Ο συγγραφέας Νίκος Ξένιος μιλά στον Κωνσταντίνο Μανίκα, με αφορμή την κυκλοφορία της συλλογής διηγημάτων «Mέσα Μαρτίου, απομεσήμερο».
Κυκλοφόρησε από τις Εκδόσεις Ιωλκός το νέο βιβλίο σας «Mέσα Μαρτίου, απομεσήμερο». Πώς θα το περιγράφατε συνοπτικά;
Πρόκειται για την πνευματική αναζήτηση ενός σύγχρονου ποιητή που πάσχει από μελαγχολία: σε κάθε διήγημα ψηλαφώ και μια εκδοχή της μελαγχολίας, βάζοντας τον ποιητή αυτόν να βυθίζεται στη μελέτη κειμένων και ιστοριών του παρελθόντος. Είναι μια συλλογή διηγημάτων που αποβλέπει στον ορισμό της μελαγχολίας, ωστόσο λίγο ως πολύ δίνει έναν ορισμό της λογοτεχνίας.
Ποια ζητήματα επιθυμείτε να θίξετε με αυτό σας το έργο και πώς προέκυψε η συγκεκριμένη έμπνευση;
Τα ζητήματα, πιστεύω, που αξίζει να θιγούν σήμερα είναι ο αγώνας για τη διατήρηση της ανθρώπινης αξιοπρέπειας, η διάσωση της επικοινωνίας, η αναζήτηση της ανθρώπινης αγκαλιάς, η αποσόβηση των κινδύνων που διατρέχει η ανθρώπινη ελευθερία. Αυτά θίγω σε κάθε μου βιβλίο.
Τι πιστεύετε ότι θα αποκομίσει ως απόσταγμα ο αναγνώστης;
Ελπίζω να αποκομίσει τη βεβαιότητα ότι υπάρχουν διέξοδοι, αρκεί να στραφεί κανείς στον συνάνθρωπο.
Ποιο ήταν το ερέθισμα για να ασχοληθείτε με τη συγγραφή;
Δεν υπήρξε κάποιο συγκεκριμένο ερέθισμα, ούτε ένα εναρκτήριο λάκτισμα. Πάντα έγραφα και πάντα θα γράφω.
Τι ρόλο έχει πλέον το βιβλίο, στον ψηφιακή μας κόσμο; Πόσο επηρεάζεται από τις εξελίξεις στην τεχνητή νοημοσύνη;
Έχω ήδη επισημάνει τον κίνδυνο που διατρέχει το βιβλίο, γιατί ως καθηγητής ξέρω ότι η νεολαία δεν διαβάζει πια σχεδόν καθόλου. Όποιος θέλει να διαβάσει, διαβάζει και ηλεκτρονικά. Όσο για την υποκατάσταση της ανθρώπινης δημιουργίας από κάποια μηχανή, μέχρι στιγμής ό,τι έχω από περιέργεια ρωτήσει την Τεχνητή Νοημοσύνη έχει λάβει μια μηχανιστική, αφελή και συχνά εσφαλμένη απάντηση. Εν ολίγοις, όσο κι αν εξελιχθεί ένα μηχάνημα, θα παραμείνει κατά βάσιν ηλίθιο: εν ολίγοις, δεν συμμερίζομαι την κινδυνολογία για κάποιο υποτιθέμενο «τέλος της γραφής», συμμερίζομαι μόνον τις ανησυχίες που αφορούν το ζήτημα των πνευματικών δικαιωμάτων των συγγραφέων κι επιστημόνων.
Ποιον ορισμό θα δίνατε στην έννοια της λογοτεχνίας;
Αυτόν ακριβώς που δίνω με την νέα συλλογή διηγημάτων μου: αν τη διαβάσετε, θα καταλάβετε τι εννοώ.
Γιατί οι Έλληνες διαβάζουν λογοτεχνία λιγότερο από τον μέσο Ευρωπαίο;
Ούτε γι’αυτό είμαι βέβαιος. Είναι πιο λίγοι, κι από εκεί αντλείται το συμπέρασμα ότι διαβάζουν λιγότερο. Ή βλέπουμε τον τουρίστα με ένα paperback στον εκδρομικό του σάκκο και αυτομάτως συμπεραίνουμε ότι διαβάζει, αν όμως δούμε τι ακριβώς διαβάζει θα καταλάβουμε ότι το ελληνικό αναγνωστικό κοινό είναι ίσως πιο καλλιεργημένο. Καταλάβατε; Το πρόβλημα δεν είναι αν διαβάζουν, αλλά τι διαβάζουν οι Έλληνες: αναρτήσεις στα social media και φτηνή, εμπορική και πολυσέλιδη πεζογραφία. Πιστεύω ότι κινδυνεύει αποκλειστικά η ποιοτική λογοτεχνία- όμως αυτό αφορά το παγκόσμιο κοινό, όχι ειδικά το ελληνικό.
Πιστεύετε στη μοίρα ή στην τύχη;
Πώς να μην πιστεύει κανείς στην τύχη, αφού ό,τι συμβαίνει στη ζωή μας συμβαίνει σχεδόν κατά τύχην; Όσο για τη μοίρα, είναι το κομμάτι της πίττας που αντιστοιχεί στον καθένα μας: άλλος θα το φάει αργά και απολαυστικά, άλλος θα το φάει γρήγορα και βουλιμικά, άλλος θα πνιγεί μ’αυτό. Θα είναι όμως πάντα το κομμάτι που προορίζεται γι’αυτόν, το δικό του κομμάτι.
Ένας μήνας «καραντίνα». Ποια είναι τα πέντε βιβλία που θα θέλατε μαζί σας;
Θα ήθελα να έχω μαζί μου τον «Κόμη Μοντεχρήστο» του Αλεξάνδρου Δουμά, τα άπαντα του Σαίξπηρ και του Ευριπίδη, τα διηγήματα του Βιζυηνού και τον «Άνθρωπο και τα σύμβολά του» του Καρλ Γιουνγκ.
Χρειαζόμαστε περισσότερο ρομαντισμό ή ρεαλισμό στην εποχή μας;
Όχι, όχι άλλον ρομαντισμό! Προς Θεού! Όπως αποδεικνύω σε ένα μυθιστόρημά μου, ο ρομαντισμός είναι η αιτία κάθε παρερμηνείας, η ρίζα κάθε εσφαλμένης προσέγγισης της Ιστορίας και η πηγή κάθε ψευδαίσθησης και κάθε φασιστικού συναισθήματος. Πραγματισμό και ψυχραιμία χρειάζεται η εποχή μας, προσγείωση, αντίσταση στην ψευδαίσθηση των media και άγγιγμα της Γης και των ανθρώπων.