/Γιάννης Δενδρινός: Τα τραύματα, μικρά και μεγάλα, είναι πάντα παρόντα

Γιάννης Δενδρινός: Τα τραύματα, μικρά και μεγάλα, είναι πάντα παρόντα

Ο συγγραφέας Γιάννης Δενδρινός απαντά στις ερωτήσεις που του θέτει ο Κωνσταντίνος Μανίκας, με αφορμή την κυκλοφορία της νουβέλας “Όλοι αγαπούν τα τραύματά τους”.

1. Κυκλοφόρησε από τις Εκδόσεις Διόπτρα η νουβέλα σας «Όλοι αγαπούν τα τραύματά τους». Πώς θα την περιγράφατε συνοπτικά;

Είναι μια ιστορία για τους ανθρώπους που, έρμαια της ιστορικής συγκυρίας, κάποιες φορές και της ίδιας της τύχης, έρχονται και φεύγουν από τη ζωή εντελώς αθόρυβα∙  σαν μια ανάσα, θα έλεγε κανείς. Και σε αυτό τον χαμηλόφωτο και σιωπηλό βίο που διάγουν, το μόνο που προλαβαίνουν να δουν είναι η καθημερινή συντριβή των ονείρων και της προσωπικής τους θέλησης.

2. Ποια είναι τα κίνητρα και οι στόχοι των βασικών ηρώων σας;

Να περάσουν μια ήρεμη ζωή, ανθρώπινη, που να ανταποκρίνεται στις προσδοκίες τους.  Όλα όμως θολώνουν όταν η εποχή στην οποία ζουν είναι τόσο πυκνή σε εκβιαστικά διλήμματα και πιεστικές συνθήκες (μιλάμε, εν προκειμένω, για την περίοδο από τον εμφύλιο έως και την πρώιμη μεταπολίτευση), που θέτουν τα όποια κίνητρα και στόχους των ηρώων σε δεύτερη μοίρα.

3. Τελικά, αγαπάμε τα τραύματά μας ή την ανάμνηση της χαράς πριν το τραύμα; 

Τα τραύματα, μικρά και μεγάλα, είναι πάντα παρόντα, διηθούνται και ερμηνεύονται με τα νέα γεγονότα και τις προσλήψεις κάθε εποχής, ενώ η πολύχρονη διαπραγμάτευση μαζί τους οδηγούν σχεδόν αναπόφευκτα σε μια αγαπητική σχέση. Και αν για κάποιους τα τραύματα αυτά αποτελούν αιχμαλωσία μιας ζωής, για άλλους αποδεικνύονται μια πραγματική απελευθερωτική εμπειρία.

4. Τι πιστεύετε ότι θα αποκομίσει ως απόσταγμα ο αναγνώστης; 

Αυτό εξαρτάται, νομίζω, από τον ίδιο. Γενικότερα, κάθε αναγνώστης αξιοποιώντας τα δικά του εργαλεία και εμπειρίες δίνει στην αφήγηση τη δική του νοηματοδότηση, η οποία ενδέχεται, κάποιες φορές, να αποκλίνει δραματικά από την πραγματική πρόθεση του συγγραφέα. Από τη δική μου πλευρά, πάντως, και παρακολουθώντας από μακριά πλέον τους βασικούς χαρακτήρες της ιστορίας μου, κρατώ την αμηχανία του ανθρώπου μπροστά στη δύναμη του τυχαίου.

5. Ποιο ήταν το ερέθισμα για να ασχοληθείτε με τη συγγραφή;

Μου ζητάτε να ανιχνεύσω κίνητρα και προθέσεις σε βάθος χρόνου. Ειλικρινά δεν θυμάμαι. Γνωρίζω, όμως, ότι σήμερα δεν υπάρχει πλέον κανένα κίνητρο που θα μπορούσε να με ωθήσει να μην ασχολούμαι με αυτή.

6. Ποιον ορισμό θα δίνατε στην έννοια της λογοτεχνίας; 

Θα μου επιτρέψετε να το περιγράψω κάπως πιο περιφραστικά. Όταν πριν αρκετά χρόνια,  λοιπόν, έπιασα να διαβάσω ξανά Παπαδιαμάντη, αλλά και Βιζυηνό, ανακάλυψα ότι ανάμεσα στις γραμμές και τις μαγικές τους λέξεις, υπήρχαν κατά κάποιο τρόπο, όλα όσα είχα ή επρόκειτο να διαβάσω σε πεδία πέραν της λογοτεχνίας. Υπήρχε η κοινωνιολογική ματιά, η γοητεία του φιλοσοφικού στοχασμού, η θεολογική οπτική, ανεξίτηλα ίχνη οικονομικής ιστορίας, τα πάντα. Αυτό ακριβώς είναι για μένα η λογοτεχνία. Κατά μια έννοια, ο κόσμος όλος, τα φανερά και τα κρυμμένα.

7. Γιατί οι Έλληνες διαβάζουν λογοτεχνία λιγότερο από τον μέσο Ευρωπαίο; 

Πράγματι, αυτό δείχνουν οι σχετικές έρευνες και  νομίζω ότι οι αιτίες πρέπει να αναζητηθούν σε πολλά επίπεδα. Στο εκπαιδευτικό σύστημα και ιδίως στον μη ελκυστικό τρόπο που διδάσκεται η λογοτεχνία στα σχολεία, στην αναιμική έως ανύπαρκτη στήριξη της πολιτείας, αλλά και σε ένα κοινωνικό και οικογενειακό περιβάλλον που δεν είναι ιδιαίτερα ένθερμο στην εμπέδωση της αναγνωστικής συνήθειας.

8. Πιστεύετε στη μοίρα ή στην τύχη; 

Δεν έχει τόση σημασία τι πιστεύω εγώ. Με ποια κριτήρια εξάλλου να επιλέξω; Το σίγουρο είναι ότι κάποιες φορές αποφάσεις και σχέδια ανατρέπονται τόσο ξαφνικά, που μοιάζει να πορευόμαστε στη ζωή ψηλαφώντας μες στο σκοτάδι.

9. Ένας μήνας “καραντίνα”. Ποια είναι τα πέντε βιβλία που θα θέλατε μαζί σας; 

Δύσκολη ερώτηση.  Έτσι κι αλλιώς δεν θα έφταναν μόνο πέντε. Σε κάθε περίπτωση, θα επέλεγα κάποια βιβλία που παρότι τα έχω διαβάσει επιστρέφω ξανά και ξανά, απολαμβάνοντας κάθε φορά τους χυμούς που αποστάζουν με κάθε ανάγνωση.  Τέτοια είναι π.χ. η Ιστορία των Μεταμορφώσεων του Γιάννη Πάνου, οι Αόρατες Πόλεις του Καλβίνο, το Τι θα γίνω όταν μεγαλώσω του Νάσου Θεοφίλου, η συλλογή Άπαντα τα Πεζά  του Μπόρχες και η Κρύπτη του Ε.Χ. Γονατά.

10. Χρειαζόμαστε περισσότερο ρομαντισμό ή ρεαλισμό στην εποχή μας; 

Παρότι οι βασικές μου σπουδές είναι τεχνικού χαρακτήρα, οφείλω να ομολογήσω ότι δεν μου αρέσει ούτε ο αδυσώπητος ρεαλισμός ούτε η απόλυτα ορθολογική αντίληψη των πραγμάτων. Όχι μόνο στη λογοτεχνία, αλλά και στην καθημερινή πρόσληψη της πραγματικότητας και, φυσικά, στις ανθρώπινες σχέσεις.