/Η αβάσταχτη ελαφρότητα της σαπουνόπερας

Η αβάσταχτη ελαφρότητα της σαπουνόπερας

Γράφει η Μαρία Σκαμπαρδώνη

Έχεις ξενυχτήσει -μιλάμε ειλικρινά τώρα- σίγουρα κάποια στιγμή στη ζωή σου για να δεις μία σαπουνόπερα. Για να βρεις παρηγοριά μέσα από μία ερωτική περιπέτεια ή για να ξεδώσεις βλέποντας δράματα που αφορούν πόρτες εκτός του δικού σου σπιτιού.

Κάποτε, τα Μεξικάνικα αλώνιζαν την Ελληνική τηλεόραση, έβλεπες το πρόγραμμα τηλεόρασης να τα έχει τοποθετήσει στη ροή του σε μεγάλο βαθμό. 

Μετά, έρχεται ο Νίκος Φώσκολος με τη Λάμψη και το Καλημέρα Ζωή. Ακόμα και αν οι δύο σειρές ουκ ολίγες φορές έχουν βρεθεί στο στόχαστρο για ειρωνικά σχόλια και βίντεο που ασχολούνται με το ιδιαίτερο παίξιμο και έκφραση των ηρώων, η αλήθεια είναι πως και οι δύο σειρές είχαν φανατικό κοινό.

Ακουγόταν η έναρξη της Λάμψης και όλες οι γιαγιάδες έτρεχαν να ανοίξουν τον ήχο, αφήνοντας το φαγητό στο φούρνο να καεί, αδιαφορώντας για όλο τον υπόλοιπο κόσμο γύρω τους.

Μετά έρχεται η “Τόλμη και η Γοητεία”. Στο ίδιο περίπου σεναριακό περιεχόμενο με τις σειρές τέτοιου είδους: απιστίες, σκάνδαλα, οικογενειακές διενέξεις.

Παρά το γεγονός ότι η σαπουνόπερα πολλές φορές έχει υποτιμηθεί ως θέαμα, ακόμα και αυτή πολλές φορές ξεφεύγει από την απλή εξιστόρηση ερωτικών αντιζηλιών και οικογενειακών διενέξεων. Επιχειρεί μία κοινωνική ανάλυση μέσα από το ιδιαίτερο παίξιμο των βασικών πρωταγωνιστών και την τυπική ελαφρότητα που τα συνόδευε.

Ωστόσο, μέσα από αυτές τις σειρές έβλεπες την αιώνια διαμάχη ανάμεσα στο Καλό και το Κακό, τα προβλήματα του έρωτα, τις κοινωνικές ανισότητες. 

Ο Έρωτας δεν είναι μόνο υπόθεση του Ρωμαίου και της Ιουλιέτας, δεν μπορεί να επιθυμεί να βιώνεται μόνο μέσα από τα μάτια ανθρώπων που αρέσκονται να διαβάζουν Κορνήλιο Καστοριάδη, Ζαν Πωλ Σαρτρ και Χούσερλ. 

Προσπαθεί να ακουμπήσει και το πιο απλοϊκό κοινό, αυτό που συγκινείται με τα ερωτικά μυθιστορήματα χαμηλότερης ίσως αναγνωστικής ποιότητας, προσπαθεί να προσεγγίσει και τον παλμό κάθε κοινωνικού στρώματος και να εκφράσει τα συναισθήματά του.

Μπορεί η Μπρουκ ή ο Γιάγκος Δράκος να θεωρούνται καλτ φιγούρες, αλλά και αυτές κατάφεραν να ακουμπήσουν μεγάλο μέρος του τηλεοπτικού κοινού και να θεωρηθούν αρχετυπικά πρότυπα μίας μερίδας τηλεθεατών. Μέσα σε αυτούς πολλοί είδαν την τιμωρία της ματαιοδοξίας, τον πόνο του έρωτα, ένα μέρος του λαϊκού κοινού αισθάνθηκε πως δημιουργήθηκαν ήρωες και για αυτό.

Γιατί σε αυτό τον κόσμο χωράμε όλοι. Και όσοι είναι διανοούμενοι και ενδεχομένως οι άνθρωποι με πιο απλοϊκό τρόπο σκέψης.

Η σαπουνόπερα έχει και αυτή φανατικούς θεατές. Ανθρώπους κουρασμένους από την καθημερινότητα που μέσα από μία σειρά αντικρίζουν ανθρώπους να βιώνουν τα ίδια τέλματα με αυτούς. Αισθανόμενοι μία ταύτιση, μία ομοιότητα της πραγματικής με την φανταστική/τηλεοπτική πραγματικότητα.

Μπορεί εμείς να γελάμε με την “παρακατιανή” αλλά ακόμα η αφόρητη καλτίλα σχολιάζει με τον δικό της τρόπο το κοινωνικό χάος.

Ναι, ο κόσμος της σαπουνόπερας είναι αβάσταχτα ελαφρύς. ‘Η μήπως όχι;