Ο Ιωάννης Λαδάκης συνομιλεί με τον Κωνσταντίνο Μανίκα, με αφορμή την κυκλοφορία της ποιητικής του συλλογής “Μονωδία”.
1.Κυκλοφόρησε η ποιητική σας συλλογή “Μονωδία” από τις εκδόσεις Άνω Τελεία. Πώς θα την περιγράφατε συνοπτικά;
Υπάρχει αυτό το πρόβλημα με ένα ποιητικό έργο, δεν ξέρω αν μπορεί να περιγραφεί συνοπτικά, δεν ξέρω καν αν μπορεί να περιγραφεί εκτενώς. Σε κάθε περίπτωση, θα πρέπει να τονίσω εξ αρχής ότι δεν πρόκειται για ποιητική συλλογή, αλλά ποιητική σύνθεση. Αυτό σημαίνει ότι προσφέρεται ως μία ολοκληρωμένη – με αρχή, μέση και τέλος – ποιητική δημιουργία, μέρη της οποίας ναι μεν μπορούν να διαβαστούν ανεξάρτητα, αλλά στο ίδιο το έργο υπάρχει μια σειρά/αρμονία/συνέχεια νοηματική, συνειρμική και στοχαστική η οποία προτείνεται να μην παρακαμφθεί προκειμένου να επιτευχθεί μια πλήρης αναγνωστική εμπειρία. Πολύ συνοπτικά (και πολύ επιφανειακά), η «Μονωδία» είναι ένα έργο το οποίο στοχάζεται πάνω στις σχέσεις του ατόμου με τον Άλλον ή το Άλλο υπό ένα εν είδει υπαρξιακό πρίσμα, συμπεριλαμβάνοντας δηλαδή την έμφυτη υπαρξιακή ανησυχία του ατόμου κατά την εγχρονική του παρουσία.
2. Γιατί επιλέξατε τον συγκεκριμένο τίτλο; Τι σηματοδοτεί;
Όπως (ελπίζω) είναι διαισθητικά προφανές, αναφέρεται τόσο την έμπνευση που πυροδότησε την συγγραφή της σύνθεσης όσο και στην μορφή παρουσίασης των μερών του. Εμπνευσμένος από τον μουσικό όρο (μουσική σύνθεση για μία φωνή), αλλά και την αντίστοιχη χρήση του στην αρχαία ελληνική τραγωδία (εκτέλεση από έναν ηθοποιό μίας λυρικής ενότητας), επιλέχθηκε για να υποδείξει το κέντρο της ποιητικής σύνθεσης που είναι το άτομο. Από το άτομο εκκινούν τα πάντα. Στο κείμενο είναι ο κεντρικός αφηγητής που, σταδιακά, με το τραγούδι του, με τις μουσικές του, ξεμπλέκει το μυστήριο της ύπαρξης του (ή το μπλέκει περισσότερο στην προσπάθεια του). Επιπλέον, στο έργο υπάρχουν έντονα στοιχεία δραματικότητας (ειδικά σε ένα μέρος του, το έκτο συγκεκριμένα), παραλληλίζοντας με αυτόν τον τρόπο ύφος και τεχνική με το κεντρικό όραμα του κειμένου.
3. Τι πιστεύετε ότι θα αποκομίσει ως απόσταγμα ο αναγνώστης;
Το λιγότερο που έχει να αποκομίσει ο αναγνώστης είναι συναίσθημα, εύχομαι κι ελπίζω έντονο, αυθόρμητο, καθαρό. Δεν έχει καμία σημασία να αναγεννήσει τις προσωπικές μου σκέψεις, τους συνειρμούς μου, τα ερεθίσματα μου, ακόμα και τις αισθητικές και μη αιτίες που οδήγησαν στην συγκεκριμένη μορφή και ροή. Ιδανικά, μέσα από το συναίσθημα θα γεννηθεί ένας νέος, προσωπικός κόσμος με έδαφος αρκετά γόνιμο ώστε να ξεπηδήσουν ανθάκια προβληματισμών και, κυρίως, σκέψεων ή ιδεών – στην απόλυτα ιδανική περίπτωση, έμπνευσης (καλλιτεχνικής και μη), έννοια που τείνει να σημαίνει ένα ασαφές συνονθύλευμα συγκεχυμένων στοιχείων. Θεωρώ τόσο την αισθητική του κειμένου, αποτυπωμένη στις λέξεις, τη μορφή του έργου και το ποιητικό του παιχνίδισμα, όσο και το περιεχόμενο, στοιχεία αρκετά ισχυρά ώστε να επιτευχθεί ο ελάχιστος των στόχων μου ως συγγραφέα – η επαγωγή συναισθήματος.
4. Η θεματολογία προσαρμόζει και το ύψος ή την τεχνική της ποιητικής έκφρασης;
Δεν είμαι καθόλου σίγουρος αν υπάρχει μία και μοναδική απάντηση σ’ αυτήν την ερώτηση. Η αλήθεια είναι ότι αυθόρμητα μου βγαίνει να απαντήσω θετικά, πράγματι υπάρχει μια προσαρμογή των εργαλείων, της τεχνικής και του τόνου της ποιητικής έκφρασης, ωστόσο θεωρώ ταυτόχρονα ότι το εύρος της θεματολογίας που απασχολεί τον κάθε ποιητή/συγγραφέα, τον κάθε άνθρωπο που ασχολείται με τον Λόγο, εμπερικλείεται στον αισθητικό κόσμο που διαμορφώνει και δομεί, ο οποίος συχνά δεν επιτρέπει πολλά επίπεδα ελευθερίας ως προς τα εκφραστικά εργαλεία που εν τέλει θα χρησιμοποιηθούν. Εκεί εντοπίζεται και η μαγεία της ικανότητας να προσαρμόζει και επεκτείνει κανείς συνεχώς τα όρια της τεχνικής του ανάλογα με το θέμα και, ιδίως, το ύφος που θέλει να προσδώσει στο όραμα του – την προσέγγιση του. Επιπλέον, κάπου εδώ μπορεί να διαφανεί η – σχεδόν – υποχρέωση του δημιουργού να είναι ανοιχτός απέναντι σε όλα τα ποιητικά και λογοτεχνικά έργα, τα οποία τελικά αποτελούν, μαζί με την ίδια την πραγματικότητα, την πλέον ατόφια μαγιά της έμπνευσης του. Τελικά αναθεωρώ την απάντηση μου, είναι αρνητική. Ιδανικά τόσο το ύψος και η τεχνική της (ποιητικής έκφρασης) εξαρτάται απλά και μόνο από το όραμα του καλλιτέχνη.
5. Τι σας γοητεύει περισσότερο στην Ποίηση, ως μορφή γραφής;
Κυρίως η ανοιχτότητα της. Μπορεί να μοιάζει δύστροπη, δυσνόητη, απόμακρη, αλλά στην πραγματικότητα πρόκειται για έναν ‘χώρο’ ή ένα ‘πεδίο’ καλύτερα στο οποίο όλοι μπορούν να βρεθούν και να μοιραστούν το οτιδήποτε, χωρίς να απαιτείται η πλήρης ανακατασκευή του αρχικού ‘οτιδήποτε’ κατά την επικοινωνία του. Μέσα στην ποίηση οι λέξεις μετατρέπονται σε μουσικούς φθόγγους, σε νότες, σε χρώματα, σε ροές, σε κύματα, σε στοιχεία της φύσης, σε εικόνες, σε όλα αυτά μαζί, αλλά και στο απόλυτο τίποτα φορές. Ποιο άλλο πεδίο μπορεί να προσφέρει τόσο απλόχερα στην σκέψη την ελευθερία να κινηθεί ανασαίνοντας τόσο ζωηρά, ‘γεμάτα’; Επίσης με σαγηνεύει η πάντα επισφαλής ισορροπία αισθητικής και νοήματος, περιεχομένου και ‘ομορφιάς’, η οποία μάλιστα λαμβάνει τον απόλυτα υποκειμενικό της χαρακτήρα, προσαρμόζεται απόλυτα στον αισθητικό κόσμο του καλλιτέχνη. Το ζήτημα είναι αν θα καταφέρει ο τελευταίος να σε εντάξει σ’ αυτόν με επιτυχία – εύκολα, δύσκολα; Ίσως και αδιάφορο.
6. Ποιο ήταν το ερέθισμα για να ασχοληθείτε με τη συγγραφή;
Πέρα από την αγάπη μου για την λογοτεχνία και την ποίηση, η οποία μεταφράζεται σε ατέλειωτες ώρες ανάγνωσης και στοχαστικής αναζήτησης, θα πω η πραγματικότητα. Ενηλικιώθηκα μέσα στην οικονομική κρίση, έχω παρακολουθήσει όλη την υποκρισία και την ευτέλεια του πολιτικού μας συστήματος, τη σταδιακή άνοδο του φασισμού και της ακροδεξιάς (δεν αναφέρομαι στην κομματική τους ενσάρκωση, αλλά στο ίδιο το φαινόμενο που είναι ένα σύνολο συμπεριφορών με βαθιές ρίζες στην κοινωνία μας), την σταδιακή εξαθλίωση των ανθρώπων μου και τα λοιπά γνωστά. Η οργή που μου προκάλεσε (και μου προκαλεί) όλο το κοινωνικοπολιτικό περιβάλλον, οι εξουσίες που μας καταπιέζουν, οι κατάφορες ταξικές (κυρίως) αδικίες και ο μισαλλόδοξος κόσμος μας μου έδωσε το έναυσμα να προσπαθήσω να εκτονωθώ, αποσυμπιέζοντας την πίεση που μου προκαλούσε. Έκτοτε φυσικά η συγγραφή έπαψε (και μάλιστα πολύ γρήγορα) να είναι ‘βαλβίδα’ αποσυμπίεσης μου, καθώς διαπίστωσα ότι υπάρχει κάτι παραπάνω απ’ αυτό στη γραφή μου (με τη βοήθεια τρίτων – αγαπημένων προσώπων). Το βασικό μου κίνητρο έγινε η κατά το δυνατό προσφορά στην τέχνη του λόγου και, μέσω αυτής, η προσφορά στην κοινωνία, στον αγαπημένο μου Άλλο, και το αντίστροφο.
7. Ποιον ορισμό θα δίνατε στην έννοια της λογοτεχνίας;
Τέχνη του λόγου. Η ομπρέλα που καλύπτει οποιαδήποτε δραστηριότητα περιλαμβάνει την δημιουργία γραπτών έργων και τη διαχείριση της γλώσσας με στόχο τη ψυχαγωγία ή τη διασκέδαση του ανθρώπου. Θεωρώ λίγο περισσότερο ως καθαρή λογοτεχνία (ή και τέχνη) τη ‘στρατευμένη’, ‘πολιτική’ τέχνη, υπό την έννοια της θεμελιακής της σχέσης με την κοινωνία και της προσπάθειας επιστροφής της σ’ αυτήν, βρίσκομαι απέναντι σε κάθε παράδειγμα της τέχνης της διασκέδασης ή της τέχνης για την τέχνη, αισθητικά αλλά και ως πολιτική οντότητα. Ωστόσο, δεν γίνεται να τις αποκλείσω από τη λογοτεχνία απλά και μόνο επειδή δεν μου αρέσουν ή δεν συμβαδίζουν με το δικό μου όραμα για τη λογοτεχνία.
8. Γιατί οι Έλληνες διαβάζουν λογοτεχνία λιγότερο από τον μέσο Ευρωπαίο;
Αυτή η ερώτηση – δήλωση ακούγεται σαν μια υπόθεση. Βασίζεται σε κάποια έρευνα, υπάρχουν κάποια συγκριτικά δεδομένα που να την δικαιολογούν; Πάντως, η αγορά κατακλύζεται από βιβλία κάθε λογής (συνήθως υποδεέστερης ποιότητας), που δεν μπορεί να μην αντικατοπτρίζει μια κάποια ζήτηση – πέρα από την εκμετάλλευση της ανάγκης των ίδιων των συγγραφέων να εκδοθούν και να επικοινωνήσουν το έργο τους. Σε κάθε περίπτωση, από προσωπική μου εμπειρία αυτό που μου φαίνεται πιο ενδιαφέρον (και εξόχως εξοργιστικό) είναι μια αίσθηση που μου έχει δημιουργηθεί από προσωπικές μου γνωριμίες ότι οι Έλληνες – Ελληνίδες που ασχολούνται με τη συγγραφή δεν διαβάζουν! Εντυπωσιακό; Το γεγονός αυτό μου φαίνεται ευθέως κι ευθαρσώς ανάλογο με την ποιότητα του εγχώριου ‘προϊόντος’ και, γιατί όχι, με την ποιότητα της σύγχρονης λογοτεχνίας και ποίησης εν γένει. Ως προς τα ποσοστά των ανθρώπων που διαβάζουν στην Ελλάδα, έχω την αίσθηση ότι παραμένουν διαχρονικά σταθερά, ενδεχομένως λίγο χαμηλότερα από ποσοστά που θα μας φαίνονταν πιο ‘λογικά’, αλλά όχι ιδιαίτερα.
9. Τι ρόλο έχει πλέον το βιβλίο, στην ψηφιακή εποχή μας;
Δεν είμαι από τους ανθρώπους που φετιχοποιούν το βιβλίο ή αντικείμενα γενικά. Η ψηφιακή μας εποχή δίνει περισσότερες ευκαιρίες προσβασιμότητας (επομένως επικοινωνίας) στη λογοτεχνία και την ποίηση. Το λογοτεχνικό ή ποιητικό έργο δεν ταυτίζεται με το ίδιο το βιβλίο, το τελευταίο αποτελεί (προς το παρόν) το βασικό μέσο επικοινωνίας του. Από την άλλη, οι ρυθμοί της δημιουργούν συνθήκες ‘ταχυφαγίας’ και εύκολης απόσπασης της προσοχής. Δεν είναι τυχαία η στροφή σε μικρότερες λογοτεχνικές φόρμες όπως η νουβέλα και τα διηγήματα. Επομένως θα έλεγα ότι αποτελεί μια πρόκληση στην εποχή μας η διατήρηση του ενδιαφέροντος των ανθρώπων προς τη λογοτεχνία κι όχι τόσο η διατήρηση μιας ‘θέσης’ του βιβλίου καθ’ αυτού. Είναι πάντως φανερό ότι οι δύσκολες εποχές γεννούν τόσο την ανάγκη για καλλιτεχνική έκφραση, εν προκειμένω λογοτεχνική, όσο και την ανάγκη διαφυγής μέσα από ιστορίες και αναγνώσματα. Δεν ανησυχώ ότι το βιβλίο χάνει τη δυναμική του, δεν με ενδιαφέρει και τόσο. Περισσότερο με ανησυχεί το περιεχόμενο των έργων που δεν θα πάψουν θα συγγράφονται και να παρουσιάζονται.
10. Ένας μήνας “καραντίνα”. Ποια είναι τα πέντε βιβλία που θα θέλατε μαζί σας;
Πολύ δύσκολη ερώτηση! Λοιπόν, με τυχαία σειρά θα έπαιρνα τα:
Ο τελευταίος πειρασμός του Νίκου Καζαντζάκη.
Πορνογραφία του Witold Gombrowicz.
Μεταμόρφωση του Franz Kafka.
Homo Sacer του Giorgio Agamben.
Πέρα από το καλό και το κακό του Friedrich Nietzsche.
Ήδη νιώθω άσχημα που έχω αποκλείσει πολλά βιβλία από τις επιλογές μου! Επέλεξα αγαπημένους συγγραφείς που θα ήθελα να ξαναδιαβάσω. Αν με ξαναρωτούσατε αύριο, πιθανόν να άλλαζα τις επιλογές μου!
11. Πιστεύετε στη μοίρα ή στην τύχη;
Σε τίποτα από τα δύο. Θεωρώ ότι οι αρχικές μας υπαρξιακές συνθήκες (φύλο, χρώμα, τάξη, χώρα κτλ) καθορίζουν σε αφάνταστο βαθμό τη ζωή μας και το εύρος των ευκαιριών που μας εμφανίζονται. Ωστόσο, θεωρώ τη ζωή μας μια σειρά από συγκυρίες μέσα από τις οποίες ξεφυτρώνουν ευκαιρίες για το κάθε τι. Με μια μικρή δόση τύχης (ή κατάλληλης επιλογής θα έλεγε κάποιος άλλος, μόνο που δεν είναι πάντα γνωστά όλα τα δεδομένα που μπορεί να επεξεργαστεί κάποιος για να πάρει μια επιλογή κι αυτό ονομάζεται τυχαίο), μπορούν να γίνουν τα πάντα. Και δεν αναφέρομαι μόνο σε ατομικό επίπεδο, αλλά και σε συλλογικό. Όσο περισσότερο αγκαλιάζουμε τη ζωή ως αυτό που είναι, δηλαδή σαν μια δίνη αλλεπάλληλων αλλαγών, έντονων ή και ανεπαίσθητων, τόσο πιο εύκολα μπορούμε να τη διαχειριστούμε και να διεκδικήσουμε τις αλλαγές που επιθυμούμε.