Ο Γιάννης Χατζόπουλος απαντά στις 10+1 Ερωτήσεις που του θέτει ο Κωνσταντίνος Μανίκας, με αφορμή την κυκλοφορία της συλλογής διηγημάτων “Υπάρχουν και στην πόλη μας στοιχειά”.
1.Κυκλοφόρησε η συλλογή διηγημάτων σας “Υπάρχουν και στην πόλη μας στοιχειά” από τις εκδόσεις Άνω Τελεία. Πώς θα την περιγράφατε συνοπτικά;
Αν και από μόνο του το βιβλίο είναι πολύ σύντομο, αν είχα να το περιγράψω συνοπτικά θα έλεγα ότι είναι εφτά μικρές ιστορίες που περιστρέφονται γύρω από το τραύμα. Ό,τι μπορεί να σημαίνει αυτό: από τους φόβους και τα γεγονότα που μας αφήνουν μια πληγή όταν είμαστε μικρά παιδιά, ως μια μικρή κουβέντα που μας είπανε και μας τραυμάτισε ως ενήλικες. Το τραύμα, εξάλλου, έχει τόσες πολλές μορφές που θα μπορούσαμε να μιλάμε για ώρες και, σίγουρα, διαφέρει από άνθρωπο σε άνθρωπο, αλλά πάντα υπάρχει μια κοινή ρίζα. Ε, οι ιστορίες μου μάλλον ψάχνουν να βρουν αυτή την κοινή ρίζα.
2. Σκιαγραφήστε μας λίγο τους ήρωες σας. Ποιοι είναι οι στόχοι και τα κίνητρα τους;
Οι ήρωες του βιβλίου δεν είναι πάντα ξεκάθαροι με την έννοια ότι και στις εφτά ιστορίες δεν ξέρουμε καν το όνομά τους. Η μικρή φόρμα που χρησιμοποίησα δεν μας δίνει τη δυνατότητα για μια καθαρή εικόνα των χαρακτήρων, των κινήτρων ή των στόχων τους. Στο μυαλό μου είχα περισσότερο ιστορίες σαν του Ρέιμοντ Κάρβερ που ουσιαστικά δεν γνωρίζουμε τίποτα για τους πρωταγωνιστές των ιστοριών, παρά βλέπουμε ένα στιγμιότυπο από τη ζωή τους και ο καθένας μας είναι ελεύθερος να «χτίσει», να σκιαγραφήσει τον χαρακτήρα για τον οποίο διαβάζει. Και πάλι, όμως, μια λέξη που μου έρχεται για να περιγράψει τους ήρωες μου είναι η λέξη «πολυτραυματίες». Ίσως αδόκιμη, αλλά αυτό το κοινό χαρακτηριστικό έχουν όλοι: είναι τραυματισμένοι από κάτι και φέρουν μαζί τους ή την «ενοχή του επιζήσαντα» ή τη σκληρότητά τους ή και την υπερβολική τους ευαισθησία απέναντι στα πράγματα.
3. Τι πιστεύετε ότι θα αποκομίσει ως απόσταγμα ο αναγνώστης;
Όταν ξεκίνησα να λέω -στον εαυτό μου πρώτα- τις ιστορίες και, έπειτα, σιγά-σιγά να τις γράφω, δεν είχα στο μυαλό μου μια απεύθυνση «διδακτική». Δεν σκέφτηκα ποτέ ότι όποιος τις ακούσει ή τις διαβάσει θα πρέπει να μάθει ή να αποκομίσει κάτι. Περισσότερο ένιωσα την ανάγκη να απλώσω το χέρι μου μιλώντας για τα τραύματα τα δικά μου μέσα από ένα πλαίσιο λίγο πιο «παραμυθικό» και να αγγίξω όποιον έχει παρόμοιες εμπειρίες και ιστορίες στηρίζοντάς τον να μιλήσει και ο ίδιος. Με όποιον τρόπο μπορεί. Καλλιτεχνικά και μη.
4. Ποιο είναι το σημαντικότερο “στοιχειό” που καταδιώκει τον σύγχρονο άνθρωπο;
Αν μιλήσω σε σχέση με το βιβλίο, η αγία ελληνική οικογένεια με όλες της τις παθογένειες. Μας καταδίωκε και μας καταδιώκει. Είναι εκεί σε κάθε μας βήμα και στοιχειώνει κάθε μας πράξη. Κάτι τέτοιο εννοείται πως επηρεάζει και όλη μας τη συμπεριφορά και, κατ’ επέκταση, δημιουργεί μια κοινωνία με ερείσματα που νοσούν, είναι έτοιμα να σπάσουν και εμείς όχι μόνο κάνουμε πως δεν συμβαίνει τίποτα, αλλά γιορτάζουμε και όλοι μαζί χορεύοντας πάνω σε αυτά. Είναι τρομερό και τρομακτικό. Επιπλέον, πέρα από το να γιορτάζουμε στα χαλάσματα, ως αντιπερισπασμό έχουμε και το να ασχολούμαστε με τον απέναντι μας, να τον χλευάζουμε, να τον σχολιάζουμε για το κάθε τι, προκειμένου να μην ασχοληθούμε με τη δική μας αρρώστια. Έτσι, αντί να γίνει το τραύμα μας χάδι, γίνεται «όπλο» για να τραυματίζουμε τους άλλους. Αυτό νομίζω είναι το βασικό «στοιχειό» που στην ουσία μας στοιχειώνει όλους. Τώρα να δούμε τι θα κάνουμε για να του ξεφύγουμε.
5. Τι σας γοητεύει περισσότερο στο διήγημα, ως μορφή γραφής;
Η ταχύτητα και η συμπύκνωση. Παρ’ ότι πολύ κακός στη φυσική, τα δυο αυτά φαινόμενα με γοητεύουν πολύ στη λογοτεχνία. Θαυμάζω πολύ συγγραφείς όπως ο Γιάννης Παλαβός, ο Κορτάσαρ ή ο Γκαλεάνο, γιατί καταφέρνουν να συμπυκνώσουν δεκάδες νοήματα ή μια ιστορία ολόκληρη και με όλα της τα παρακλάδια σε μερικές σελίδες. Η μικρή φόρμα, επίσης, έχει την ομορφιά και τη μουσικότητα ενός τραγουδιού, ενώ σου δίνει και τη δυνατότητα να διαβάζεις όποτε, όπου και όσο θες κάθε φορά χωρίς να χάσεις τον ειρμό της αφήγησης.
6. Ποιο ήταν το ερέθισμα για να ασχοληθείτε με τη συγγραφή;
Νομίζω η -πολύ πρωτόγονη- ανάγκη της αφήγησης. Από μικρός παρασυρόμουν από τα τραγούδια που είχαν μέσα τους το στοιχείο αυτό. Αν θυμάμαι καλά, το πρώτο τραγούδι που με έβαλε στην διαδικασία να σκεφτώ εικόνες μιας ιστορίας ήταν το «Ήτανε μια φορά». Μαγεύτηκα. Σκεφτόμουν πως είναι να είσαι στη θάλασσα, να παλεύεις με τα κύματα και με γαλέρες. Αργότερα και παράλληλα με την ανάγνωση και τα αφηγηματικά τραγούδια ήρθε και η χαρά της ιστορίας μέσα στην παρέα. Πόσος ενθουσιασμός χωράει στο μυαλό όταν λες μια ιστορία στην παρέα και γελάνε ή συγκινούνται. Ε, αυτό με έκανε νομίζω να αρχίσω να γράφω και με τη βοήθεια μερικών εκπληκτικών δασκάλων που είχα την τύχη να συναντήσω στο γυμνάσιο και το λύκειο όλο αυτό πήρε σταδιακά το δρόμο του.
7. Ποιον ορισμό θα δίνατε στην έννοια της λογοτεχνίας;
Δύσκολη ερώτηση, αλλά θα προσπαθήσω. Η καταγραφή των καθημερινών μας προβλημάτων, εικόνων και σκέψεων με λέξεις υπό την συνεχή πρόκληση να βρίσκουμε συνέχεια διαφορετικούς τρόπους, διαφορετικά μέσα και διαφορετικούς συνδυασμούς να το επιτύχουμε. Έτσι νομίζω θα την όριζα τη λογοτεχνία. Ένα ασταμάτητο κυνήγι από συγγραφείς και αναγνώστες για μια διαφορετική ματιά πάνω στα πιο καθημερινά πράγματα.
8. Γιατί οι Έλληνες διαβάζουν λογοτεχνία λιγότερο από τον μέσο Ευρωπαίο;
Όπως στο κάθε τι, έτσι και στην ανάγνωση οι Έλληνες έχω την αίσθηση ότι είμαστε των άκρων. Δηλαδή υπάρχουν από τη μια όσοι πράγματι δε διαβάζουν λογοτεχνία και από την άλλη φανατικοί αναγνώστες. Τώρα η απάντηση στο γιατί διαβάζουμε λιγότερο έχει πολλές συνιστώσες που αφορούν τόσο τους ανθρώπους στον χώρο του βιβλίου όσο και τους ίδιους τους αναγνώστες. Στα σπίτια οι γονείς διαβάζουν σπάνια και σπανιότερα δίνουν στα παιδιά τους αναγνώσματα που τα αφορούν πραγματικά. Εμμένουν σε ό,τι βιβλίο είχαν εκείνοι στην παιδική ή εφηβική τους ηλικία και πιστεύουν ότι το παιδί τους θα ενδιαφερθεί με κάτι που εκείνοι διάβαζαν πριν είκοσι ή τριάντα χρόνια. Αργότερα, η ίδια εμμονή υπάρχει στο σχολείο με καθηγητές που διδάσκουν «στεγνά» κείμενα που επίσης δεν αφορούν τους μαθητές. Έτσι, ποτέ δεν έρχονται σε επαφή πραγματική με τη λογοτεχνία, γιατί την παίρνουν από πολύ μικρή ηλικία από φόβο. Δε διαφωνώ ότι η Πηνελόπη Δέλτα, ο Παπαδιαμάντης ή ο Κοσμάς Πολίτης είναι τεράστια κεφάλαια της ελληνικής λογοτεχνίας και οφείλουμε κάποια στιγμή να τους διαβάσουμε, αλλά ας ξεκινήσουμε πρώτα με αναγνώσματα που αφορούν -θεματικά και γλωσσικά σε πρώτη φάση- άμεσα τα παιδιά. Μετά έρχεται η κουβέντα για την προώθηση του βιβλίου γενικότερα στο χώρο του πολιτισμού, κατά πόσο αυτή γίνεται με άμεσο και ενδιαφέρον τρόπο ή όχι, το κατά πόσο επηρεάζει η τεχνολογία, η ταχύτητα της ζωής μας, η γενικότερη κούραση…
Είναι τόσοι πολλοί οι παράγοντες που θα χρειαζόμασταν μια ξεχωριστή κουβέντα μόνο γι’ αυτό.
9. Τι ρόλο έχει πλέον το βιβλίο, στην ψηφιακή εποχή μας;
Η θέση του δείχνει να δυσκολεύει επικίνδυνα, αν και παρατηρώ τελευταία μια τάση για ανοδική πορεία του βιβλίου. Αυτό συμβαίνει μάλλον ως απάντηση στις οθόνες που μας έχουν πια καταπιεί. Πάντως σιγά-σιγά βλέπω και μέσα στο μετρό, για παράδειγμα, όλο και περισσότερους ανθρώπους να διαβάζουν αντί να ανοίγουν το κινητό τους. Ευελπιστώ ότι έχει ξεκινήσει μια περίοδος που τα βιβλία αρχίζουν και πάλι να ανθίζουν. Έστω δύσκολα και ανάμεσα από τις ρωγμές των οθονών να ξεπετιούνται κλωνάρια. Σίγουρα βοηθάει και η ιστορία με τους bookstagramers ή με τα ηχητικά βιβλία, αλλά όπως και να έχει, με όποιον τρόπο ας ξαναβρεί το βιβλίο τη θέση που του αξίζει.
10. Ένας μήνας “καραντίνα”. Ποια είναι τα πέντε βιβλία που θα θέλατε μαζί σας;
Άλλο δύσκολο κι αυτό. Λοιπόν, το «Γιακαράντες» του Φοίβου Οικονομίδη, που ήταν από τα τελευταία βιβλία που διάβασα και συγκλονίστηκα, το «Κάτι θα γίνει θα δεις» του Χρήστου Οικονόμου, τους «Πτυχιούχους» του Χρήστου Βακαλόπουλου, το -εξαιρετικό- «Στη γη είμαστε πρόσκαιρα υπέροχοι» του Ocean Vuong -μαζί με όλη την ομορφιά που κουβαλάει στις σελίδες του- και, τέλος, κάποιο του Tom Robbins. Μάλλον τον «Τρυποκάρυδο».
11. Πιστεύετε στη μοίρα ή στην τύχη;
Θα ήθελα πολύ να πιστεύω στην τύχη. Θα με απελευθέρωνε από πολλές υπαρξιακές απορίες. Ωστόσο, πιστεύω μάλλον περισσότερο στη μοίρα. Την γράφουμε με τις επιλογές μας και εκείνη μας περιμένει να τη ζήσουμε.