιατί τα ποιήματα δεν είναι ποτέ αρκετά) και πολλά από τα αδιάβαστα βιβλία που περιμένουν στη βιβλιοθήκη μου.
Χρειαζόμαστε περισσότερο ρομαντισμό ή ρεαλισμό στην εποχή μας;
Η καθημερινή έκθεσή μας σε σκληρές εικόνες ρεαλισμού μας έχει οδηγήσει στο να συνηθίζουμε την ασχήμια και την κάθε είδους βία της εποχής, να παραιτούμαστε από όνειρα και διεκδικήσεις. Θα απαντήσω με ένα απόσπασμα από το ποίημα «Δεν προλαβαίνουμε»: […]
δεν προλαβαίνουμε,
γίναμε ήχοι τακουνιών στο σκοτάδι̇
τώρα που ανήκουμε περισσότερο στα θλιβερά μας διαμερίσματα
παρά στα όνειρά μας,
δεν προλαβαίνουμε,
κι αν μεγαλώνουν οι οθόνες μικραίνουμε εμείς,
η σιωπή μάς φιλάει στο στόμα -δεν προλαβαίνουμε-
φουσκώνουν οι θάλασσες
(δεν πάνε εκεί τα δάκρυά μας)
κι εμείς οι χάρτινες βαρκούλες στη γη που φλέγεται,
δεν προλαβαίνουμε.
Γι’ αυτό σας λέω
ας βάλουμε λίγη ποίηση στα λόγια μας,
ας κοιτάξουμε το φεγγάρι σαν πρωτοφανέρωτο άστρο,
ας χτίσουμε απ’ την αρχή σαν κάστρα τα παιδικά μας χαμόγελα,
γιατί δεν προλαβαίνουμε,
ν’ αλλάξουμε (αλλιώς/έτσι κι αλλιώς)
τον κόσμο.