Η συγγραφέας Τέση Παπαθανασίου απαντά στις 10+1 Ερωτήσεις που της θέτει ο Κωνσταντίνος Μανίκας, με αφορμή την κυκλοφορία του νέου της μυθιστορήματος “Υποξία”.
1. Κυκλοφόρησε το νέο σας μυθιστόρημα “Υποξία” από τις εκδόσεις Νίκας. Πώς θα το περιγράφατε συνοπτικά και γιατί επιλέξατε τον συγκεκριμένο τίτλο;
Υποξία είναι η χαμηλή μερική πίεση οξυγόνου στο αίμα, που μπορεί να επιφέρει σοβαρές βλάβες. Πρόκειται για το δεύτερό μου αστυνομικό μυθιστόρημα και έχει να κάνει με τα ιατρικά κακώς κείμενα (εξ ου και ο τίτλος), αλλά και γενικότερα με τη σχέση του σύγχρονου ανθρώπου με την προβολή και το χρήμα, άρα και με τη διαφθορά σε όλους τους χώρους. Είναι ένα βιβλίο που αντανακλά εσωτερικές αναζητήσεις κι έχει πολλές από τις φωτεινές εικόνες που αγαπώ, καθώς το σκηνικό μοιράζεται ανάμεσα σε Πάρο – Αντίπαρο, Αθήνα και Τορόντο.
Παράλληλα, έχει γρήγορη πλοκή με έντονη δράση, ζωντανές εικόνες, άφθονο μυστήριο ώστε να κρατά σε αγωνία και ρεαλιστικούς χαρακτήρες. Οι ανατροπές παίρνουν τη σκυτάλη και προκαλούν το χάος και την αταξία.
Η Υποξία είναι εκεί και κάνει την ατμόσφαιρα πνιγηρή, αλλά η ανάσα που ακολουθεί πλημμυρίζει λυτρωτικά με οξυγόνο όλα μας τα κύτταρα.
2. Σκιαγραφήστε μας τον. αστυνόμο Παβέρη ως χαρακτήρα. Ποιοι είναι οι στόχοι, τα κίνητρα του, η ιδιαιτερότητα του στον τρόπο προσέγγισης του εγκλήματος;
Ο αστυνόμος Παύλος Παβέρης θα αναλάβει μια υπόθεση δολοφονίας στον δρόμο Φάραγγα-Παροικιάς, στην Πάρο, ένα βροχερό βράδυ. Τέσσερις ιστορίες έρχονται στο φως και όταν οι φόνοι θα γίνουν τρεις θα κάνει τα πάντα για να αποτρέψει τον τέταρτο.
Δεν είναι ο σούπερ ήρωας, δεν έχει αμαρτωλά πάθη και ξέρει να κάνει πίσω αν χρειαστεί, παρατηρώντας τα πάντα με άγρυπνο βλέμμα. Με τιμιότητα και επιμονή παλεύει σε έναν κόσμο που κυριαρχούν το συμφέρον και η εκμετάλλευση.
Είναι ένας άνθρωπος απλός, που προσπαθεί να κάνει τη δουλειά του με τα λιγοστά μέσα που διαθέτει, που ξυπνά και κοιμάται όπως όλοι μας, που ερωτεύεται, που κάνει λάθη. Όπλα του ο ζήλος και το πείσμα για απόδοση δικαιοσύνης που τον στοιχειώνει από την παλιά υπόθεση στη Σύρο.
Θα μπει στη δίνη των περιστάσεων και θα βαλθεί να ψάξει ακόμα και κόντρα στους ανωτέρους του. Θα ακολουθήσει τα μονοπάτια του μυαλού του ανάμεσα στη δυσπιστία και τη συγκάλυψη, στην πλάνη και την αυταπάτη.
3. Τι πιστεύετε ότι θα αποκομίσει ως απόσταγμα ο αναγνώστης;
Πρόκειται για ένα γρήγορο αστυνομικό μυθιστόρημα χωρίς έντονη βία και σκληρές σκηνές, βαθιά ανθρώπινο και ζωντανό, που εστιάζει στην αναζήτηση της θέσης του σύγχρονου ανθρώπου στην κοινωνία και κινείται ανάμεσα στο καλό και στο κακό, στο φως και στο σκοτάδι. Δίπολα άρρηκτα συνυφασμένα με το αστυνομικό, που εδώ αναδύονται μέσα από την εκμετάλλευση του ‘πολυτιμότερου’ αγαθού που είναι η υγεία και το κατά πόσο διαφυλάσσουμε ή απαξιώνουμε την ίδια τη ζωή. Η ασυνειδησία και η αναλγησία κάποιων μπροστά στον πόνο και την αδυναμία των συνανθρώπων τους, που βλέπουμε δυστυχώς να εξαπλώνεται όπως μου δείχνουν και οι αναγνώστες που μου γράφουν πως ταυτίστηκαν ή είδαν ένα δικό τους αντίστοιχο περιστατικό μέσα από το βιβλίο, σαφώς οφείλει να μας απασχολήσει.
4. Το τέλειο έγκλημα είναι μια αυταπάτη και τι είναι αυτό που κυρίως προδίδει τον εγκληματία ;
Το τέλειο έγκλημα δεν πιστεύω πως υπάρχει. Υπάρχουν μόνο οι συνθήκες που θα οδηγήσουν ή όχι στην εξιχνίασή του. Θεωρητικά, με την πρόοδο της τεχνολογίας σήμερα, αν είχαμε όλο τον χρόνο και όλα τα διαθέσιμα μέσα, θα μπορούσε να εξιχνιαστεί κάθε έγκλημα. Στην πράξη τα πράγματα είναι πάντα διαφορετικά οπότε αρκετά συχνά μένουμε χωρίς απαντήσεις στο γνωστό ερώτημα ‘ποιος το έκανε’. Αυτά που μπορεί να προδώσουν έναν εγκληματία είναι πιστεύω τόσο διαφορετικά κάθε φορά, όσο μοναδική είναι και η κάθε περίπτωση.
5. Υπάρχει ταυτότητα στην ελληνική αστυνομική λογοτεχνία ή μένει δέσμια των διεθνών προτύπων;
Στην Ελλάδα τον τελευταίο καιρό όλο και περισσότεροι συγγραφείς ασχολούνται με την αστυνομική λογοτεχνία, κάτι πολύ ευχάριστο και ενθαρρυντικό. Ως χώρα παρατηρώ πως έχουμε μια εμμονή με το νουάρ, όμως επειδή αυτό παραπέμπει σε μια άλλη εποχή με σαφείς πολιτικοκοινωνικές συνθήκες, κατά τη γνώμη μου δεν είναι εύκολο να ενσωματωθεί αυτούσιο στο σήμερα. Από την άλλη βλέπουμε επιρροές από διάφορες σχολές του αστυνομικού που κάνουν επιτυχία στις μέρες μας. Πιστεύω πως έχει πολύ μεγάλο ενδιαφέρον να ακούσουμε φωνές που προσπαθούν να δώσουν μια πρωτότυπη διάσταση στο σημερινό αστυνομικό και να το εντάξουν στη δική τους πραγματικότητα.
6. Ποιο ήταν το ερέθισμα για να ασχοληθείτε με τη συγγραφή;
Είμαι παιδί των θετικών επιστημών και δεν περίμενα ποτέ να ασχοληθώ με τη γραφή. Μου αρέσει πολύ να παρατηρώ και να αναλύω. Η συγγραφή πιστεύω μου βγήκε ως ανάγκη, λόγω εσωστρέφειας.
Το ερέθισμά μου ήταν η επικοινωνία με τους ανθρώπους. Ήθελα να εκφράζω αυτά που συσσωρεύονται μέσα μου και να τα απευθύνω στους άλλους. Ειδικά το αστυνομικό είδος που έχω επιλέξει, μου επιτρέπει να καταδείξω πολλά από τα άδικα και τα κακώς κείμενα γύρω μας.
Αν ψάξω πιο πίσω στον χρόνο θα πρέπει να αναγνωρίσω ως ερέθισμα, που μάλλον λειτούργησε υποσυνείδητα, την εικόνα ενός πατέρα που δεν σταματούσε να γράφει στο σπίτι μας.
7. Ποιον ορισμό θα δίνατε στην έννοια της λογοτεχνίας;
Στη Λογοτεχνία δεν θα επιχειρήσω να δώσω ορισμό, καθώς δεν είναι απλά η τέχνη του λόγου, μα κάτι περισσότερο. Στη γραφή, ένα σύνολο πραγμάτων όπως η πληροφορία και η έρευνα, η γλώσσα, τα ρεύματα, η συναισθηματική ένταση, ο χρόνος, οι αναφορές, το περιεχόμενο, η αναζήτηση της αλήθειας, δίνονται με βάση τις εμπειρίες και τις ανάγκες του συγγραφέα. Εκλαμβάνονται όμως με βάση τις εμπειρίες και τις ανάγκες του αναγνώστη. Η λογοτεχνία λοιπόν πιστεύω πως είναι μια δυναμική διαδικασία που προϋποθέτει τη συμμετοχή και των δύο.
Παράλληλα είναι ίσως από τις τέχνες εκείνη που εκθέτει περισσότερο τον δημιουργό και τα θέματά της, γίνεται καθρέφτης. Ένας πίνακας ή ένα μουσικό κομμάτι δεν προδίδει κατ’ ανάγκη τόσα πολλά για τον πομπό ή επιδέχεται πολλαπλών ερμηνειών από τον δέκτη. Ο αναγνώστης παρατηρεί ομοιότητες και διαφορές ανάμεσα στους τόπους, στις εποχές, στα γεγονότα, στις νοοτροπίες και στους ανθρώπους και προσπαθεί ίσως να βρει αίτια και αποτελέσματα, με τρόπο βιωματικό και ενσυναισθητικό. Η Λογοτεχνία θεωρώ είναι μια ανταλλαγή ιδεών που μας εξελίσσει.
8. Γιατί οι Έλληνες διαβάζουν λογοτεχνία λιγότερο από τον μέσο Ευρωπαίο;
Οι Έλληνες έχουν λογοτεχνική παράδοση χιλιάδων ετών και στις μέρες μας έρχονται σε επαφή με τα αρχαία κείμενα από πολύ μικρή ηλικία. Θεωρητικά δεν έπρεπε να υπάρχει δικαιολογία, πχ ότι δεν είναι στην κουλτούρα μας. Θεωρώ πως από νωρίς ο ρόλος του σχολείου λειτουργεί αποτρεπτικά ως προς την ανάγνωση λογοτεχνικών κειμένων, λόγω φόρτου διαβάσματος μέχρι να τελειώσει η υποχρεωτική εκπαίδευση και λόγω άκομψης και στείρας προσέγγισης της λογοτεχνίας ως αντικείμενο στα σχολικά χρόνια. Αυτό εξελίσσεται σε έλλειψη παιδείας, αφού δεν υπάρχει η εικόνα γύρω μας ανθρώπων να ασχολούνται με το διάβασμα ως χόμπι, παρά ένα πολύ μικρό δείγμα. Έτσι, λίγοι ενήλικες πια, μεγαλώνοντας, αναζητούν και γνωρίζουν την αναγνωστική απόλαυση.
9. Τι ρόλο έχει πλέον το βιβλίο, στην ψηφιακή εποχή μας;
Στην εποχή των σόσιαλ μίντια όλα είναι εύκολα, γρήγορα και γίνονται με ένα κλικ. Βομβαρδιζόμαστε όλοι από τις ίδιες ειδήσεις και τις αναμασάμε, με αποτέλεσμα να τις θεωρούμε έγκυρες χωρίς απαραίτητα διερεύνηση ή περαιτέρω κριτική σκέψη. Το βιβλίο εδώ, είτε είναι στην χάρτινη είτε στην ηλεκτρονική μορφή του, λειτουργεί ως μέσο χαλάρωσης και αποφόρτισης με τον επιβεβλημένο πιο αργό ρυθμό του καθώς και συγκέντρωσης και μελέτης με την απαραίτητη προσήλωση που χρειάζεται για την ανάγνωση. Αρετές που είναι σημαντικό να μην εκλείψουν. Επίσης είναι μέσον διαφυγής σε έναν κόσμο διαφορετικό αλλά και εξέλιξης του ανθρώπου με την ευρύτερη έννοια της λογοτεχνίας που περιέγραψα πιο πάνω.
10. Ένας μήνας “καραντίνα”. Ποια είναι τα πέντε βιβλία που θα θέλατε μαζί σας;
Αυτό φαντάζει όαση σε μια εποχή που δεν προλαβαίνω να διαβάσω. Και μόνο που άκουσα την ερώτηση το μυαλό μου ξεκουράστηκε. Οπωσδήποτε θα έπαιρνα μεγάλα έργα που λόγω όγκου δεν μπορώ αυτή τη στιγμή να ξεκινήσω αφού δεν μπορώ να διαθέσω την αφοσίωση που χρειάζονται. Θα διάβαζα σίγουρα το Αναζητώντας τον χαμένο χρόνο του Προυστ, (τους υπόλοιπους έξι τόμους αφού έχω διαβάσει μόνο τον πρώτο). Θα έπαιρνα τον Οδυσσέα του Τζόυς που επίσης θέλει αρκετό χρόνο να αφιερώσεις. Ίσως το 2666 του Μπολάνιο και το 4321 του Όστερ. Και οπωσδήποτε κάποιο καλό αστυνομικό από τα καινούρια που να είναι μεγάλο σε όγκο και φοβάμαι να ξεκινήσω υπό τις παρούσες συνθήκες.
11. Πιστεύετε στη μοίρα ή στην τύχη;
Αν μιλήσουμε συμπαντικά πιστεύω στην ενέργεια. Για τον άνθρωπο όμως, μιας και σε αυτό φαντάζομαι αναφέρεται η ερώτηση, πιστεύω στη δύναμη του μυαλού, ίσως λίγο περισσότερο στην ανεξερεύνητη πλευρά του. Θεωρώ ότι τη μοίρα μας τη φτιάχνουμε μόνοι μας. Ο παράγοντας τύχη παίζει μικρό ρόλο στις ζωές μας, αλλά κι εκεί κάνει τη διαφορά το πώς θα διαχειριστούμε αυτά που μας συμβαίνουν και πόσο τα προκαλούμε οι ίδιοι με τον τρόπο που αντιμετωπίζουμε τα πράγματα. Φυσικά η τυχαιότητα επηρεάζει τον βαθμό ευκολίας ή δυσκολίας που θα καταφέρουμε αυτά που θέλουμε ή μπορεί κάποιο τυχαίο γεγονός να μας οδηγήσει σε μονοπάτια που δεν είχαμε σκεφτεί καν, όμως πιστεύω πως όταν θέλουμε κάτι τις περισσότερες φορές μπορούμε να το πετύχουμε με δουλειά, σωστή προσέγγιση, επιμονή και υπομονή.