Γράφει ο Νίκος Ναούμης, πολιτικός επιστήμονας – συγγραφέας
Η Ελλάδα εκδίδει κάθε χρόνο έναν εντυπωσιακό αριθμό νέων τίτλων. Τα ράφια γεμίζουν με καινούργιες εκδόσεις, οι εκδοτικοί οίκοι δουλεύουν αδιάκοπα, οι συγγραφείς συνεχίζουν να γράφουν με πάθος. Κι όμως, το αναγνωστικό κοινό παραμένει περιορισμένο. Είναι ένα παράδοξο που δεν μπορούμε να αγνοήσουμε. Η χώρα παράγει περισσότερα βιβλία από όσα πραγματικά διαβάζονται.
Το φαινόμενο αυτό είναι λυπηρό γιατί φανερώνει μια αντίφαση.
Από τη μια μεριά, υπάρχει δημιουργικότητα, φαντασία, πλούτος ιδεών. Από την άλλη, η κοινωνία δεν φαίνεται να ανταποκρίνεται.
Οι έρευνες δείχνουν πως διαβάζουμε λιγότερο από άλλους Ευρωπαίους. Συχνά αρκούμαστε σε τίτλους-βιτρίνες ή σε βιβλία που γίνονται μόδα για λίγο και μετά ξεχνιούνται. Η βαθύτερη σχέση με το βιβλίο, αυτή που απαιτεί χρόνο και αφοσίωση, παραμένει ζητούμενο.
Πρόσφατα το υπουργείο Παιδείας έκανε ένα βήμα προς τη σωστή κατεύθυνση. Η καθιέρωση λίστας προτεινόμενων βιβλίων στα σχολεία είναι μια καλή προσπάθεια, που αν εφαρμοστεί με συνέπεια μπορεί να καλλιεργήσει τη φιλαναγνωσία από νωρίς. Όμως η ανάγνωση δεν οικοδομείται με διατάγματα. Δεν αρκεί να «υποχρεώσεις» έναν μαθητή να διαβάσει· πρέπει να του δείξεις γιατί αξίζει. Η πρόκληση είναι να μετατραπεί το βιβλίο σε εμπειρία, σε χαρά, σε συντροφιά. Εκεί χρειάζονται δάσκαλοι εμπνευσμένοι, που θα ξέρουν πώς να γεφυρώσουν τις σελίδες με τον κόσμο του παιδιού.
Το βιβλίο δεν μπορεί να σωθεί μόνο από την αγορά ούτε μόνο από το σχολείο.
Χρειάζεται μια κουλτούρα ανάγνωσης που να ξεκινά από το σπίτι, να στηρίζεται στην οικογένεια, να τροφοδοτείται από τη δημόσια ζωή. Χρειάζονται βιβλιοθήκες ανοιχτές, συζητήσεις, παρουσιάσεις, διάλογος γύρω από το γραπτό λόγο. Χρειάζεται να μιλήσουμε ξανά για το βιβλίο ως εργαλείο σκέψης και όχι μόνο ως προϊόν.
Η πληθώρα τίτλων είναι απόδειξη πως υπάρχει δημιουργική δύναμη. Το ζητούμενο όμως είναι να βρεθούν οι αναγνώστες. Γιατί χωρίς αυτούς, το βιβλίο μοιάζει με μήνυμα σε μπουκάλι που πλέει στη θάλασσα, ελπίζοντας να το διαβάσει κάποιος. Και αν δεν το βρει κανείς, χάνεται μια ευκαιρία για διάλογο, κατανόηση, αλλαγή.