/Σκέψεις για τους επιστρέφοντες από τον Άδη. 

Σκέψεις για τους επιστρέφοντες από τον Άδη. 

(Μπορεί να διαβαστεί και σαν πολιτικό σχόλιο.)

Γράφει ο Τάκης Γεράρδης, συγγραφέας

Το ερώτημα τι υπάρχει και τι γίνεται μετά τον θάνατο είναι διαχρονικό και απασχόλησε όλους τους πολιτισμούς. Ο άνθρωπος είναι το μόνο ζώο που έχει συνείδηση της θνητότητάς του. Δηλαδή από πολύ νωρίς γνωρίζει ότι ζει αλλά και ότι θα πεθάνει. Αυτή η συνειδητότητα γέννησε μύθους, φιλοσοφικούς στοχασμούς αλλά και θρησκευτικά μοτίβα. Γέννησε και την ιερουργία.

Υπάρχει κάτι παγκόσμιο στην ανθρώπινη φαντασία: σχεδόν όλοι οι πολιτισμοί αφηγήθηκαν ιστορίες ανθρώπων ή θεών που μετέβησαν στον κόσμο των νεκρών και επέστρεψαν στη γη. Από τον Ορφέα και τον Οδυσσέα έως τον Λάζαρο των Χριστιανών και από την Ινάννα της Μεσοποταμίας έως τους ήρωες των Μάγια, ο άνθρωπος φαίνεται να αρνήθηκε να δεχθεί ότι ο θάνατος είναι μια κατάσταση που διαχωρίζει τα όντα απόλυτα και τελεσίδικα. Και επεδίωξε να ερευνήσει τι ακριβώς συμβαίνει στον κόσμο των νεκρών.

Αλλά εκείνο που εντυπωσιάζει δεν είναι η επιστροφή αυτών που γύρισαν από ένα τέτοιο ταξίδι αλλά η αλλαγή τους.

Σχεδόν κανείς από όσους επιστρέφουν από τον Άδη δεν είναι πραγματικά ζωντανός με τον παλαιό τρόπο. Αυτά που βίωσαν στο ταξίδι τους στην επικράτεια των νεκρών ίσως είναι τρομακτικά, σίγουρα όμως δεν είναι ελπιδοφόρα. Ακόμη κι όσοι συνάντησαν τη μητέρα τους, τον φίλο τους ή την αγαπημένη τους δεν μπορούν να αφηγηθούν χαρούμενα πράγματα. Οι περισσότεροι μετά το ταξίδι παρουσιάζονται σιωπηλοί, μελαγχολικοί και αποστασιοποιημένοι από τον κοινό κόσμο. Σαν να έχουν ζήσει κάτι που δεν μπορεί να ειπωθεί χωρίς να προκαλέσει στενοχώρια και απογοήτευση.

Η περίπτωση του Λάζαρου είναι χαρακτηριστική. Το Ευαγγέλιο αναφέρει απλώς την ανάστασή του μετά από τέσσερις μέρες από τον Ιησού. Η μεταγενέστερη χριστιανική παράδοση τον θέλει αγέλαστο και βυθισμένο σε μια παράξενη σιωπή. Λέγεται πως μόνο μία φορά γέλασε μετά την επιστροφή του από τον θάνατο, όταν είδε κάποιον να κλέβει ένα πήλινο δοχείο. «Το ένα χώμα κλέβει το άλλο», φέρεται να είπε. Η φράση αυτή μοιάζει να συνοψίζει μια εμπειρία απογύμνωσης: όλα όσα οι άνθρωποι θεωρούν πολύτιμα, από την οπτική του θανάτου μοιάζουν προσωρινά και εύθραυστα.

Παρόμοια είναι και η μοίρα του Ορφέα. Ο μυθικός μουσικός που κατέβηκε στον Άδη για να φέρει πίσω την Ευρυδίκη επιστρέφει ουσιαστικά ηττημένος. Μετά την κάθοδό του παρουσιάζεται από πολλές παραδόσεις μελαγχολικός, αποκομμένος από τις κοινές χαρές, σχεδόν ξένος προς τον κόσμο των ζωντανών. Σαν να μην ανήκει πια ούτε εδώ ούτε εκεί. Η γνώση του κάτω κόσμου δεν τον λυτρώνει. Ο κάτω κόσμος λειτουργεί σαν χώρος αφαίρεσης των ψευδαισθήσεων.

Υπάρχει όμως και μια άλλη παράδοση καθόδου στον θάνατο, όχι η ακούσια εμπειρία των νεκρών αλλά η τελετουργική προσέγγιση του Άδη μέσα από τις μυήσεις. Στα διάφορα μυστήρια οι μυούμενοι που βιώνουν την επαφή με το θάνατο παρουσιάζονται προβληματισμένοι μεν αλλά σίγουρα πιο δυνατοί ψυχολογικά. Αν και, λόγου χάριν, δεν υπάρχουν σαφείς μαρτυρίες για τα Ελευσίνια Μυστήρια, εν τούτοις, δεν έχουμε περιγραφές με αναφορές σε βαριά ατμόσφαιρα και μελαγχολία.

Ο Ιάμβλιχος και άλλοι θεουργοί πίστευαν ότι ο άνθρωπος μπορεί, μέσα από τελετουργία και κάθαρση, να προσεγγίσει ενδιάμεσες καταστάσεις ύπαρξης, σαν να υποδεικνύει μια ελεγχόμενη κατάβαση στο αόρατο. Πάντως ο άνθρωπος που επέστρεφε από τον Άδη κουβαλούσε παραστάσεις και μια γνώση που δεν ταίριαζε πια με τη συνηθισμένη ζωή.

Εδώ όμως εμφανίζεται μια ενδιαφέρουσα αντίφαση μέσα στον ίδιο τον χριστιανισμό. Η ανάσταση των νεκρών είναι κύριο στοιχείο του χριστιανικού δόγματος Αν ο άλλος κόσμος είναι τόπος θείας δικαιοσύνης και σωτηρίας, γιατί ο Λάζαρος επιστρέφει αγέλαστος; Γιατί η εμπειρία του θανάτου δεν παρουσιάζεται ως αγαλλίαση αλλά ως βαρύτητα;

Ίσως επειδή η παράδοση του Λαζάρου δεν μιλά για την τελική ανάσταση αλλά για μια επιστροφή στη φθαρτή ζωή. Ο Λάζαρος δεν νικά οριστικά τον θάνατο· τον επισκέπτεται και ξαναγυρίζει στον κόσμο της φθοράς. Από αυτή την άποψη μοιάζει περισσότερο με τους μυθικούς ήρωες της αρχαιότητας παρά με τον αναστημένο Χριστό της χριστιανικής θεολογίας.

Και όμως, κάτω από τις διαφορές των θρησκειών και των πολιτισμών, επανέρχεται το ίδιο υπόγειο αίσθημα: ότι η επαφή με τον θάνατο μεταμορφώνει ανεπανόρθωτα τη συνείδηση. Ο θάνατος παρουσιάζεται ως γνώση. Αλλά μια γνώση επικίνδυνη, σχεδόν απαγορευμένη.

Ίσως αυτό να εξηγεί γιατί τόσες παραδόσεις περιγράφουν τον κάτω κόσμο ως τόπο σιωπής. Όποιος επιστρέφει μοιάζει ανίκανος να περιγράψει πλήρως όσα είδε. Η ανθρώπινη γλώσσα δεν επαρκεί για μια τέτοια εμπειρία. Από τον Όμηρο έως τα σύγχρονα αφηγήματα επιθανάτιων εμπειριών, η επιστροφή από τον θάνατο συνοδεύεται σχεδόν πάντοτε από αμηχανία, σιωπή ή συμβολικό λόγο.

Όσοι γύρισαν από τον Άδη, είτε άγιοι, είτε μύστες, είτε μυθικοί ήρωες, μοιάζουν να κουβαλούν πάντοτε επάνω τους τη σκιά εκείνου του περάσματος. Δείχνουν σαν να μην επέστρεψαν ποτέ. Οι επιστροφές δεν συγκινούν μόνο επειδή υπόσχονται μια δεύτερη αρχή αλλά και επειδή θυμίζουν κάτι που δεν έκλεισε ποτέ πραγματικά. Ορισμένα πρόσωπα, πολιτικά ή μυθικά, μοιάζουν να επιστρέφουν όχι από τη λήθη αλλά από μια υπόγεια περιοχή της συλλογικής μνήμης, εκεί όπου οι διαψεύσεις επιζούν των ελπίδων.

Και σίγουρα είναι πάντα επίκαιρο αυτό που Μάρκος Αυρήλιος έγραψε στα Εις εαυτόν:

«Όποιος είδε τα τωρινά τα είδε όλα.

Κι αυτά που γίνηκαν κι αυτά που θα γίνουν.

Γιατί όλα είναι ίδια και όμοια.»