Γράφει ο Νίκος Ναούμης, πολιτικός επιστήμονας – συγγραφέας
Οι φετινές καλοκαιρινές μου διακοπές με έφεραν στη Μεσσηνία, σε έναν τόπο όπου το παρόν μοιάζει να έχει συμφιλιωθεί από καιρό με το βάρος της Ιστορίας. Από όσα όμως είδα και έζησα εκεί, μία επίσκεψη έμελλε να με ακολουθήσει περισσότερο από τις άλλες. Ίσως επειδή δεν ήταν μια ακόμη στάση των διακοπών μου, αλλά μια επιστροφή σε όσα είχα γνωρίσει χρόνια πριν μέσα από τα βιβλία. Μόνο που αυτή τη φορά οι σελίδες έκλεισαν και μπροστά μου βρισκόταν ο ίδιος ο τόπος. Το Ανάκτορο του Νέστορα, στον Άνω Εγκλιανό.
Έφτασα έχοντας μέσα μου όλες εκείνες τις εικόνες που γεννά η ανάγνωση όταν προηγείται για χρόνια της πραγματικής συνάντησης. Εδώ άκμασε ένα από τα σημαντικότερα ανακτορικά κέντρα του μυκηναϊκού κόσμου. Εδώ η αρχαιολογική σκαπάνη έφερε στο φως περισσότερες από χίλιες πινακίδες Γραμμικής Β και μαζί τους ψήγματα από τη ζωή ανθρώπων που διοίκησαν, εμπορεύτηκαν, λάτρεψαν τους θεούς τους, αγάπησαν, φοβήθηκαν, πολέμησαν. Εκείνοι χάθηκαν μέσα στους αιώνες. Όσα άφησαν πίσω τους εξακολουθούν να αντιστέκονται στον χρόνο και να αφηγούνται την ιστορία τους.
Η δική μου περιήγηση άρχισε με κάτι πολύ σημερινό, αλλά για μένα ξεχωριστό. Για πρώτη φορά χρησιμοποίησα την κάρτα αναπηρίας μου για την είσοδο σε αρχαιολογικό χώρο. Η είσοδός μου ήταν δωρεάν, όπως και του ανθρώπου που βρισκόταν μαζί μου, φίλου και συνοδοιπόρου σε αυτή τη μικρή επιστροφή στον χρόνο. Το προσωπικό μάς υποδέχθηκε με εκείνη την ευγένεια που δεν εξαντλείται στους καλούς τρόπους, αλλά φανερώνει πραγματική διάθεση να βοηθήσει. Το αναβατόριο για άτομα με αναπηρία διευκόλυνε την πρόσβασή μου και, για πρώτη φορά, κάτι που άλλοτε θα μπορούσε να υψώσει ένα εμπόδιο μπροστά μου έγινε απλώς μέρος της διαδρομής.
Αυτή η αίσθηση είχε για μένα τη δική της αξία. Δεν αισθάνθηκα ότι ζητούσα μια εξαίρεση ή μια χάρη, αλλά ότι μου δινόταν η δυνατότητα να πλησιάσω όσα είχα έρθει να γνωρίσω. Ο πολιτισμός χάνει κάτι από το νόημά του όταν κρατά ανθρώπους έξω από τις πύλες του. Εκεί, αντίθετα, ένιωσα πως ο δρόμος άνοιγε και μου επέτρεπε να προχωρήσω μαζί με όλους τους άλλους.
Πολύτιμη σε αυτή την περιήγηση στάθηκε η ξεναγός του χώρου. Άψογη στη δουλειά της, ευγενική, καταρτισμένη και πρόθυμη να λύσει κάθε απορία, δεν περιορίστηκε σε μια τυπική παράθεση πληροφοριών. Με ενημέρωσε για μια εφαρμογή που μπορούσα να κατεβάσω στο κινητό μου και να χρησιμοποιώ καθώς κινούμουν στον αρχαιολογικό χώρο. Οι περιγραφές άρχισαν τότε να συμπληρώνουν όσα υπήρχαν γύρω μου και οι λέξεις να δίνουν μορφή σε αποστάσεις, κτίσματα και σημεία που διαφορετικά θα έμεναν απρόσιτα.
Υπήρχε κάτι βαθιά συγκινητικό σε αυτή τη διαδικασία. Προχωρούσα και άκουγα. Οι λέξεις έχτιζαν μέσα μου εικόνες και, όσο η περιήγηση συνεχιζόταν, ένας κόσμος χαμένος εδώ και χιλιάδες χρόνια αποκτούσε ξανά υπόσταση στη φαντασία μου. Η τεχνολογία, που τόσο συχνά μας φυλακίζει σήμερα σε μια εικονική πραγματικότητα, εκεί λειτουργούσε αντίστροφα. Δεν με απομάκρυνε από τον κόσμο που βρισκόταν γύρω μου, αλλά με οδηγούσε βαθύτερα μέσα του.
Η επίσκεψη στον μυκηναϊκό θολωτό τάφο της περιοχής με περίμενε σαν δεύτερη αποκάλυψη. Μπαίνοντας στο εσωτερικό του, με κέρδισε σχεδόν αμέσως η ακουστική. Στάθηκα για λίγο και άφησα τον ήχο να ταξιδέψει μέσα στον χώρο και να επιστρέψει διαφορετικός. Υπήρχε κάτι παράξενο σε εκείνη την αντήχηση, κάτι που δύσκολα χωρά σε μια απλή περιγραφή. Βρισκόμουν μέσα σε έναν τόπο προορισμένο πριν από χιλιάδες χρόνια για τη σιωπή των νεκρών και, ωστόσο, ο ήχος έμοιαζε να επιμένει πως τίποτε από το ανθρώπινο πέρασμα δεν χάνεται ολοκληρωτικά.
Καθώς συνεχίζαμε την περιήγηση, άρχισα να προσέχω τις φωνές των υπόλοιπων επισκεπτών. Αγγλικά, γαλλικά και άλλες γλώσσες που δεν μπορούσα πάντοτε να αναγνωρίσω έφταναν στ’ αυτιά μου. Άνθρωποι από άλλες χώρες είχαν ταξιδέψει ως εδώ για να συναντήσουν ένα κομμάτι της δικής μας πολιτιστικής κληρονομιάς. Περίμενα ανάμεσά τους να ακούσω κάποια ελληνική φωνή, όμως εκείνη την ώρα δεν άκουσα καμία. Μπορεί να ήταν μια απλή σύμπτωση, αλλά η σκέψη είχε ήδη αρχίσει να με βασανίζει.
Αναρωτήθηκα πόσοι από εμάς έχουμε επισκεφθεί πραγματικά τους τόπους που τόσο εύκολα αποκαλούμε κληρονομιά μας. Πόσοι επιστρέψαμε ως ενήλικες σε έναν αρχαιολογικό χώρο χωρίς την υποχρέωση μιας σχολικής εκδρομής, μόνο και μόνο επειδή θελήσαμε να σταθούμε απέναντι σε όσα προηγήθηκαν από εμάς.
Λίγο αργότερα στάθηκα σε μια άκρη για μια αναμνηστική φωτογραφία. Εκεί, χωρίς να το επιδιώξω, ο νους εγκατέλειψε το σήμερα και γύρισε πίσω. Πήγε στον ομηρικό Νέστορα, στον βασιλιά της Πύλου που ακολούθησε τους Αχαιούς στην εκστρατεία της Τροίας. Όσα είχα διαβάσει τόσα χρόνια άρχισαν να επιστρέφουν διαφορετικά. Προσπάθησα να φανταστώ τους άνδρες λίγο πριν από την αναχώρηση, τις τελευταίες κουβέντες, τις οικογένειες που έμεναν πίσω, τους αποχαιρετισμούς που ίσως καθυστερούσαν επειδή κανείς δεν ήθελε να πει την τελευταία λέξη. Ύστερα ήρθαν στον νου τα πλοία, να απομακρύνονται αργά, ώσπου τα πανιά τους να χαθούν στον ορίζοντα, αφήνοντας πίσω ανθρώπους που δεν γνώριζαν ποιον θα ξανάβλεπαν.
Είχα διαβάσει πολύ για εκείνον τον κόσμο και νόμιζα πως τον γνώριζα. Εκεί κατάλαβα ξανά πόσο μεγάλη απόσταση χωρίζει τη γνώση από το βίωμα. Άλλο να συναντάς τον Νέστορα στις σελίδες του Ομήρου και άλλο να στέκεσαι στη γη που συνδέθηκε με το όνομά του. Τα βιβλία μπορούν να μας ταξιδέψουν μακριά, ίσως μακρύτερα από οποιοδήποτε μέσο. Έρχεται όμως κάποτε η στιγμή που πρέπει να κλείσεις τη σελίδα, να βρεθείς στον ίδιο τον τόπο και να αφήσεις όσα διάβασες να συναντήσουν όσα αισθάνεσαι.
Εκείνη τη στιγμή ένιωσα δέος και δεν ντρέπομαι καθόλου να το ομολογήσω. Για λίγα λεπτά οι αιώνες έμοιαζαν να έχουν χάσει κάτι από την απόστασή τους και η Ιστορία έπαψε να είναι χρονολογίες, ονόματα, μάχες και γεγονότα. Έγινε άνθρωποι. Άνθρωποι που περπάτησαν, αγάπησαν, φοβήθηκαν, αποχαιρέτησαν αγαπημένους, περίμεναν εκείνους που έφυγαν και κάποτε έμαθαν να ζουν χωρίς όσους δεν γύρισαν ποτέ. Τρεις χιλιάδες χρόνια αργότερα, η ανθρώπινη καρδιά δεν έχει αλλάξει όσο θα θέλαμε να πιστεύουμε.
Έφυγα από το Ανάκτορο του Νέστορα κουβαλώντας κάτι περισσότερο από την ανάμνηση μιας όμορφης επίσκεψης. Κάποιοι τόποι δεν σου προσφέρουν απλώς εικόνες για να πάρεις μαζί σου. Αφήνουν εκείνοι κάτι μέσα σου, μια αίσθηση που επιστρέφει αργότερα, όταν οι διακοπές έχουν τελειώσει και οι φωτογραφίες έχουν πάρει τη θέση τους στο αρχείο της μνήμης.
Γι’ αυτό συνιστώ ανεπιφύλακτα αυτή την εμπειρία, αλλά περισσότερο θα ήθελα να προτρέψω όλους μας να επισκεπτόμαστε τους αρχαιολογικούς μας χώρους. Όχι από υποχρέωση, ούτε για να εκπληρώσουμε κάποιο χρέος απέναντι στους προγόνους μας. Να πηγαίνουμε επειδή έχουμε ανάγκη από αυτή τη συνάντηση με το πραγματικό, ιδιαίτερα σήμερα που η καθημερινότητά μας περνά ολοένα περισσότερο μέσα από μια οθόνη.
Βλέπουμε τόπους χωρίς να τους περπατάμε, μνημεία χωρίς να στεκόμαστε μπροστά τους και ανθρώπους χωρίς να τους συναντάμε. Συνηθίσαμε τόσο πολύ την εικόνα, ώστε κινδυνεύουμε να ξεχάσουμε το βίωμα. Η αληθινή εμπειρία όμως εξακολουθεί να έχει ήχους, μυρωδιές, αποστάσεις και ανθρώπινες φωνές. Έχει χώμα κάτω από τα πόδια και έναν ουρανό που καμία φωτογραφία δεν κατάφερε ακόμη να φυλακίσει.
Η Ιστορία ζητά κάτι περισσότερο από τη γνώση μας, ζητά την παρουσία μας. Θέλει να βρεθούμε εκεί, να περπατήσουμε, να ακούσουμε, να αφήσουμε για λίγο τον θόρυβο του σήμερα να χαμηλώσει, ώστε να μπορέσει να μας φτάσει η φωνή όσων προηγήθηκαν. Στο Ανάκτορο του Νέστορα, στον Άνω Εγκλιανό, για λίγες στιγμές ένιωσα πως αυτή η φωνή έφτασε μέχρι εμένα.