«Η Οργή ενός Ρέκβιεμ – Ο Χορός των Βέσπερσεϊντ»: ένα έπος φαντασίας για τη μνήμη, τη μοίρα και τη λύτρωση
Στο «CulturePoint.gr» φιλοξενούμε τον κύριο Αλέξανδρο Παπαδάκη, με αφορμή το επικό έργο του «Η Οργή ενός Ρέκβιεμ: Ο Χορός των Βέσπερσεϊντ», που κυκλοφορεί από τις Εκδόσεις Πηγή.
Ένα βιβλίο που χτίζει ένα ολόκληρο σύμπαν από στάχτες και όνειρα, εκεί όπου η φαντασία συνομιλεί με τη φιλοσοφία και ο άνθρωπος αναζητά μέσα στη σιωπή των θεών τη δική του αλήθεια. Η αφήγηση του κυρίου Παπαδάκη απλώνεται σαν συμφωνία – απόκοσμη, ποιητική, γεμάτη ένταση και φως.
Συνέντευξη στη δημοσιογράφο Νεκταρία Βαρσαμή-Πουλτσίδη
Κύριε Παπαδάκη, το «Η Οργή ενός Ρέκβιεμ» μοιάζει περισσότερο με μια πνευματική αναζήτηση. Πώς γεννήθηκε μέσα σας η ανάγκη να δημιουργήσετε έναν ολόκληρο κόσμο από το μηδέν; Ήταν μια μορφή απόδρασης ή ένας τρόπος να κατανοήσετε βαθύτερα τον πραγματικό; Δυσκολευτήκατε κάπου;
Αλ.Π.: Ο κόσμος του Ρέκβιεμ δεν δημιουργήθηκε για να με απομακρύνει από την πραγματικότητα, αλλά για να τη δω πιο καθαρά. Είναι ένας τόπος δοκιμασιών· για τους χαρακτήρες και για μένα. Μέσα από αυτόν οι ήρωες αναγκάζονται να κάνουν επιλογές, να αντιμετωπίσουν τις συνέπειες, να σταθούν απέναντι στο κόστος των πράξεών τους. Και σε αυτό σίγουρα έχει συμβάλλει η δική μου οπτική και εμπειρίες στη ζωή.
Η μεγαλύτερη πρόκληση –παρά δυσκολία– ήταν να κρατήσω την ανθρώπινη αλήθεια των ηρώων μέσα σε έναν φανταστικό κόσμο.
Στο έργο σας, το φως και το σκοτάδι δεν αντιμάχονται απλώς· μοιάζουν να αλληλοσυμπληρώνονται, σαν δύο όψεις της ίδιας ύπαρξης. Πιστεύετε ότι το καλό και το κακό υπάρχουν ως αντίπαλες δυνάμεις ή ως διαφορετικές εκφάνσεις μιας ενιαίας αλήθειας; Πόσο φως και πόσο σκοτάδι τελικά χωρά στην ύπαρξη;
Αλ.Π.: Δεν μπορούμε να μιλήσουμε για φως αν δεν υπάρχει σκοτάδι· ούτε να ορίσουμε το καλό χωρίς το κακό. Αυτές οι δύο έννοιες είναι πτυχές της ίδιας ανθρώπινης φύσης. Το απόλυτο φως σε έναν άνθρωπο είναι περισσότερο ένα προσωπείο. Ακόμη και ένας βαθιά ενάρετος άνθρωπος κουβαλά το σκοτάδι μέσα του· η διαφορά είναι ότι δεν το αφήνει να τον εξουσιάσει. Γι’ αυτό πιστεύω πως μέσα μας χωράει απεριόριστο φως και σκοτάδι. Ο καθένας έχει τα δικά του όρια, και εκεί κρίνεται η αληθινή του φύση.
Οι χαρακτήρες σας, όπως ο Ράιφεν και η Λουσιάνα, δεν είναι συμβατικοί ήρωες. Κουβαλούν τραύματα, ιδεολογίες, πνευματικές συγκρούσεις. Πώς προσεγγίζετε τη δημιουργία τέτοιων μορφών χωρίς να τις εξιδανικεύετε; Υπάρχει πάντα κάτι από εσάς μέσα τους;
Αλ.Π.: Πιστεύω ότι κάθε συγγραφέας αφήνει ένα κομμάτι του στους ήρωες που δημιουργεί. Και είναι πράγματι εύκολο να τους εξιδανικεύσουμε – πολλές φορές γίνονται εκδοχές του εαυτού μας όπως θα θέλαμε να είμαστε. Στο Ρέκβιεμ, όμως, προσπαθώ να αποφεύγω αυτή την παγίδα. Πολλοί από τους ήρωες είναι εμπνευσμένοι από ανθρώπους που έχω γνωρίσει ή παρατηρήσει, αλλά και από μορφές της ιστορίας και της λογοτεχνίας. Για μένα, ο πυρήνας δεν είναι η ηρωοποίηση αλλά τα κίνητρά τους: οι φόβοι, οι επιθυμίες, οι αδυναμίες και η αντοχή τους. Εκεί κρίνεται η αλήθεια ενός χαρακτήρα, όχι στο πόσο “ιδανικός” είναι, αλλά στο πόσο αληθινά παλεύει με το βάρος που τον διαμορφώνει.
Η γραφή σας διακρίνεται από έναν έντονο λυρισμό, σχεδόν μουσικό. Πόσο σημαντική είναι για εσάς η «ακουστικότητα» των λέξεων; Θεωρείτε ότι ο ρυθμός ενός κειμένου μπορεί να αποδώσει συναισθήματα πέρα από το ίδιο το νόημα; Τι μπορεί να κερδίσει ένας αναγνώστης επιλέγοντας το πόνημά σας;
Αλ.Π.: Η ακουστικότητα των λέξεων είναι για μένα σημαντική, γιατί η γλώσσα δεν μεταφέρει μόνο έννοιες· μεταφέρει ρυθμό, ανάσα, αίσθηση. Υπάρχουν στιγμές στη γραφή όπου το νόημα δεν αρκεί. Η παρήχηση, η επανάληψη, η εναλλαγή μικρών και μεγάλων φράσεων δημιουργούν μια εσωτερική μουσική, και αυτή συχνά λέει όσα δεν μπορούν να πουν οι λέξεις μόνες τους. Τώρα που το βιβλίο μεταφράζεται στα αγγλικά, βλέπω ξεκάθαρα πόσο διαφορετικά λειτουργούν οι δύο γλώσσες. Τα ελληνικά επιτρέπουν μεγαλύτερη μελωδικότητα, ενώ τα αγγλικά ζητούν καθαρότητα και ρυθμό, μικρότερη ευελιξία στη δομή των προτάσεων.
Ως αναγνώστης, νομίζω πως αυτό που μπορεί να κερδίσει κάποιος από το Ρέκβιεμ είναι μια εμπειρία.
Η αφήγηση είναι πολυδιάστατη: από μάχες και πολιτικές ίντριγκες μέχρι στιγμές εσωτερικής πάλης και προσωπικών ορίων.
Ο χρόνος και η μνήμη φαίνονται να παίζουν καθοριστικό ρόλο στο έργο σας. Τι σημαίνουν για εσάς; Είναι απλώς αφηγηματικά εργαλεία ή φορείς μιας μεταφυσικής διάστασης που ορίζει την ύπαρξη των ηρώων;
Αλ.Π.: Ο χρόνος και η μνήμη δεν είναι απλώς αφηγηματικά εργαλεία. Είναι ο τρόπος με τον οποίο διαμορφώνεται η ταυτότητα των ηρώων. Η μνήμη καθορίζει τις επιλογές τους περισσότερο από οτιδήποτε άλλο. Δεν το αντιμετωπίζω ως μεταφυσική έννοια, αλλά ως κάτι βαθιά ανθρώπινο: το πώς δηλαδή κουβαλάμε όσα βιώσαμε και πώς αυτά μάς συνοδεύουν στην πορεία της ζωής μας. Οι ήρωες του Ρέκβιεμ υπάρχουν μέσα στον χρόνο, όχι έξω από αυτόν.
«Η Οργή ενός Ρέκβιεμ»» έχει στιγμές που θυμίζουν προσευχή, άλλες που μοιάζουν με κραυγή. Πώς ισορροπείτε ανάμεσα στο στοχασμό και στη δράση; Πόσο σας δυσκόλεψε να παντρέψετε το φιλοσοφικό με το επικό στοιχείο;
Αλ.Π.: Ο στοχασμός και η δράση δεν είναι απαραίτητα αντίθετα. Δράση χωρίς στοχασμό δεν έχει πραγματικό διακύβευμα, και όταν υπάρχει δράση, δεν σημαίνει ότι οι ήρωες σιωπούν μέσα τους.
Το φιλοσοφικό και το επικό στοιχείο συνδυάζονται μέσα από τους ίδιους τους χαρακτήρες και την πορεία τους∙ από όσα σκέφτονται την ώρα που αναγκάζονται να πράξουν.
Η αφηγηματική τεχνική μού επέτρεψε να βρίσκομαι εκεί ως παρατηρητής, να παρακολουθώ πότε χρειάζεται ένταση και πότε σιωπή, χωρίς να επιβάλλω τεχνητά την ισορροπία.
Πιστεύετε πως η λογοτεχνία της φαντασίας μπορεί από μόνη της να αναδιαμορφώσει τον τρόπο που οι άνθρωποι βλέπουν τα βιβλία και την ανάγνωση; Ή, όπως θα έλεγαν οι ήρωές σας, μήπως ο αληθινός πόλεμος δεν είναι στις λέξεις αλλά μέσα μας;
Αλ.Π.: Σαφώς. Η λογοτεχνία του φανταστικού δεν είναι μόνο δράκοι ή ξωτικά· έχει τη δύναμή της επειδή ξεκινά από τον πραγματικό κόσμο. Δεν υπάρχει φανταστικός κόσμος χωρίς όσα κουβαλάμε μέσα μας. Κάθε συγγραφέας, συνειδητά ή ασυνείδητα, μεταφέρει το βάθος της πραγματικότητας σε ό,τι χτίζει. Γι’ αυτό πιστεύω ότι η φαντασία μπορεί να αλλάξει τον τρόπο που βλέπουμε τη λογοτεχνία. Μας επιτρέπει να αγγίξουμε όρια και ερωτήματα που σε μια ρεαλιστική αφήγηση ίσως δεν θα τολμούσαμε.
Ο αληθινός πόλεμος γίνεται μέσα μας και η φαντασία απλώς μας δίνει τον χώρο να τον αντικρίσουμε.