Γράφει ο Κωνσταντίνος Μανίκας, συγγραφέας
Και μόνο που έχει δημιουργήσει δύο λατρεμένες ταινίες όπως το Memento και το Inception, ο Νόλαν θα διατηρεί εασει μια περίοπτη θέση στο πάνθεον των σχετικά νεότερων σκηνοθετών. Το να ασχοληθείς με ένα εμβληματικό ιστορικό έπος και να καταθέσεις ταυτόχρονα και μια πιο σύγχρονη αλλά και τεχνικά πιο προσωπική ματιά στον μύθο, μόνο απλό και εύκολο δεν είναι.
Ο Νόλαν τόλμησε λοιπόν να αναμετρηθεί με ένα αξεπέραστου μεγαλείου κείμενο. Σε αυτές τις περιπτώσεις υπάρχουν δύο δημιουργική δρόμοι.
Ή μένεις απολύτως πιστός άρα γραφόμενά και το πνεύμα που τα διέπει θέλοντας να τα αναπαραστήσεις με όσο το δυνατόν μεγαλύτερη πιστότητα, ή επιλέγεις μια πιο αντισυμβατική ματιά που μπορεί να αλλάζει τόσο το χρονικό και γεωγραφικό πλαίσιο, όσο και την ακριβή υπόσταση των χαρακτήρων.
Το πρώτο, μοιάζει πιο βαρετό, σίγουρα πιο συνηθισμένο και ασφαλές όσον αφορά το αποτέλεσμα και τις αντιδράσεις κοινού και κριτικών. Το δεύτερο πάλι, δίνει στο σκηνοθέτη μεγαλύτερα περιθώρια αυτοσχεδιασμού και ιδιαίτερης ανάγνωσης των δεδομένων, αλλά σίγουρα ανοίγει τον διάλογο για το πόσο αξιόπιστη είναι μια τέτοια προσπάθεια και πόσο σεβασμό δείχνει στις αρχικές προθέσεις του συγγραφέα.
Ήταν δεδομένο ότι ο Νόλαν δεν θα ακολουθούσε τον πρώτο δρόμο. Πάντα βαθιά υπαρξιακός, πιο σκοτεινός και με διάθεση να “πληγώνει” τους ήρωες του, δεν υπήρχε περίπτωση να μείνει σε μια τυπική αναπαραγωγή του γνωστού σεναρίου.
Η ταινία του είναι αισθητικά εξαιρετική, οι τεχνικές μου ιδιαίτερες όπως μας έχει συνηθίσει, οι ερμηνείες στην πλειοψηφία τους υποδειγματικές.
Αξιοποιεί επιδέξια τον τρόμο και το φανταστικό και δημιουργεί μια μοναδική κλειστοφοβική ατμόσφαιρα. Αν η ταινία χωλαίνει σε κάτι δεν είναι η αναμενόμενα αντισυμβατική οπτική του δημιουργού της, ούτε τα ιστορικά λάθη ή οι εμφανισιακά, ιστορικές αστοχίες. Είναι ότι τελικά ανάμεσα στο δίλημμα “σιγουριά ή πρωτοπορία” ο Νόλαν δεν έδωσε μια σαφή απάντηση.
Το αντισυμβατικό δεν έφερε μια μετατόπιση του κέντρου βάρους σε άλλα στοιχεία του μύθου, δεν επιδίωξε καν να στηριχτεί στο έπος και να δημιουργήσει ένα αντίστοιχο σύγχρονο δράμα, όπως πολλοί σημαντικοί σκηνοθέτες έχουν επιχειρήσει. Αναφέρω ενδεικτικά το Old Boy. Αυτο που μας παρέθεσε ο Νόλαν είναι μια πανέμορφη ταινία που εξάντλησε την ιδιομορφίας της, και πριν και μετά την προβολή της, κυρίως σε ένα αδυσώπητο φιλτράρισμα των νοημάτων του έργου του Ομήρου μέσα από τη δαμόκλειο σπάθη της προσέγγισης συγχρόνων κοινωνικοπολιτικών ζητημάτων, χωρίς αυτό να αποτελεί καν ουσιαστικό κομμάτι της σκηνοθετικής του πινελιάς.
Η διαφοροποίηση παρέμεινε στα απόνερα μιας woke συζήτησης που στηρίζεται στο νοητικό έγκλημα του αναχρονισμού.
Όταν δηλαδή δεν παρακολουθείς κάποια έργα για να κατανοήσεις την εποχή αλλά για να την αξιολογήσεις με τα σημερινά, κατά τη γνώμη μας, αλάθητα κριτήρια.
Σύμφωνα με την πρωταγωνίστρια της ταινίας, που είναι προφανές ότι δεν έχει εντρυφήσει ιδιαίτερα στη μαγεία του Ομήρου, η ταινία έχει αξία γιατί ανέδειξε περισσότερο το ρόλο των γυναικών. Λες και είναι υποχρεωτικό να υπάρχουν ποσοστώσεις φυλετικές ή άλλες, ώστε να αποδεικνύεται η δίκαιη αντίληψη του δημιουργού. Μετέφερε δηλαδή την πρόσφατη χολιγουντιανή εμμονή της δημογραφικής ισοκατανομής σε αριθμό και δυναμική ρόλων στην πραγματικότητα του… 1200 πχ! Αφήστε που η ίδια η Οδύσσεια μόνο για μισογυνισμό δεν μπορεί να κατηγορηθεί αφού οι περισσότεροι κομβικοί ρόλοι, πλην του Οδυσσέα, είναι γυναικείοι!
Κι ο ίδιος ο Νόλαν δεν επέλεξε μια μαύρη πρωταγωνίστρια για να δώσει μια άλλη διάσταση στην υπόσταση της Ωραίας Ελένης.
Αν το επιθυμούσε θα μπορούσε να έχει προχωρήσει σε πιο ουσιαστικές, όπως ανέφερα και πιο πάνω, αλλαγές, στις χωροχρονικές συνιστώσες του δράματος, ακόμα και αλλαγή στο όνομα της ταινίας αλλά αυτό δεν θα βοηθούσε εμπορικά όσο η αύρα του Ομήρου.
Θλίβομαι που θα το αρθρώσω αλλά η μαύρη Ελένη, επελέγει ως επικοινωνιακό εργαλείο γνωρίζοντας, τη σκόνη που θα σήκωνε η ανακοίνωση και τη δωρεάν διαφήμιση που θα έφερνε. Κανείς ψύχραιμος και νουνεχής άνθρωπος δεν μπαίνει στο γελοίο επίπεδο που έφτασε αυτός ο διάλογος, όπου συζητούμε στα σοβαρά αν οι Λάκωνες ήταν μαύροι ή αν ο ελληνικός πολιτισμός, εσχάτως σκαρφιστήκαμε ότι είναι αφρικανικός (παλιά οι “επικριτικές” έστελναν τις ρίζες του, στους Φοίνικες και τη Βαβυλώνα.
Ο Νόλαν παραμένει ένας κορυφαίος σκηνοθέτης που η ιστορία του κινηματογράφου θα τον γράψει με χρυσά γράμματα για τα επιτεύγματά του. Η Οδύσσεια του είναι μια αξιοπρόσεκτη ταινία με τεχνικές αρετές, με υπαρξιακές αγωνίες και ερωτήματα.
Έχω την εντύπωση ότι ούτε η ταινία, ούτε ο ίδιος, χρειαζόταν όλη αυτή την περιττή, άνευ νοήματος, κουβέντα.
Αν λύγισε μπρος στο μάρκετινγκ και της ορθοπολιτικές ορθοπεταλιές του Χόλιγουντ, απλώς αδίκησε τον εαυτό του και το ταλέντο του.