Γράφει η Ξένια Σαρατσιώτη
Τα ζητήματα της μνήμης, της πολιτιστικής κληρονομιάς, των παραδόσεων αποτελούν εδώ και χρόνια αναπόσπαστο τμήμα των ενδιαφερόντων μου. Υπάρχουν μνημεία που στέκουν ακίνητα στον χρόνο. Υπάρχουν μνημεία που δεν είναι από πέτρα, ξύλο ή μέταλλο, αλλά μαρτυρούν γνώση, τέχνη και τον ανθρώπινο μόχθο. Υπάρχουν, όμως, και μνημεία που γεννήθηκαν για να ταξιδεύουν. Το πλωτό μουσείο «Ευαγγελίστρια» ανήκει σε αυτήν ακριβώς την κατηγορία. Είναι ένα ζωντανό τεκμήριο της ναυτικής ζωής του Αιγαίου, της παραδοσιακής ναυπηγικής και της νησιωτικής ζωής.
Η «Ευαγγελίστρια» αποτελεί μέρος της ναυτικής και πολιτιστικής κληρονομιάς της Μυκόνου.
Πρόκειται για ένα από τα τελευταία γνήσια αιγαιοπελαγίτικα φορτηγά ιστιοφόρα τύπου «πέραμα», το οποίο ναυπηγήθηκε στη Σύρο το 1940 για Μυκονιάτη καραβοκύρη.
Το 1987 ο καπτα-Κωνσταντής Μπόνης, γιος του αρχικού ιδιοκτήτη, προχώρησε στη δωρεά του σκάφους στο Ναυτικό Μουσείο Αιγαίου και στον Δήμο Μυκόνου, ενώ έχει χαρακτηριστεί από την Πολιτεία ως «Πλωτό Μουσείο» και «μουσειακό έκθεμα για πειραματικούς και επιστημονικούς σκοπούς».
Σήμερα, όμως, το ιστορικό αυτό σκάφος βρίσκεται ξανά στο επίκεντρο μιας κρίσιμης υπόθεσης προστασίας. Το Ναυτικό Μουσείο Αιγαίου, με πρόσφατη επιστολή του προς τον Δήμο Μυκόνου, το Δημοτικό Συμβούλιο και τους επικεφαλής των δημοτικών παρατάξεων, επισημαίνει την άμεση ανάγκη ολοκλήρωσης των εκκρεμών διαδικασιών που αφορούν τη συμμετοχή του Δήμου στα έξοδα αγοράς μηχανής και δεξαμενισμού του σκάφους.
Σύμφωνα με το Μουσείο, οι διαδικασίες αυτές εκκρεμούν εδώ και μήνες, παρότι είχαν υπάρξει διαβεβαιώσεις ότι θα είχαν ολοκληρωθεί από τις αρχές του καλοκαιριού. Το Μουσείο σημειώνει ότι έχει εγκαίρως προσκομίσει όλα τα απαιτούμενα στοιχεία και προειδοποιεί ότι κάθε νέα καθυστέρηση αυξάνει τους κινδύνους, λόγω της μεγάλης ηλικίας και της ιδιαιτερότητας του πλοίου.
Το ζήτημα ανέδειξε και ο Κωνσταντίνος Κουκάς- τέως Δήμαρχος Μυκόνου και Πρόεδρος των Τοπικών Αρχών του Κογκρέσου του Συμβουλίου της Ευρώπης-, ο οποίος με επιστολή του προς τον Πρόεδρο του Δημοτικού Συμβουλίου Μυκόνου ζήτησε να εισαχθεί το θέμα σε προσεχή συνεδρίαση, ώστε να υπάρξει πλήρης ενημέρωση και να ληφθούν οι αναγκαίες αποφάσεις για τη διάσωση, την προστασία και τη συντήρηση της «Ευαγγελίστριας». Όπως σημείωσε, το πλωτό μουσείο «μας χρειάζεται όλους», υπογραμμίζοντας ότι δεν πρόκειται για θέμα αντιπολίτευσης ή μιας παράταξης, αλλά για «θέμα Μυκόνου».
Η αναφορά αυτή έχει ιδιαίτερη σημασία.
Η προστασία της πολιτιστικής κληρονομιάς δεν μπορεί να εγκλωβίζεται σε διοικητικές καθυστερήσεις ή παραταξιακές αντιπαραθέσεις.
Απαιτεί συνέχεια, συνεργασία και έγκαιρες αποφάσεις. Η ίδια η ιστορία του σκάφους το αποδεικνύει: η διάσωση και η συντήρησή του υπήρξαν αποτέλεσμα συνεργασίας ανθρώπων του Ναυτικού Μουσείου Αιγαίου, του Δήμου Μυκόνου, τεχνικών, ναυπηγών και συνεργατών που φρόντισαν το σκάφος με γνώση και αγάπη.
Κατά το παρελθόν, η «Ευαγγελίστρια» επέστρεψε ανακαινισμένη στη Μύκονο, μετά τις αναγκαίες εργασίες αποκατάστασης. Αργότερα, όταν χρειάστηκε εκ νέου εκτεταμένη συντήρηση, ολοκληρώθηκαν οι απαραίτητες διαδικασίες ώστε το σκάφος να επιστρέψει ξανά στο νησί. Αυτό δείχνει ότι, όταν υπάρχει συνεννόηση και αποφασιστικότητα, η Μύκονος μπορεί να προστατεύσει το ναυτικό της σύμβολο.
Η «Ευαγγελίστρια» είναι ένα κομμάτι του Αιγαίου που αφηγείται την ιστορία της ναυτοσύνης, της μετακίνησης και της νησιωτικής ζωής.
Αν χαθεί ή υποστεί μη αναστρέψιμη φθορά, δεν θα χαθεί μόνο ένα σκαρί. Θα χαθεί ένα ζωντανό τεκμήριο της ελληνικής ναυτικής μνήμης. Η διάσωσή της είναι πράξη σεβασμού απέναντι στην ιστορία ενός τόπου και, ταυτόχρονα, μια ευκαιρία να αποδειχθεί ότι η πολιτιστική κληρονομιά δεν προστατεύεται μόνο όταν προβάλλεται, αλλά κυρίως όταν φροντίζεται. Η μνήμη δεν διατηρείται από μόνη της, χρειάζεται ανθρώπους, αποφάσεις, συνεργασία και πράξεις.