Γράφει ο Πέτρος Χατζησωτηρίου, φαρμακοποιός – κριτικός λογοτεχνίας
Είναι το βιβλίο με το οποίο η Καρυστιάνη εισήλθε στη χορεία των μυθιστοριογράφων και σαν πρωτόλειο είχε τα θέματά του.
Το βιβλίο δεν είναι τίποτ’ άλλο παρά ένα σύνολο ιστοριών κι αφηγήσεων με καμβά την Άνδρο των δεκαετιών 1930 έως ’50.
Πρόκειται για ένα είδος ηθογραφίας απαρτιζόμενη από πολλές ιστορίες υφασμένες πάνω στη φτώχεια και την απόγνωση της εποχής εκείνης. Κεντρικό ρόλο στην πλοκή θα παίξει η μοιχεία που ως γνωστόν είναι πολύ διαδεδομένη σε μικρές κλειστές κοινωνίες όπως ένα μικρό νησί. Για την ακρίβεια δεν υπάρχει πλοκή, είναι μια ιστορία που δίνει την απαραίτητη ίντριγκα στον αναγνώστη και την ευκαιρία στη συγγραφέα να στήσει μια ανατροπή η οποία όμως δεν μπορούμε να πούμε ότι δεν ήταν αναμενόμενη.
Η συγγραφέας έχει επιλέξει έναν πολύ δύσκολο τρόπο αφήγησης. Δύσκολο φυσικά για τον αναγνώστη. Με τον καταιγισμό σκέψεων και εσωτερικών διαλόγων από τους ήρωες που δεν ολοκληρώνονται πολλές φορές μέσα σε μια πρόταση, και με τις τελείες να λείπουν σε ακαθόριστα σημεία ο αναγνώστης είναι αναγκασμένος να ξαναδιαβάζει την ίδια φράση και στο τέλος πάλι δε θα την έχει κατανοήσει. Η συγγραφέας προφανώς προσπάθησε να μιμηθεί την τεχνική της ρέουσας συνείδησης που εισήγαγε ο Τζόυς χωρίς καμία επιτυχία και την παράλειψη των σημείων στίξεως που φυσικά δεν την έκαναν Σαραμάγκου.
Οι ήρωες είναι πάρα πολλοί και κανείς τους δεν αναπτύχθηκε επαρκώς.
Το αποτέλεσμα είναι να βρίσκεσαι αντιμέτωπος με ένα στριφνό κείμενο και έναν σωρό από ονόματα που κάθε τόσο αλληλεπιδρούν μεταξύ τους αλλά δεν γνωρίζεις κανέναν σε βάθος για να ταυτιστείς μαζί του ή να τον μισήσεις και κάθε τόσο τους βρίσκεις συναθροισμένους σε διάφορες περιστάσεις ίσα-ίσα για να θυμάσαι ότι δεν κατάλαβες τι ρόλο παίζει ο καθένας.
Κι αφού δεν τα κατάφερε καλά με το κείμενό της η συγγραφέας θέλησε να μας επιδείξει και την έρευνά της που προηγήθηκε της συγγραφής του βιβλίου αλλά με έναν μάλλον ανώριμο τρόπο. Για παράδειγμα δεν ενδιαφέρει κανέναν κι ούτε συμβάλλει στην πρόοδο της πλοκής αν γνωρίζεις πόσο κόστιζε ο ναυπηγημένος κόρος στις αρχές του περασμένου αιώνα.
Το βιβλίο δεν κατάφερε να βρει ρυθμό σε κανένα σημείο, ούτε να κερδίσει και να κρατήσει το ενδιαφέρον του αναγνώστη.
Δεν ξέρω σε τι κοινό ήθελε ν’ απευθυνθεί η συγγραφέας με το πρώτο της μυθιστόρημα και το έβαλε να περιστρέφεται γύρω από ερωτικές ατασθαλίες κάθε τύπου, γύρω από το δόλιο κουτσομπολιό της ερωτικής ζωής δύο αδελφών μεταξύ τους μέσω της μονοπατωσιάς (σανίδες που χώριζαν δύο ορόφους του ίδιου σπιτιού αντί για χτισμένο πάτωμα) όπου η μία κρυφάκουγε την ερωτική ζωή της άλλης και την αθυροστομία με χρώμα ντοπιολαλιάς όπου μεγάλες γυναίκες απευθύνονται με την κάθε ευκαιρία σε ανύπανδρες ή χήρες με τον όρο «λαρδομούνα».
Το βιβλίο μεταφέρθηκε στον κινηματογράφο ως ομότιτλη ταινία του Παντελή Βούλγαρη το 2013 κι αυτό έχει επικρατήσει εντελώς αδικαιολόγητα να θεωρείται τεκμήριο ενός καλού βιβλίου, ενώ απλά το βιβλίο της Καρυστιάνη χρησιμοποιήθηκε ελλείψει πρωτότυπου σεναρίου.
Κλείνοντας το βιβλίο ο αναγνώστης που θα καταφέρει να γυρίσει και την τελευταία σελίδα θα μείνει ν΄ αναρωτιέται τι αποκόμισε απ’ αυτό και ποιος ήταν ο λόγος της συγγραφής του. Φοβάμαι ότι ο απαιτητικός αναγνώστης θα μείνει ν’ αναρωτιέται για πάντα.
3,0/5,0