/Ζωή Λάσκαρη: Τα δύσκολα παιδικά χρόνια, η λαμπερή καριέρα και οι μεγάλοι έρωτες

Ζωή Λάσκαρη: Τα δύσκολα παιδικά χρόνια, η λαμπερή καριέρα και οι μεγάλοι έρωτες

Τρία χρόνια χωρίς τη σταρ του ελληνικού κινηματογράφου – Η ζωή της ήταν ένα ανοιχτό βιβλίο με περιπέτειες, απρόοπτα, δόξα, δράμα και μεγάλους έρωτες

Ατίθαση, εκρηκτική, ασυμβίβαστη, γεμάτη ενέργεια, πάθος και ψυχή, η Ζωή Λάσκαρη υπήρξε ένα από τα πιο λαμπερά αστέρια της «χρυσής εποχής» του ελληνικού κινηματογράφου. Η ζωή της ήταν ένα ανοιχτό βιβλίο με περιπέτειες, δόξα, απογοητεύσεις και μεγάλους έρωτες. Βίωσε δύσκολα παιδικά χρόνια, βουτηγμένα στο πένθος, αφού έχασε και τους δύο της γονείς σε μικρή ηλικία. Απ’ το στόμα της δεν βγήκε ποτέ η λέξη «μπαμπάς», αλλά ούτε θυμάται να φωνάζει και τη λέξη «μαμά».

«Ήμουν οκτώ μηνών όταν σκότωσαν τον πατέρα μου, στα 24 του, στον εμφύλιο. Η μητέρα μου πέθανε όταν ήμουν επτά χρονών. Η απώλεια των γονιών είναι ένα κενό που δεν αναπληρώνεται ποτέ. Δεν έζησα Χριστούγεννα. Στο σπίτι είχαμε συνέχεια πένθος. Δεν στολίσαμε ποτέ δέντρο. Γι’ αυτό και δεν αγαπώ τα Χριστούγεννα, άλλωστε. Δεν τα έχω βιώσει» είχε αποκαλύψει σε συνέντευξή της. Μεγάλωσε στη Θεσσαλονίκη, πήγε Δημοτικό στο εκπαιδευτήριο θηλέων Βαλαγιάννη και Γυμνάσιο στην ελληνογαλλική σχολή καλογραιών Καλαμαρί. Ήταν αθλήτρια του μπάσκετ και έπαιζε στον Άρη Θεσσαλονίκης. Μεγαλωμένη με αγάπη και αυστηρότητα από τον παππού και τη γιαγιά της, υπήρξε πλάσμα ανυπότακτο και απρόβλεπτο.

Οι παλιοί λένε πως τα κορίτσια που μένουν ορφανά, τα αναλαμβάνει ο ίδιος ο Θεός και φτιάχνει μοίρες φωτεινές για εκείνα. Σε ηλικία 15 ετών, λοιπόν, η Ζωή Λάσκαρη έλαβε μέρος στα καλλιστεία, δηλώνοντας ψεύτικα στοιχεία. Ψηλή, ξανθιά με αγαλματένιο σώμα κέρδισε τον τίτλο της Σταρ Ελλάς. Σχεδόν ένα μήνα μετά, το νεαρό κορίτσι θα βρεθεί στο Λονγκ Μπιτς της Νέας Υόρκης για τις ανάγκες του διαγωνισμού Μις Υφήλιος. Δεν θα κερδίσει κάποιο τίτλο, αλλά θα μείνει στην Αμερική. Εργάζεται ως μοντέλο, έχοντας συμβόλαιο με τις εταιρείες MCA και CBS και έπαιξε σε κάποιες τηλεοπτικές διαφημίσεις. Για να μπορέσει, όμως, να επιβιώσει, εργάστηκε ως πωλήτρια σε κατάστημα, σε συσκευασίες δεμάτων, ως σερβιτόρα και γενικά κάνει δουλειές που θα της επέτρεπαν να επιβιώσει αξιοπρεπώς. «Δεν αναπολώ ούτε θα ήθελα να γυρίσω τον χρόνο πίσω. Μόνο μπροστά. Το ποτάμι δεν γυρνάει πίσω. Έτσι είναι και ο χαρακτήρας μου» θα εξομολογηθεί αρκετά χρόνια αργότερα.

Ο δρόμος προς την κορυφή

Το 1961, ο Γιάννης Δαλιανίδης την εντοπίζει και τη διαλέγει για πρωταγωνίστρια στην ταινία «Κατήφορος». Η τεράστια επιτυχία της ταινίας έκανε τη Λάσκαρη μία από τις μεγαλύτερες σταρ της εποχής και μόνιμη πρωταγωνίστρια του ελληνικού κινηματογράφου. Ο Φιλοποίμην Φίνος επέλεξε να μην κρατήσει το πραγματικό της επίθετο, προκειμένου να μη γίνεται σύγχυση με την πρώτη της ξαδέλφη, Ζωή Κουρούκλη, η οποία ήταν ήδη γνωστή τραγουδίστρια της εποχής. Το επίθετο Λάσκαρη επέλεξε ο Γιάννης Δαλιανίδης από την ονομασία ενός Ιταλού.

Τα επόμενα χρόνια θα πρωταγωνιστήσει σε όλες τις μεγάλες εισπρακτικές επιτυχίες του Φίνου και θα συνεργαστεί με όλους τους σταρ της εποχής. Από αυτές ξεχωρίζουν ο «Νόμος 4000», η «Στεφανία», το «Μερικοί το προτιμούν κρύο», «Μια κυρία στα μπουζούκια», «Κορίτσια για φίλημα» και «Οι Θαλασσιές οι χάντρες». «Οφείλω τα πάντα στο Φίνο. Μα αυτή είναι η καριέρα μου. Ο Φίνος με καθιέρωσε, ο Φίνος πρόσεχε τους ρόλους μου. Ο Φίνος κοίταζε τη σκηνή κι αν κάτι πήγαινε στραβά έλεγε: “Ξανά η σκηνή”. Ασε που μου έμαθε να θέλω να είναι τα πράγματα τέλεια. Το είχε, βέβαια, και η κούτρα μου, αλλά εκεί εκπαιδεύτηκα. Τώρα κάνεις ένα σίριαλ και σου λένε: “Ελα, δεν πειράζει, δεν καταλαβαίνει ο κόσμος”. Εγώ στεναχωριέμαι διότι ξέρω ότι καταλαβαίνει ο κόσμος» θα δηλώσει η ηθοποιός σε συνέντευξή της λίγα χρόνια αργότερα.

Εμεινε 14 χρόνια στη Φίνος Φιλμ, και μόνο δύο από τις ταινίες της δεν ήταν σκηνοθετημένες από τον Γιάννη Δαλιανίδη. Στα τέλη της δεκαετίας του ’60, η Ζωή Λάσκαρη μαζί με την Αλίκη Βουγιουκλάκη και την Τζένη Καρέζη, θεωρούνταν οι μεγαλύτερες ντίβες και πιο εμπορικές σταρ στην Ελλάδα. Ήταν η μόνη μάλιστα ηθοποιός στον ελληνικό κινηματογράφο που συνεργάστηκε μόνο με μία εταιρία παραγωγής σε όλη την κινηματογραφική της καριέρα. «Ο Φίνος ήθελε να με υιοθετήσει. Τον θεωρούσα οικογένειά μου. Του είπα ότι δεν θέλω να με υιοθετήσει. Και μου είχε πει ότι θα έχω το κλειδί και θα μπαίνω και θα βγαίνω όποτε θέλω από το σπίτι του. Ο Φίνος για μένα ήταν η αρχή, η μέση και το τέλος» είχε αποκαλύψει.

Η εικόνα που διαμόρφωσε μέσα από τις ταινίες της ήταν αυτή της δυναμικής και μοιραίας γυναίκας, ενώ αποτελούσε το κρυφό απωθημένο πολλών αντρών. Ένα βλέμμα της αρκούσε για να καθηλώσει τους πάντες. Για να ρίξει και το πιο απόρθητο ανδρικό κάστρο. «Ο σταρ γεννιέται δεν έχει να κάνει σε τίποτα με την ομορφιά. Είναι η προσωπικότητα που ακτινοβολεί» είχε σημειώσει.

Το 1970 κάνει την πρώτη της θεατρική εμφάνιση στην Αθήνα με το έργο «Μαριχουάνα Στοπ», ενώ ακολουθούν οι μεγάλες θεατρικές επιτυχίες «Ξυπόλητη στο πάρκο» του Neil Simon, «Η κυρία του Μαξίμ» του Georges Feudeau και το «Miss Πέπσι» του Pierrette Bruno. Η υποδοχή που της επιφύλαξαν οι θεατρικοί κριτικοί ήταν ενθουσιώδης. Η τελευταία της θεατρική υπόκλιση έγινε με την παράσταση «Νύφη κουράγιο», σε κείμενο και σκηνοθεσία του Νίκου Μουτσινά, μέσα από τη σκηνή «Ζωή Λάσκαρη», την οποία η ίδια δημιούργησε στην Αθηναΐδα στον Βοτανικό. 

Οι μεγάλοι έρωτες της ζωής της

Η Ζωή Λάσκαρη ερωτεύτηκε μέχρι θανάτου. «Εχω ερωτευτεί πάρα πολλές φορές, έχω κλάψει, έχω συρθεί αν θέλεις κι είμαι γεμάτη και πανευτυχής. Διότι αν δεν ερωτευτείς πολύ έχεις χάσει τη ζωή. Ξέρεις γιατί; Γιατί φοβάσαι να “μπεις μέσα με τα μπούνια”. Κι όταν φοβάσαι, τότε άστα να πάνε. Η ζωή είναι δική σου, σου ανήκει και μια φορά ζεις». Η προσωπική της ζωή πάντα απασχολούσε τον Τύπο και πολλές σχέσεις της είχαν συζητηθεί –κυρίως αυτή με τον Τόλη ΒοσκόπουλοΜιλώντας για τη σχέση τους είχε πει: «Ήταν ένα μεγάλο κεφάλαιο στη ζωή μου ο Τόλης. Ήταν μία πολύ έντονη σχέση».

Από τον γάμο της με τον Πέτρο Κουτουμάνο απέκτησε μία κόρη, τη Μάρθα, που είχε παντρευτεί τον Βλάσση Μπονάτσο. Το λιμάνι της, όμως, ήταν ο Αλέξανδρος Λυκουρέζος με τον οποίο ήταν μαζί 41 χρόνια και απέκτησαν τον καρπό του έρωτά τους τη Μαρία Ελένη. Παντρεύτηκαν στο Μετόχι του Πανάγιου Τάφου, μακριά από τα φλας των δημοσιογράφων. Στον γάμο παρόντες ήταν μόνο η μητέρα, ο αδελφός και ο κουμπάρος Λευτέρης Παπαδόπουλος.

Της άρεσαν τα ταξίδια και το διάβασμα. Χαιρόταν να φτιάχνει πράγματα με τα χέρια της, όπως ρούχα, κοσμήματα και μικροαντικείμενα Τέχνης. Η συναναστροφή με τους φίλους της σε ένα ήσυχο ταβερνάκι ήταν η αγαπημένη της διασκέδαση. Αν τύχαινε κάποια φορά να δει τις παλιές της ταινίες στην τηλεόραση τις χάζευε. Αν μπορούσε να μιλήσει σε αυτό το άγουρο κορίτσι που την κοίταζε από την οθόνη σαν μακρινό όνειρο, θα της έλεγε να μη φοβηθεί, να προχωρήσει μπροστά και να ρισκάρει. Μόνο έτσι κάποτε μετά από πολλά χρόνια θα δει την αληθινή ομορφιά της ζωής.

«Δεν με τρομάζει ο χρόνος που περνάει. Το μόνο που με τρομάζει είναι ο θάνατος διότι ξέρω ότι αυτό είναι το αποτέλεσμα. Αλλά ελπίζω να αργήσει». Ήσυχα και εντελώς ξαφνικά έφυγε από τη ζωή στις 18 Αυγούστου του 2017. Πέθανε στον ύπνο της στο εξοχικό της στο Πόρτο Ράφτη. Μία ήρεμη καλοκαιρινή νύχτα. Ανάμεσα στα άφθονα λουλούδια της και τους ανθρώπους που αγαπούσε. Έτσι, όπως ακριβώς ήθελε. Άλλωστε, όπως η ίδια είχε πει: «είμαι πολύ ξεροκέφαλη για να μην κάνω αυτό που θέλω».

ethnos