Η συγγραφέας Κατερίνα Κωστοπούλου μιλά στον Κωνσταντίνο Μανίκα, με αφορμή την κυκλοφορία του παιδικού βιβλίου “Η τρομπέτα που μαρτυράει τα λάθη των μεγάλων”.
1. Κυκλοφόρησε το νέο σας βιβλίο “Η τρομπέτα που μαρτυράει τα λάθη των μεγάλων” από τις εκδόσεις Οσελότος. Πώς θα το περιγράφατε συνοπτικά;
Το βιβλίο αυτό είναι ένα παιδικό ψυχοεκπαιδευτικό παραμύθι που εστιάζει στις σχέσεις παιδιών και ενηλίκων που είναι παρόντες στη ζωή τους, όπως οι γονείς, η γιαγιά ή ο παππούς, η/ο δασκάλα/ος, κάποιος συγγενής ή κάποιο κοντινό πρόσωπο από τη γειτονιά. Το παιδί αντιλαμβάνεται τον εαυτό του μέσα από τη σχέση του με τους ενήλικες και αυτό το βιβλίο βοηθά αυτούς τους δύο κόσμους να έρθουν με έναν τρόπο πιο κοντά, χτίζοντας πιο ουσιαστικές και ποιοτικές σχέσεις.
2. Μιλήστε μας για τους βασικούς χαρακτήρες. Ποια είναι τα κίνητρα και οι στόχοι τους;
Δύο φίλοι, η Μίρα και ο Ραμί, ανακαλύπτουν μέσα σε μία σπηλιά μία τρομπέτα που έχει μαγικές ιδιότητες. Αυτή η μαγική τρομπέτα μπορεί να εξηγεί στα παιδιά γιατί οι μεγάλοι πολλές φορές τους συμπεριφέρονται παράξενα και μοιράζεται το μυστικό, για να μπορέσουν τα παιδιά να καταλάβουν γιατί κάποιες φορές νιώθουν τόσο θυμό, φόβο, ντροπή και στενοχώρια με τους μεγάλους.
Στο παραμύθι αυτό, παρουσιάζονται επτά ιστορίες:
1.Η πρώτη ιστορία με τον Ραμί και τη μαμά, πραγματεύεται το θέμα της αυτονομίας και του προσωπικού χώρου του παιδιού.
2. Η δεύτερη ιστορία με τη Μίρα και τη μαμά ασχολείται με την ελευθερία της επιλογής και το δικαίωμα της ιδιωτικότητας που έχει ανάγκη το παιδί.
3. Η τρίτη ιστορία με τον Ραμί και τον μπαμπά μιλάει για την τελειομανία, τον ανταγωνισμό, την μη έκφραση συναισθημάτων και το δικαίωμα στο λάθος.
4) Η τέταρτη ιστορία με τη Μίρα και τον μπαμπά πραγματεύεται τον ποιοτικό χρόνο που περνάει ο γονιός με το παιδί και τη δυσκολία που έχουμε κάποιες φορές να μπαίνουμε στον κοσμο των παιδιών, την έλλειψη ενσυναίσθησης.
5) Η πέμπτη ιστορία με τη δασκάλα και τον Ραμί, δίνει έμφαση στην επιβολή της εξουσίας, στον έλεγχο και στην αποδοχή της διαφορετικότητας.
6) Η έκτη ιστορία με τη Μίρα και τη γιαγιά, επικεντρώνεται στους φόβους των ενηλίκων, την χειριστικότητα και τα διαφορετικά όρια που δίνονται στο παιδί.
7) Η τελευταία ιστορία με τα παιδιά και τον γείτονα τον κύριο Αναστάση, πραγματεύεται την επιθετικότητα και τον σεβασμό.
3. Τι πιστεύετε ότι θα αποκομίσουν ως απόσταγμα οι αναγνώστες και πώς μπορεί να λειτουργήσει στην κατανόηση των συμπεριφορικών λαθών των ενηλίκων;
Οι μικροί αναγνώστες θα αρχίσουν να αντιλαμβάνονται καταρχήν ότι για ό,τι νιώθουν υπάρχει πάντα κάποιος λόγος. Οπότε υπάρχει και χώρος για να το αναγνωρίσουν μετέπειτα. Ότι μεγάλοι και μικροί, καθημερινά, κάνουμε λάθη. Και όλοι μας μπορούμε να μάθουμε από αυτά, γιατί η επίγνωση αυτή είναι που μας βοηθά να αποδεχτούμε την ανθρώπινη υπόστασή μας και να επενδύσουμε στις σχέσεις μας με ποιότητα και ουσία. Γιατί τελικά, όπως σε όλες τις σχέσεις, μία σύγκρουση μπορεί να μην είναι πάντα αδιέξοδη, αλλά ευκαιρία για να μάθουμε κάτι. Τέλος, τα παιδιά, μέσα από αυτό το βιβλίο, καταλαβαίνουν ότι όσο μικρά κι αν είναι, έχουν δικαίωμα να εκφράζουν τη γνώμη τους και να διεκδικούν καλύτερη συμπεριφορά, αγάπη και ουσιαστική επαφή με τους σημαντικούς άλλους. Τελικά, υπάρχει τίποτα πιο δυνατό από τις ανθρώπινες σχέσεις; Τα παιδιά μαθαίνουν από εμάς τους ενήλικες να συνάπτουν τις πρώτες τους σχέσεις. Και μέσα σε αυτές τις σχέσεις είναι διαρκώς παρούσες η ελπίδα και η προσδοκία ενός καλύτερου κόσμου.
4. Αξιοποιούμε επαρκώς το παραμύθι ως διδακτικό μέσο στην εκπαίδευση;
Στην Ελλάδα, απ’ όσο γνωρίζω από φίλους μου εκπαιδευτικούς, η πίεση που επιβάλλεται είναι τέτοια που η αξιοποίηση του παραμυθιού και γενικότερα η φιλαναγνωσία, διεξάγονται πολύ συχνά στο περιθώριο του Αναλυτικού Προγράμματος. Οπότε το παραμύθι δεν χρησιμοποιείται αρκετά ως διδακτικό μέσο και, αν χρησιμοποιείται κάποιες φορές, έχει να κάνει με την ποιότητα, τη θέληση και την επιμονή κάποιων παιδαγωγών να εμπνεύσουν τα παιδιά πέρα από συμβατικές γνώσεις.
Στη Γερμανία, όπου ζω τα τελευταία χρόνια, εργάζομαι σε μια μη παραδοσιακή, ανοιχτή σχολική κοινότητα, κρατικά αναγνωρισμένη, με πρωτοβάθμια, δευτεροβάθμια και ανώτερη εκπαίδευση. Είναι ένα σχολείο ανοιχτό για όλους, ανεξάρτητα από καταγωγή, ικανότητες και κοινωνικό υπόβαθρο. Εκεί, λοιπόν, προσφέρονται τρεις ολόκληρες διδακτικές ώρες μέσα στην εβδομάδα, όπου τα παιδιά μπορούν να διαβάσουν λογοτεχνικά βιβλία, ως μέρος του κανονικού σχολικού προγράμματος. Μετά την ανάγνωση, τα παιδιά μοιράζονται τι διάβασαν, τι τους έκανε εντύπωση, ποια συναισθήματα ή σκέψεις τους γεννήθηκαν. Παράλληλα, ενθαρρύνονται να γράψουν ιδέες, προσωπικούς προβληματισμούς ή ακόμη και να δημιουργήσουν τη δική τους ιστορία. Μακάρι να μπορούσαν να υπάρξουν αντίστοιχες διδακτικές ώρες και στο ελληνικό σχολείο, γιατί ένα παιδί, εκτός του ότι αναπτύσσει τη γλωσσική του ικανότητα, τη φαντασία, την κριτική του σκέψη αλλά και την αυτοέκφραση, μαθαίνει να αγαπά το διάβασμα για το υπόλοιπο της ζωής του.
5. Ποιο ήταν το ερέθισμα για να ασχοληθείτε με τη συγγραφή;
Από όσο θυμάμαι τον εαυτό μου, ήταν πάντα θεραπευτικό για εμένα το να γράφω. Η επιθυμία μου να γράψω αυτό το βιβλίο ήρθε σαν μια ξαφνική ιδέα την εποχή του κορονοϊού, αλλά μάλλον προετοιμαζόταν σιωπηλά από τότε που έγινα μητέρα. Εκείνη, λοιπόν, τη δύσκολη εποχή για όλους μας, έχοντας περισσότερο χρόνο στο σπίτι, άρχισα να παρατηρώ τον εαυτό μου ως γονέα και τις δυσκολίες που αυτό ενείχε, καθώς και τους γνωστούς και φίλους μου που είχαν παιδιά. Ήρθα αντιμέτωπη με τα δικά μου παιδικά τραύματα και μνήμες, ενώ παράλληλα είδα αρκετά κοινά μοτίβα συμπεριφοράς στα κοντινά μου ενήλικα πρόσωπα. Σε αυτό το σημείο, αποφάσισα ότι ήθελα να εστιάσω στις διαπροσωπικές συγκρούσεις που βιώνονται μέσα στη σχέση ενηλίκων και παιδιών, οι οποίες είναι αναπόφευκτες μεν, αλλά και πολύ καθοριστικές, προκειμένου τα παιδιά να κατανοήσουν τον εαυτό τους και να τον τοποθετήσουν μέσα στο κοινωνικό σύνολο.
Σε ένα πιο συνειδητό επίπεδο, και ερευνώντας την παιδική βιβλιογραφία, παρατήρησα ότι υπάρχουν αρκετά παιδικά βιβλία που πραγματεύονται το πώς νιώθουν τα παιδιά όταν είναι θυμωμένα, στεναχωρημένα ή φοβισμένα, πώς δηλαδή βιώνουν το κάθε συναίσθημα ψυχολογικά και σωματικά. Παρ’ όλα αυτά, στην αναζήτησή μου διαπίστωσα ότι δεν υπάρχουν αρκετά παιδικά βιβλία που να εστιάζουν στους βασικούς λόγους για τους οποίους τα παιδιά νιώθουν έντονα συναισθήματα, θετικά και αρνητικά, και στο πώς αυτοί οι λόγοι συνδέονται κατά κύριο λόγο με τους ενήλικες. Και έτσι άρχισε η συγγραφή αυτού του βιβλίου.
6. Ποιον ορισμό θα δίνατε στην έννοια της λογοτεχνίας;
Είναι η τέχνη του να μπορείς να μετατρέπεις μια ανθρώπινη εμπειρία σε αφήγηση. Είναι η τέχνη του να εκφράζεσαι και να συνδέεσαι με τον κόσμο των άλλων σε ένα πιο βαθύ, υπαρξιακό και προσωπικό επίπεδο.
7. Γιατί οι Έλληνες διαβάζουν λογοτεχνία λιγότερο από τον μέσο Ευρωπαίο;
Δεν είμαι σίγουρη αν οι Έλληνες διαβάζουν λιγότερο λογοτεχνία από τον μέσο Ευρωπαίο. Όταν, όμως, η ζωή στην Ελλάδα έχει φτάσει σε μεγάλες πληθυσμιακές ομάδες στα όρια της επιβίωσης, όταν ο χρόνος είναι τόσο περιορισμένος, το εκπαιδευτικό σύστημα τόσο απαιτητικό και ανταγωνιστικό, και όταν υπάρχει έλλειψη συστηματικής επαφής με τα βιβλία από μικρή ηλικία, το διάβασμα έρχεται σε δεύτερη μοίρα.
8. Τι ρόλο έχει πλέον το βιβλίο, στην ψηφιακή εποχή μας;
Το βιβλίο έχει, με έναν τρόπο, προσαρμοστεί και αυτό στην ψηφιακή εποχή μας με e-books και audio-books, προσπαθώντας να ανταγωνιστεί τις σύγχρονες μορφές ψυχαγωγίας. Η εύκολη πρόσβαση στην οθόνη, η γρήγορη «γνώση» που προσφέρεται απλόχερα από τον ψηφιακό κόσμο, η δυνατότητα οπτικής και ακουστικής εμπειρίας και ο χρόνος που ξοδεύεται από τους ανθρώπους για να νιώσουν συνδεδεμένοι μέσα στο διαδίκτυο σίγουρα δυσχεραίνουν τον ρόλο του βιβλίου. Παρόλα αυτά, υπάρχουν πολλοί άνθρωποι εκεί έξω που δεν ξεχνούν την αξία της ανάγνωσης και το πόσο ελεύθερος και ουσιαστικά συνδεδεμένος μπορεί να νιώσει κάποιος με τον εαυτό του και τους άλλους, διαβάζοντας.
9. Ένας μήνας “καραντίνα”. Ποια είναι τα πέντε βιβλία που θα θέλατε μαζί σας;
1. Life and how to survive it. (Robin Skynner & John Cleese).
2. Οι μικροί πολέμιοι του χρόνου και της φθοράς. (Θανάσης Σκαμνάκης).
3. Η πλεξούδα (Λετίσια Κολομπάνι).
4. Το όνειρο ενός γελοίου (Φιοντορ Μιχαηλοβιτς Ντοστογιέφσκι).
5. Ο μικρός Πρίγκιπας (Αντουάν ντε Σαιντ-Εξυπερύ).
10. Χρειαζόμαστε περισσότερο ρομαντισμό ή ρεαλισμό, στην εποχή μας;
Πιστεύω ότι χρειαζόμαστε έναν ρομαντικό ρεαλισμό. Γιατί, μέσα στον ρομαντισμό, φωλιάζει η παιδικότητα, το όνειρο και η ελπίδα ενός πιο όμορφου και δίκαιου κόσμου. Μέσα στον ρεαλισμό, από την άλλη, φωλιάζει η συνειδητή απόφαση να παλεύουμε για τις αξίες μας, να παραμείνουμε άνθρωποι παρόλα τα δεινά που συμβαίνουν γύρω μας καθημερινά, ελεύθεροι μέσα μας σε πρώτο επίπεδο, με σκοπό να μην μοιάσουμε σε αυτό που φοβόμαστε ή σιχαινόμαστε.