Γράφει ο Δημοσθένης Δέπος
Στην έβδομη δεκαετία της ζωής σου φτάνεις ν’ αποχαιρετάς πολλούς ανθρώπους, που συνάντησες στο διάβα σου. Αν τους βάλεις δίπλα-δίπλα, μοιάζουν με δάσος σκιερό, που οι αχτίδες του ήλιου ίσα που περνάνε.
Κάποιοι απ’ αυτούς πιάνουν ιδιαίτερη θέση στο μέσα μας. Κάποιων η έλλειψη πονάει παραπάνω. Τι είναι αυτό, που τους ξεχωρίζει από τους πολλούς; Μην είναι μια φράση τους σε χαλεπούς καιρούς; Μην είναι ένα βλέμμα τους στα μάτια; Μην είναι ένα τρυφερό τους χαμόγελο; Μην είναι μια απροσδιόριστη ολική επίδραση, που άσκησαν πάνω μας;
Τρεις απώλειες μου έρχονται πρόχειρα στο νου: του Γιάννη, του Μένιου, του Θανάση. Γιατί αυτοί κι όχι οι άλλοι; Μην ήταν καμωμένοι από σάρκα, σ’ ένα σύμπαν μεταλλικό; Μην ήταν εγκιβωτισμένοι σ’ έναν κόσμο ασύμβατο για δαύτους; Μην το ήξεραν κι αρνούνταν να το αποδεχτούν;
Σε μένα άφησαν κληρονομιά το αποτύπωμα τους, σαν τατουάζ στο μπράτσο. Δεν ζήταγα πολλά, αρκεί να ήξερα ότι υπάρχουν. Η σκιά τους και μόνο μου ήταν αρκετή. Απέδρασαν όμως ατελώς, αφήνοντας πίσω τους συναντήσεις, θύμησες κι αναδρομές…
*Να θυμάσαι ότι είσαι θνητός