/Βιβλιοκριτική: Παραμύθια μέσα από τον καθρέφτη (Αφροδίτη Διαμαντοπούλου)
Diamantoparamyt

Βιβλιοκριτική: Παραμύθια μέσα από τον καθρέφτη (Αφροδίτη Διαμαντοπούλου)

Μια ματιά στον ποιητικό καθρέφτη της Αφροδίτης Διαμαντοπούλου

Για την ποιητική συλλογή «ΠΑΡΑΜΥΘΙΑ ΜΕΣΑ ΑΠΟ ΤΟΝ ΚΑΘΡΕΦΤΗ», εκδόσεις Παρέμβαση

Της Αγγελικής Τανίδου

Το πρώτο που διαβάζεις παίρνοντας στα χέρια σου ένα βιβλίο είναι ο τίτλος. ΠΑΡΑΜΥΘΙΑ ΜΕΣΑ ΑΠΟ ΤΟΝ ΚΑΘΡΕΦΤΗ. Δυο λέξεις κινητοποιούν το ενδιαφέρον. Παραμύθια-Καθρέφτης.

Τα παραμύθια ως γνωστό το διαβάζουμε στα παιδιά. Είναι ένα μέσο να τους πούμε αλήθειες με αλληγορικό τρόπο, για να διδαχθούν χωρίς να τα πληγώσουμε… Τους μεγάλους τους …παραμυθιάζουμε συνήθως. Η αρχαιοελληνική σημασία του όρου παραμυθία είναι η παρηγοριά, η ανακούφιση με τον λόγο. Από τι θα μας ανακουφίσει άραγε η ποιητική αυτή συλλογή θα το διαπιστώσουμε στο τέλος.

Κι ο καθρέφτης; Συνήθως παρατηρούμε το είδωλό μας, όταν αυτάρεσκα θέλουμε να επιβεβαιώσουμε ότι μετράμε, ότι είμαστε ωραίοι, ότι είναι όλα καλά σε αυτό που βλέπουμε. Κι αν κάτι δεν είναι, να το διορθώσουμε μέχρι να δούμε τον τέλειο εαυτό μας. Ο καθρέφτης τελικά και η φωτογραφία είναι τα μόνα μέσα για να δούμε το είδωλό μας.

Εδώ τώρα υπάρχει ένα παράδοξο. Τα παραμύθια συνήθως μας τα διηγούνται, άρα τα ακούμε. Ο καθρέφτης είναι ένα μέσο που για να τον χρησιμοποιήσουμε πρέπει να βλέπουμε. Και γιατί μέσα από τον καθρέφτη; Τα παραμύθια θα μας τα πει ο καθρέφτης, όπως η κακιά μητριά της Χιονάτης τον ρωτά ποια είναι η πιο όμορφη; Θα περάσουμε σε μια άλλη διάσταση μέσα από τον καθρέφτη και θα δούμε τα παραμύθια με άλλο μάτι; Ως σύμβολο ο καθρέφτης αποτελεί όμως και μέσο αυτογνωσίας, μια στροφή στην εσωτερικότητα. Μπορεί να αποκαλύψει όμως αναπάντεχα και κρυμμένες αλήθειες.

Η ποιητική συλλογή της Αφροδίτης χωρίζεται σε τρία τμήματα. Τα παραμύθια για μικρούς, τα παραμύθια για μεγάλους και το τέλος των παραμυθιών. Ας τα πάρουμε λοιπόν με τη σειρά.

ΠΑΡΑΜΥΘΙΑ ΓΙΑ ΜΙΚΡΟΥΣ

Το τμήμα αυτό αποτελείται από 7 σύντομα ποιήματα που τα διατρέχει μια γλυκόπικρη νοσταλγία γι΄ αυτούς που έφυγαν από τη ζωή μας και δεν προλάβαμε να τους πούμε όσα θέλαμε, για αυτά που πέρασαν από τη ζωή μας, άφησαν όμορφες στιγμές μα τώρα είναι απλά μια ανάμνηση. Ξεκινά με μια προσεκτική παρατήρηση των γηρατειών. Ο πατέρας με τη διακριτική παρουσία και την εκλογικευμένη αγάπη του, «χωρίς συναισθηματικές εξάρσεις» η μάνα- ανοϊκή πια -είναι μόνο σε θέση να «χαϊδεύει τα ξέφτια της ζωής της», το πατρικό σπίτι διπλοκλειδωμένο, μη βρουν χαραμάδα και γλιστρήσουν οι αναμνήσεις. Κι αυτή η απόσυρση των προσωπικών αντικειμένων των γονιών, η ανακύκλωση των ταυτοτήτων στη χοάνη του χρόνου, το ξεθεμέλιωμα των στιγμών, πετιέται τόση αγάπη στον κάδο απορριμμάτων, αναρωτιέται η ποιήτρια. Οι μνήμες συνδεμένες με γιορτές, τραπεζώματα, Χριστούγεννα, μέρες θείου πάθους. Και κάτι τέτοιες μέρες γίνονται οι απολογισμοί και ο καταμερισμός των ευθυνών από αυτούς που έμεινα πίσω. Για τα λόγια που δεν ειπώθηκαν, για τα χαμόγελα που δεν πρόλαβαν να μοιραστούν, για την αγάπη που δεν σκορπίστηκε από ζώντες και τεθνεώτες, για τους παιδικούς φίλους που χάθηκαν και τους εφηβικούς έρωτες που σβήστηκαν. Ένα καρουζέλ η ζωή, μια στροφή κι έφυγε…

Γιατί όμως αυτά τα θραύσματα μνήμης είναι για μικρούς;

Η μάνα κι ο πατέρας, το πατρικό, οι χαμένοι φίλοι είναι πια ιστορίες από τα παλιά που λέμε στα παιδιά μας, ξανά και ξανά, για να κρατούμε ζωντανή την παιδική μας ηλικία, τα νιάτα μας, τους γονείς μας, την αλλοτινή μας ζωή. Μόνο έτσι την ξαναζούμε. Μόνο έτσι ξανασυναντάμε τον παιδικό μας εαυτό. Ξαναϊστορώντας την!

ΠΑΡΑΜΥΘΙΑ ΓΙΑ ΜΕΓΑΛΟΥΣ

20 ποιήματα αποτελούν αυτό το τμήμα της συλλογής της Αφροδίτης.

Με επίκεντρο τον καθρέφτη τα τρία πρώτα μιλούν για θραύσματα, αντικατοπτρισμούς και είδωλα που αναδεικνύουν παραστατικά το χρόνο που περνά κι αφήνει το αποτύπωμά του, τη μοναξιά που συνοδεύει το πέρασμα των χρόνων και την εξαπάτηση που νιώθεις, όταν σε προδώσουν.

Ξεχώρισα τα «Παραμύθια» και το «Όλα καλά»

«Κάνω τα λάθη μου παραμύθια και τα λέω στον εαυτό μου.»

Ανακουφίζω την ψυχή μου ανιστορώντας τα λάθη μου. Ζω με τα λάθη μου, γιατί κι αυτά είναι εμπειρίες που με έφεραν ως εδώ. Κι όταν αυτά τα λάθη στάζουν αγάπη και δεν πληγώνουν άλλους, μεστώνουν την ψυχή και την ψηλώνουν.

Στο «όλα καλά» ξαφνιάζει η ανατροπή του τέλους. Λατρεύω το απροσδόκητο, το μη αναμενόμενο. Παρήγορο να ακούς πως ζούμε σε έναν όμορφο κόσμο, με ανθρώπους αληθινούς, ντόμπρους, υποστηρικτικούς. Κι εκεί που πας να γλυκαθείς- που λέει κι ο Αργύρης Χιόνης- να σπας τα δόντια σου. Πρωταπριλιά! Και γειώθηκες. Έγινες ένα με το χώμα.

Και μετά η Αφροδίτη αγγίζει πανανθρώπινα θέματα. Τον πόλεμο που δεν τον ζεις μόνο τότε που διεξάγεται αλλά τον βιώνεις στην δύσκολη καθημερινότητα που ακολουθεί τον υλικό βίο μέχρι να ορθοποδήσεις αλλά και ψυχολογικά μέχρι να μαζέψεις τα συντρίμμια σου πάλι και να πεις «ξανα-ξεκινώ». Το ίδιο και με την προσφυγιά, όπου, σα να ακούς τον Αναγνωστάκη, μέμφεται την αλαζονική μας στάση απέναντι στον πόνο του πρόσφυγα, λες και δεν έζησε ο λαός μας πολλές από δαύτες. Και η δημοκρατία μας κι αυτή μπάζει νερά, καθώς τίποτα δε θυμίζει το ένδοξο παρελθόν ούτε απηχεί τις αλλοτινές της αξίες. Η Θεσσαλονίκη πάλι περιδιαβαίνει στα σοκάκια του ιστορικού κέντρου και νοσταλγεί περασμένα μεγαλεία.

Ο λόγος της αλλού παραμυθητικός, ντυμένος με άρωμα από κανέλα και γιασεμί, κι αλλού κοφτερός σαν θραύσμα από σπασμένο καθρέφτη λέει αλήθειες και για παιδιά και για μεγάλους.

Κι από κει και κάτω βλέπει στον καθρέφτη τη μοναξιά που ζεις «γυμνό υπόλοιπο» χωρίς τον άλλο, τον θυμό για το φεγγάρι που όλα τα βλέπει κι όλα τα φωτίζει, κυρίως όμως τις «μύχιες σκέψεις» μας, τη θλίψη, τα όνειρα που ζεσταίνουν την ελπίδα και μετά το γοητευτικό ψέμα, τη δυσωδία της προδοσίας και ξανά τη λησμονημένη στα συρτάρια των αναμνήσεων αγάπη.

Η Αφροδίτη ακροβατεί ανάμεσα στο εγώ και στο εμείς σε αυτό το δεύτερο τμήμα της συλλογής. Από την προσωπική θύμηση στο κοινωνικό γίγνεσθαι. Κι ενώ είναι τρυφερή και νοσταλγική στα ποιήματα που συνδέονται με το εγώ, γίνεται καταπέλτης σε όσα στηλιτεύουν το χωλό συλλογικό παρόν. Την υποκρισία, το δήθεν, την αλαζονεία, την προδοσία, το ψέμα.

Τα περισσότερα όμως είναι περιτυλιγμένα με γνωστά από την ποίηση της Αφροδίτης μοτίβα, όπως τους ανέμους του Αιγαίου, τη θάλασσα του Ιονίου, το τεράστιο, διάφανο φεγγάρι και τα κύματα της Ιωνίας.

 

ΤΟ ΤΕΛΟΣ ΤΩΝ ΠΑΡΑΜΥΘΙΩΝ

Και φτάσαμε στο τρίτο και τελευταίο μέρος της συλλογής, «Το τέλος των παραμυθιών» ή ας πούμε τώρα αλήθειες. Αλήθειες που πονάνε αλλά πρέπει να ειπωθούν.

Για τη γυναίκα που κάθε φορά που προσπαθούσε να ανοίξει τα φτερά της, βρισκόταν κάποιος να της τα ψαλιδίσει, γι΄ αυτήν που πέρασε μέσα από τη θρησκεία, τον μύθο, τη λογοτεχνία- θύμα τις πιο πολλές φορές- για εκείνη που βλέπει το χρόνο να αποτυπώνει αδυσώπητα πάνω της τα σημάδια του, τα γκρίζα μαλλιά, τις ρυτίδες…

Αλλά και για τη νέα ψηφιακή πραγματικότητα ακούγεται μια κραυγή αγωνίας. Μια νεολαία που ζει μέσα στο διαδίκτυο, με το διαδίκτυο, με πρότυπα τους influencer που βγάζουν εύκολο και γρήγορο χρήμα και έχει στραγγίσει από συναισθήματα, αφού αυτά δεν εκφράζονται με λόγια αλλά με like και emoji στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης. Και ο σύγχρονος μα αλλοτριωμένος άνθρωπος ζει μεταξύ καναπέ και τηλεαποχαύνωσης, όταν δεν τρέχει τους φρενήρεις ρυθμούς που μας υποβάλλει η ανικανοποίητη καταναλωτική μας μανία.

Ποιήματα ολιγόστιχα στο σύνολό τους με ένα στίχο που ρέπει στην πεζολογία κυρίως σε αυτά που αγγίζουν σύγχρονα κοινωνικά προβλήματα, με μοτίβα που θυμίζουν Σεφέρη (το φεγγάρι, η νύχτα), με στίχους που συνομιλούν με τον Αναγνωστάκη (να χαλαρώσουμε λίγο βρε αδελφέ μετά από τόση ψυχική καταπόνηση) και απροσδόκητες συζεύξεις λέξεων (ο εισαγγελέας χρόνος) που παραπέμπουν στην αγαπημένη μου Κική Δημουλά.

Το τέλος των παραμυθιών όμως είναι συνήθως αισιόδοξο. Αφού οι ήρωες παλέψουν με θεριά και δράκους, αφού χρησιμοποιήσουν μαγικά φίλτρα και υπερφυσικές δυνάμεις τελικά νικούν. Έτσι και τα δυο τελευταία ποιήματα του τρίτου μέρους ολοκληρώνουν τη συλλογή με έναν τόνο αισιοδοξίας. Ένα γάργαρο εφηβικό γέλιο είναι το αντίδοτο στα όσα ζοφερά συμβαίνουν γύρω μας. Υπάρχει ελπίδα τελικά! Όσο για μας τους μεγαλύτερους ας συμφιλιωθούμε με το χτες και τα λάθη μας κι ας ρουφήξουμε τη ζωή μέχρι την τελευταία της σταγόνα.

 

Η Αγγελική Τανίδου, γεννημένη στην Πτολεμαΐδα, είναι φιλόλογος στη Δευτεροβάθμια Εκπαίδευση και συγγραφέας. Είναι κάτοχος μεταπτυχιακού διπλώματος (ΜΑ) Δημιουργικής Γραφής του Πανεπιστημίου Δυτικής Μακεδονίας. Συμμετείχε με ένα της διήγημα στον συλλογικό τόμο διηγημάτων με τον τίτλο «Οι εκπαιδευτικοί γράφουν». Έχει επίσης συγγράψει δύο βιβλία, το «105 ασκήσεις δημιουργικής γραφής για τη λογοτεχνία στο Λύκειο» που κυκλοφόρησε το 2018 και το 2022 εξέδωσε τη συλλογή διηγημάτων με τον τίτλο «Αναμνηστική δόση».