Γράφει ο Κωνσταντίνος Μανίκας, συγγραφέας
Το βασικό εγγενές πρόβλημα με την κριτική στις ταινίες – βιογραφίες ιστορικών προσωπικοτήτων είναι η αδυναμία μας να διαχωρίσουμε την καλλιτεχνική προσέγγιση από την ιστορική ανάλυση των γεγονότων. Ακριβώς αυτό συμβαίνει και με την περίπτωση του Καποδίστρια.
Θεωρούμε δεδομένο, ότι αν δεν συμπαθούμε μια ιστορική οντότητα οφείλουμε και να αποδομήσουμε πλήρως και τη γενικότερη σκηνοθετική ματιά. Αν πάλι λατρεύουμε το ιστορικό πρόσωπο θα πρέπει υποχρεωτικά να λατρέψουμε και το κινηματογραφικό αποτέλεσμα.
Δυσκολευόμαστε να διαχωρίσουμε τα δύο ζητήματα λες κι αποτελούν αδιαίρετο σύνολο με ευρύτερες ιδεολογικές ή υπαρξιακές διαστάσεις.
Ζητωκραυγάζουμε για το… υψηλό αποτέλεσμα, πολύ πιο εύκολα, όταν κάτι συνάδει με τις φιλοσοφικές ακόμη και πολιτικές απόψεις μας και ρίχνουμε με ευκολία στην πυρά ότι δεν συμβαδίζει με αυτές.
Η ταινία του Σμαραγδή, – μια μεγαλεπήβολη παραγωγή που χρειάστηκε να υπερβεί τρομερά εμπόδια, πρακτικά αλλά και προερχόμενα από την αντίδραση κάποιων στο να προβληθεί το πρόσωπο του Καποδίστρια ως μια ανιδιοτελής, χαρισματική πολιτική φιγούρα -, διαθέτει τεχνικές αδυναμίες αλλά και αρκετά θετικά στοιχεία.
Υπάρχουν αδύναμες ερμηνείες αλλά και μια καθηλωτική εμφάνιση από τον Μυριαγκό στο ρόλο του Κυβερνήτη. Υπάρχει βαθιά κατανόηση των κινήτρων και των επιλογών του Καποδίστρια αλλά και υπερβολική αγιοποίηση που δεν επιτρέπει στο θεατή να κατανοήσει πλήρως το ευρύτερο κλίμα και τις τάσεις της εποχής, ανεξαρτήτως των προσωπικών μας προτιμήσεων. Άλλωστε αυτή είναι η μανιέρα του σκηνοθέτη και αυτές τις αντιφάσεις «λατρεύουμε» να αγαπούμε ή να μισούμε στο έργο του.
Ηγέτες με την εμβέλεια του Καποδίστρια είναι σίγουρο ότι θα συνεχίσουν να γεννούν αντεγκλήσεις.
Ο καθένας θα διαβάζει τα δεδομένα μέσα από τα δικά του ιδεολογικά γυαλιά ή προβάλλοντας και κρίνοντας εσφαλμένα τα τότε συμβάντα με όρους των συνθηκών και των προτεραιοτήτων του σήμερα. Αυτό όμως δεν θα πρέπει να μας επιτρέπει να θολώνουμε την κρίση μας για το πολιτιστικό αποτύπωμα μιας δημιουργίας και να συνομιλούμε αποκλειστικά με αυτούς τους όρους. Αλλιώς δήθεν νοιαζόμαστε για την τέχνη ενώ στην ουσία ψάχνουμε νέα πεδία για να ενισχύσουμε το προσωπικό ή συλλογικό αφήγημά μας.