/Βιβλιοκριτική: Η μουσική του πεπρωμένου (Πολ Οστερ)

Βιβλιοκριτική: Η μουσική του πεπρωμένου (Πολ Οστερ)

Γράφει ο Πέτρος Χατζησωτηρίου, φαρμακοποιός – κριτικός λογοτεχνίας

Διαβάζοντας ένα βιβλίο που γράφτηκε το 1990 κι εκδόθηκε στην Ελλάδα το 1995 θα πρέπει κανείς να το δει με τα μάτια της τότε εποχής. Σε όλα τα σημεία του. Ξεκινώντας απ’ τον τίτλο που επιλέχθηκε ως μετάφραση και που δε λέει τόσα πολλά για την υπόθεση του βιβλίου όσα θα έλεγε μια πιο ακριβής μετάφραση που θα επιλεγόταν σήμερα για το «The music of chance”, η μουσική της τυχαιότητας. 

Η ιστορία περιστρέφεται γύρω από τη ζωή του πρωταγωνιστή που ενσαρκώνει επακριβώς όλα τα στοιχεία αυτού που ονομάστηκε beat generation.

Παραιτείται απ’ τη δουλειά του και γίνεται ένας ηθελημένα απόκληρος που αφότου τον παράτησε η γυναίκα του παραδίδει την κόρη του να τη μεγαλώσει η αδερφή του και με ότι χρήματα απέσπασε πουλώντας τα πάντα που του ανήκαν (σπίτι, βιβλία, δίσκοι, έπιπλα, ασημικά κλπ) ξεκινάει ένα απελπισμένο road trip μέσα στα αχανή βάθη τη ενδοχώρας των ΗΠΑ χωρίς προορισμό και χωρίς χρονικό ορίζοντα τέλους. Η ζωή του όλη αποφάσισε να είναι πίσω από ένα τιμόνι οδηγώντας μέχρι εξάντλησης οπότε και κοιμόταν για λίγες ώρες στο πρώτο μοτέλ που θα έβρισκε μπροστά του για να συνεχίσει το δρόμο του αμέσως μετά. Ένα καπρίτσιο της τύχης θα φέρει στα χέρια του ένα πολύ σημαντικό ποσό μόλις τον εντόπισε ένα δικηγόρος που τον αναζητούσε επί έξι μήνες για να του αναγγείλει ότι είναι ο μοναδικός κληρονόμος του καταπιστεύματος μιας θείας του που είχε εκδημήσει.

Από το σημείο εκείνο και μετά αρχίζει ένας καταιγισμός τυχαίων γεγονότων που παρά την αληθοφάνεια που τα διέπει μας πείθει ότι αυτός ήταν κι ο σκοπός του συγγραφέα, να εξετάσει δηλαδή την επίδραση της τυχαιότητας στη ζωή του ανθρώπου. Εντελώς σχηματικά και καθόλου άστοχα θα μπορούσαμε να πούμε ότι το βιβλίο αυτό αποτελεί την μυθιστορηματική εκδοχή του δοκιμίου του Λέοναρντ Μλοντίνωφ «Τα Βήματα του Μεθυσμένου, πως η τυχαιότητα κυβερνάει τη ζωή μας». 

Αν αντιπαρέλθουμε κάποια χαριτωμένες λεπτομέρειες (πχ την δέκατη τρίτη μέρα του δέκατου τρίτου μήνα του στο δρόμο γνώρισε τον άγνωστο που θα του άλλαζε δραματικά τη ζωή προς το αρνητικό αφού όλα έγιναν με φόντο το 13 που πολλοί θεωρούν άτυχο αριθμό), θα παρατηρήσουμε ότι η ζωή του πρωταγωνιστή είναι μια ατελείωτη σειρά από αποφάσεις μπροστά σε διλήμματα τύπου «ναι ή όχι». Με άλλα λόγια, κάθε παρέμβαση της τύχης θα ήταν είτε θετική, είτε αρνητική. Πιθανόν να ήταν κι ένας υπαινιγμός του συγγραφέα για την επιστήμη των ηλεκτρονικών υπολογιστών που τότε μόλις είχε ανατείλει και που βασίζεται ακριβώς σε ένα αντίστοιχο δίπολο 0 και 1 (στη θέση των όχι και ναι, ατυχίας ή θετικής τύχης).

Σε κάθε περίπτωση η επιλογή του θέματος καθώς κι ο τρόπος χειρισμού του από τον Όστερ συνιστούν μια αξιοσημείωτη συγγραφική προσπάθεια.

Δεν είναι τυχαίο το γεγονός ότι με το βιβλίο αυτό ο Όστερ εδραιώθηκε οριστικά στο βάθρο των επιδραστικών συγγραφέων που ανατέμνουν κοινωνικά θέματα με ειδικό κέντρο βάρους αλλά με λογοτεχνική μαεστρία προοριζόμενη για ευρεία αποδοχή. 

Ο συγγραφέας παρατηρεί λοιπόν την τυχαιότητα να επηρεάζει τις ζωές των ηρώων του αλλά αυτό που τον απασχολεί κατά βάθος είναι να διερευνήσει κατά πόσο το ηθικό υπόβαθρο ενός ανθρώπου μπορεί να αποτελέσει ανάχωμα απέναντι στην τυχαιότητα. Η αναζήτηση της δικαιοσύνης, η τιμιότητα κι η ευσυνειδησία, όλα θα μπουν κάτω από την οξυδερκή πένα του Όστερ και θα φέρουν τον αναγνώστη μπροστά σε διαπιστώσεις που αποτελούν αν μη τι άλλο μια χρήσιμη παρακαταθήκη. 

Με το βιβλίο αυτό ο Όστερ απέδειξε ότι παρακολουθούσε τον παλμό της κοινωνίας, έπιανε το beat της εποχής του αλλά με ανήσυχο πνεύμα δεν δίσταζε να εκφέρει τις κρίσεις του αλλά και τις προτάσεις του για το αύριο. Αυτό που τον ξεχώρισε απ’ τους ομότεχνούς του ήταν ότι τα έκανε όλα αυτά τρόπο εύληπτο και αποδεκτό από τους αναγνώστες του που κατάφερε να τους γοητεύει σε όποιο επίπεδο κι αν βρισκόταν. 

 

4,0/5,0