Γράφει η Μαρία Σκαμπαρδώνη
Η ζωή του κινήθηκε ανάμεσα στην τραγωδία, το μάρμαρο, τη σκόνη, τη θλίψη. Ο άνθρωπος που λάξευσε την αριστουργηματική “Κοιμωμένη” στο Πρώτο Νεκροταφείο Αθηνών, έζησε μία ζωή που μπορεί να προβληματίσει για την αρνητική επίδραση της μητέρας στη ζωή ενός παιδιού, αλλά να παραδειγματίσει για τη συνεισφορά της τέχνης στην ψυχική πάθηση.
Η ζωή του μυθιστορηματική, άνετα θα γινόταν τηλεοπτική σειρά. Θα μπορούσε να φέρει τον τίτλο “ανάμεσα στην τρέλα και τη δημιουργία”.
Μία ζωή γεμάτη φτώχια, απορρίψεις, στιγματισμό και στο τέλος, λύτρωση.
Ο Γιαννούλης Χαλεπάς ανήκει στις σημαντικότερες μορφές της νεότερης Ελληνικής γλυπτικής.
Γεννημένος στις 24 Αυγούστου 1851, καταγόταν από γνωστή οικογένεια μαρμαρογλυπτών με καταγωγή από την Τήνο. Όλα έδειχναν πως η γλυπτική θα γινόταν η κύρια ενασχολησή του – και έτσι έγινε.
Σε ηλικία 24 ετών, την ηλικία που δημιούργησε την “Κοιμωμένη”, άρχισαν να εμφανίζονται τα πρώτα σημάδια της ψυχικής του πάθησης. Οι αιτίες θα ήταν η ασταμάτητη εργασία, η καταπόνηση, μία ερωτική απογοήτευση ενδεχομένως. Σε μία εποχή που η ψυχολογία και η ψυχιατρική βρισκόντουσαν στα αρχικά τους στάδια ώστε να μην μπορούν οι ειδικοί της εποχής να αντιληφθούν τα βαθύτερα αίτια της ψυχικής του κατάπτωσης, οι γονείς του θεώρησαν ότι είναι κάτι πρόσκαιρο και τον έστειλαν ένα ταξίδι στην Ιταλία.
Όταν εκείνος επέστρεψε χωρίς ικανοποιητικά σημάδια βελτίωσης και με υποτροπή, ο πατέρας του αποφάσισε τον εγκλεισμό του στο Δημόσιο Ψυχιατρείο της Κέρκυρας.
Στην ψυχιατρική κλινική, ο ίδιος αντιμετώπισε τη σκληρότητα που βίωναν οι ψυχικά ασθενείς της εποχής εκείνης, οι οποίοι του απαγόρευσαν και του στέρησαν κάθε επαφή με την τέχνη του.
Στο ψυχιατρείο ο ίδιος θα παραμείνει μέχρι το θάνατο του πατέρα του το 1900, έχοντας ήδη νοηλευτεί για 14 χρόνια. Όταν επέστρεψε την Τήνο βρέθηκε υπό την αυστηρή επιτήρηση της αυταρχικής μητέρας του και αντιμετώπισε την κοινωνική περιθωριοποίηση των συγχωριανών του οι οποίοι τον ανάγκαζαν να κάνει μικροθελήματα και τον περιφρονούσαν.
Η μητέρα θεωρώντας πως ο γιος της τρελάθηκε από την τέχνη, του κατέστρεφε όποιο γλυπτό δημιουργούσε. Στερώντας από το παιδί της την τέχνη και δημιουργία η οποία πλέον στην εποχή μας και αποδεδειγμένα, λυτρώνει τον άνθρωπο.
Ο μεγάλος γλύπτης μπόρεσε να ασχοληθεί ξανά με την τέχνη του μετά το θάνατο της μητέρας του, το 1916 και σε ηλικία 65 ετών.
Έχοντας στιγματιστεί ως “ο τρελός του χωριού”, βιώνοντας την ασφυξία και προκατάληψη της μικρής πόλης, ξεκινάει από την αρχή με όσα όπλα και μέσα είχε στη διάθεσή του.
Θα κερδίσει το χαμένο χρόνο, θα αποκτήσει πανελλήνια αναγνώριση και θα αποδείξει ότι μέσα από τις μεγάλες καταστροφές έρχεται η μεγάλη ευκαιρία. Απέκτησε τη φήμη του “τρελού καλλιτέχνη” που βρήκε τα λογικά του και πολλοί ήταν εκείνοι που τον συνέκριναν με παγκόσμιες μορφές της τέχνης, όπως ο Βαν Γκογκ, ο Ροντέν και ο Πικάσο.
Η ζωή του μεγάλου Χαλεπά διδάσκει πολλά για την ψυχική πάθηση, τις κλειστές κοινωνίες των χωριών, τις μητέρες που βλάπτουν τα παιδιά τους, την ελευθερία που μπορεί να προσφέρει ένας θάνατος, τη δύναμη της τέχνης. Και πάνω από όλα, την αναγέννησή μας μέσα από την καταστροφή μας, όπως ένας φοίνικας που ξαναγεννιέται από τις στάχτες του.