/Μίλτος Γήτας: Το «Ποπ Κορν» είναι ένα βιβλίο για όσα σπάνε αθόρυβα

Μίλτος Γήτας: Το «Ποπ Κορν» είναι ένα βιβλίο για όσα σπάνε αθόρυβα

Συνέντευξη του συγγραφέα του Μίλτου Γήτα στην Ιωάννα Σταθοπούλου, με αφορμή την έκδοση την έκδοση της ποιητικής συλλογής “Ποπ Κοέν”.

1. Το «Ποπ Κορν», η νέα σας ποιητική συλλογή που κυκλοφορεί από τις Εκδόσεις ΚΑΠΑ, αιφνιδιάζει ήδη από τον τίτλο του. Ένας τίτλος καθημερινός, ελαφρύς, σχεδόν παιχνιδιάρικος. Τι καλείται να περιμένει ο αναγνώστης ανοίγοντας αυτό το βιβλίο και τι κρύβεται πίσω από αυτή την φαινομενικά απλή, αλλά τόσο εύγλωττη επιλογή τίτλου;

Ο τίτλος «Ποπ Κορν» λειτουργεί εξαρχής ως μια μικρή παγίδα. Είναι κάτι καθημερινό, φαινομενικά ελαφρύ, συνδεδεμένο με την κατανάλωση, τo σινεμά. Κι όμως, πίσω από αυτή την απλότητα κρύβεται ένας μηχανισμός έκρηξης: το ποπ κορν σκάει απότομα, κάνει θόρυβο, αλλά μετά μένει κάτι μικρό, εύθραυστο, σχεδόν άδειο στο εσωτερικό του. Αυτή η αντίφαση με γοήτευσε. Ανοίγοντας το βιβλίο, ο αναγνώστης δεν καλείται να βρει εύκολες συγκινήσεις ή εντυπωσιακές κορυφώσεις. Θα συναντήσει ποιήματα σύντομα, συχνά απογυμνωμένα, που μοιάζουν με στιγμιαίες εκρήξεις μνήμης, απώλειας, ερωτισμού και τρυφερότητας. Ο τίτλος, λοιπόν, είναι ένας τρόπος να μιλήσω ποιητικά στην εποχή μας, όπου όλα καταναλώνονται γρήγορα, συναισθήματα, εικόνες, λέξεις και όμως κάτι μέσα μας εξακολουθεί να περιμένει την ουσιαστική έκρηξη. Το «Ποπ Κορν» είναι ένα βιβλίο για όσα σπάνε αθόρυβα, για όσα μοιάζουν μικρά αλλά αφήνουν ίχνος, για την ποίηση που δεν υψώνει τη φωνή της, αλλά επιμένει να υπάρχει εκεί όπου δεν την περιμένεις.

2. Η συλλογή «Ποπ Κορν» μοιάζει να καλεί τον αναγνώστη σε μια ήσυχη συμφιλίωση με τον χρόνο και την απώλεια, αποφεύγοντας τον εντυπωσιασμό και επιλέγοντας την επαφή και το μοίρασμα. Για εσάς, η ποίηση λειτουργεί περισσότερο ως πράξη μνήμης ή ως τρόπος επαναδιαπραγμάτευσης του παρόντος, και πόσο συνειδητή είναι αυτή η στάση σε μια εποχή διαρκούς υπερέκθεσης;

Για μένα, η ποίηση δεν πρέπει διαλέγει στρατόπεδο ανάμεσα στο παρελθόν και το παρόν αλλά να κινείται στο ενδιάμεσο. Η γραφή ποιημάτων είναι μια πράξη μνήμης που δεν μένει καθηλωμένη στο τότε, αλλά επιστρέφει για να φωτίσει το τώρα. Δεν γράφω για να διασώσω απλώς ό,τι χάθηκε από τη ζωή μου αλλά γράφω για να δω πώς αυτό που χάθηκε συνεχίζει να επηρεάζει τον τρόπο που στέκομαι σήμερα μέσα στον ίδιο μου τον κόσμο. Με αυτή την έννοια, η μνήμη γίνεται εργαλείο επαναδιαπραγμάτευσης του παρόντος κι όχι καταφύγιο νοσταλγίας. Ο τρόπος που διάλεξα να γράψω το Ποπ Κορν είναι απολύτως συνειδητός. Σε μια εποχή διαρκούς υπερέκθεσης, όπου όλα ζητούν να φανούν, να ειπωθούν γρήγορα και να εντυπωσιάσουν, η επιλογή των παύσεων, της απλότητας και του ουσιαστικού μοιράσματος με τον αναγνώστη μοιάζει σχεδόν αντισυμβατική. Δεν με ενδιαφέρει η ποίηση ως άλλο ένα χόμπι, αλλά ως χώρος συνάντησης, ένας χώρος όπου ο αναγνώστης δεν καλείται να επαινέσει κάτι, αλλά να καθίσει δίπλα του, μαζί μου. Το Ποπ Κορν οδηγεί σε μια ήσυχη συμφιλίωση με τον χρόνο και την απώλεια, αυτό συμβαίνει γιατί δεν προσπαθεί να τα νικήσει. Τα αποδέχεται ως κομμάτι της καθημερινής εμπειρίας και τα μοιράζεται χωρίς άμυνες. Και ίσως, μέσα σε αυτό το μοίρασμα, να γεννιέται μια μορφή αντίστασης, όχι απέναντι στον χρόνο, αλλά απέναντι στην επιφανειακή στάση με την οποία συχνά τον αντιμετωπίζουμε.

3. Στην ποίησή σας συναντάμε συχνά «ήσυχες» σκέψεις, εκείνες που συνήθως μένουν άρρητες. Πώς προσεγγίζετε αυτό το άρρητο στη γραφή σας και, μέσα σ’ αυτήν τη συλλογή, ποια ποιήματα νιώθετε ότι σας εξέθεσαν περισσότερο;

Οι «ήσυχες» σκέψεις δεν αντέχουν τον στόμφο, ζητούν λιτότητα, απλότητα, λέξεις που μοιάζουν σχεδόν τυχαίες αλλά κουβαλούν ειδικός βάρος. Συχνά αφήνω κενά, παύσεις κι εκεί είναι που ο αναγνώστης μπορεί να χωρέσει τη δική του εμπειρία και ιστορία. Πιστεύω πως το άρρητο δεν αποκαλύπτεται με εξηγήσεις, αλλά με εμπιστοσύνη μεταξύ δημιουργού και αναγνώστη. Σε αυτή τη συλλογή, τα ποιήματα που με «εξέθεσαν» περισσότερο είναι εκείνα όπου δεν κρύφτηκα πίσω από εικόνες ή μεταφορές, αλλά άφησα το συναίσθημα σχεδόν γυμνό. Όσα μιλούν για την απουσία χωρίς να την ωραιοποιούν, για τον φόβο χωρίς να τον δραματοποιούν, για την αγάπη όταν δεν έχει πια τίποτα να υποσχεθεί. Εκεί ένιωσα πως δεν έγραφα απλώς ποίηση, αλλά κατέθετα κάτι προσωπικό, χωρίς άμυνες. Κι αν αυτά τα ποιήματα εκθέτουν, το κάνουν επειδή λένε την αλήθεια τους χαμηλόφωνα ελπίζοντας να ακουστεί…

4. Από τις πρώτες σας ποιητικές συλλογές, «Όλη μου η εφηβεία ένα ποίημα» και «Ψυχανεμίσματα», έως τη σημερινή σας διαδρομή, τι έχει αλλάξει ριζικά στον τρόπο που γράφετε και τι παραμένει αναλλοίωτο στον πυρήνα της γραφής σας; Και έπειτα από οκτώ ποιητικές συλλογές, τι είναι πλέον για εσάς η ποίηση; Ανάγκη, καταφύγιο ή τρόπος ύπαρξης;

Αν κοιτάξω πίσω, από το «Όλη μου η εφηβεία ένα ποίημα» και τα «Ψυχανεμίσματα» έως σήμερα, θα έλεγα πως το πιο ριζικό που έχει αλλάξει είναι ο τρόπος που βιώνω μια έκδοση, την κυκλοφορία ενός βιβλίου. Στα πρώτα βιβλία υπήρχε μια ανάγκη εξωτερίκευσης, μια σχεδόν επείγουσα επιθυμία να ειπωθούν όλα, να χωρέσει η ζωή στο ποίημα. Η γραφή τότε λειτουργούσε περισσότερο ως ξέσπασμα. Με τα χρόνια, έμαθα να αφαιρώ, να εμπιστεύομαι τη σιωπή, να αφήνω χώρο στον αναγνώστη. Το ποίημα έγινε πιο λιτό, πιο υπαινικτικό και ίσως τελικά ακόμη πιο αληθινό. Αυτό που παραμένει αναλλοίωτο είναι η επιμονή μου να μιλώ για το εύθραυστο, για την απώλεια, για τις μικρές στιγμές που μας καθορίζουν χωρίς να το καταλάβουμε πολλές φορές. Ύστερα από οκτώ ποιητικές συλλογές, η ποίηση δεν είναι πια μόνο ανάγκη ούτε μόνο καταφύγιο. Είναι τρόπος ύπαρξης. Είναι ο τρόπος με τον οποίο παρατηρώ τον κόσμο, αντέχω την απώλεια, συμφιλιώνομαι με τον χρόνο και με τα λάθη. Δεν με σώζει, αλλά με κρατά σε εγρήγορση. Δεν μου προσφέρει βεβαιότητες μου διδάσκει όμως την αξία της αμφιβολίας. Και όσο συνεχίζει να με καλεί χωρίς υποσχέσεις, ξέρω ότι δεν έχω κι εγώ κανένα λόγο να της αντισταθώ.

5. Έχοντας υπάρξει ταυτόχρονα ποιητής, βιβλιοπώλης, αναγνώστης αλλά και δάσκαλος δημοσιογραφίας, πώς αντιλαμβάνεστε σήμερα τη σχέση του σύγχρονου Έλληνα με το βιβλίο και τι σας δίδαξε η επαφή με τους νεότερους δημιουργούς για το μέλλον του λόγου και της έκφρασης;

Η σχέση του σύγχρονου Έλληνα με το βιβλίο είναι σήμερα μια σχέση αντιφατική. Από τη μία, ζούμε σε μια εποχή διαρκούς διάσπασης της προσοχής, όπου ο χρόνος για ανάγνωση μοιάζει να συρρικνώνεται και το βιβλίο συχνά ανταγωνίζεται την οθόνη, την ταχύτητα και την επιφανειακή κατανάλωση περιεχομένου. Από την άλλη, υπάρχει μια υπόγεια αλλά επίμονη ανάγκη για ουσία, για αφήγηση ιστοριών και για λέξεις που αντέχουν στον χρόνο. Το βλέπω αυτό τόσο στον αναγνώστη που επιστρέφει συνειδητά στο βιβλιοπωλείο όσο και στον νέο άνθρωπο που αναζητά μια φωνή να τον εκφράσει πέρα από τα στενά όρια των κοινωνικών δικτύων.

Η εμπειρία μου ως βιβλιοπώλης με δίδαξε ότι το βιβλίο εξακολουθεί να λειτουργεί ως χώρος καταφυγίου και συνομιλίας. Ως δάσκαλος δημοσιογραφίας, διαπίστωσα πως οι νεότεροι δημιουργοί δεν στερούνται λόγου αλλά στερούνται συχνά χρόνου και εμπιστοσύνης. Κι όμως, μέσα από τη δική τους αγωνία και τον πειραματισμό, γεννιούνται νέες μορφές έκφρασης. Αυτό που με δίδαξε η επαφή μαζί τους είναι πως το μέλλον του λόγου δεν βρίσκεται πάντα στην ποιότητα του έργου αλλά στην ειλικρίνεια της φωνής και των λεγόμενων. Οι νέοι δημιουργοί δεν φοβούνται να εκτεθούν, να μιλήσουν για την αβεβαιότητα, την ταυτότητα, την απώλεια, συχνά με τρόπους ανορθόδοξους αλλά αληθινούς. Το στοίχημα για τον σύγχρονο Έλληνα αναγνώστη –και για όλους μας που υπηρετούμε το βιβλίο από διαφορετικές θέσεις– είναι να τους ακούσουμε χωρίς προκατάληψη και να δημιουργήσουμε τους χώρους όπου αυτή η φωνή μπορεί να ακουστεί. Παρά τις δυσκολίες, παραμένω συγκρατημένα αισιόδοξος. Όσο το βιβλίο συνεχίζει να λειτουργεί ως πράξη σχέσης και όχι απλώς ως προϊόν, όσο υπάρχουν άνθρωποι που διαβάζουν και γράφουν για να καταλάβουν τον κόσμο και τον εαυτό τους, ο λόγος θα βρίσκει τρόπους να επιβιώνει, να μετασχηματίζεται και να μας ενώνει.

6. Η «Μωβ Κουκουβάγια» δεν λειτουργεί απλώς ως βιβλιοχαρτοπωλείο, αλλά ως ζωντανός πυρήνας πολιτισμού. Τι σημαίνει σήμερα να κρατά κανείς ανοιχτό ένα ανεξάρτητο βιβλιοπωλείο στην ελληνική περιφέρεια και, μέσα στην πραγματικότητα του 2026, πόσο βιώσιμος είναι ο κόσμος των μικρών βιβλιοπωλείων απέναντι στις πιέσεις που δέχονται; Ποιες αλλαγές θεωρείτε αναγκαίες και άμεσες ώστε να συνεχίσουν να παραμένουν ζωντανά;

Η «Μωβ Κουκουβάγια» είναι από εκείνους τους χώρους που θυμίζουν πως το βιβλίο, πριν γίνει αντικείμενο πώλησης, είναι αφορμή μιας όμορφης συνάντησης. Το να κρατά κανείς σήμερα ανοιχτό ένα ανεξάρτητο βιβλιοπωλείο στην ελληνική περιφέρεια δεν είναι απλώς επαγγελματική επιλογή, είναι στάση ζωής και, συχνά, μια σιωπηλή μορφή αντίστασης. Σημαίνει καθημερινή επιμονή απέναντι στην απομόνωση, στην άνιση μάχη με τις μεγάλες αλυσίδες και τις πλατφόρμες που μετατρέπουν το βιβλίο σε απλό εμπόρευμα. Μέσα στην πραγματικότητα του 2026, ο κόσμος των μικρών βιβλιοπωλείων είναι εύθραυστος αλλά όχι καταδικασμένος. Η βιωσιμότητά του δεν εξαρτάται μόνο από τους αριθμούς, αλλά από τη σχέση που χτίζει με την τοπική κοινωνία. Όσα βιβλιοπωλεία επιβιώνουν είναι εκείνα που λειτουργούν ως πολιτιστικοί κόμβοι που φιλοξενούν παρουσιάσεις, λέσχες ανάγνωσης, συζητήσεις, που δίνουν χώρο στη φωνή των νέων δημιουργών και δημιουργούν μια αίσθηση «σπιτιού» για τον αναγνώστη. Οι αλλαγές που θεωρώ αναγκαίες και άμεσες είναι τρεις. Πρώτον, ουσιαστική θεσμική στήριξη: φορολογικές ελαφρύνσεις, επιδοτήσεις για πολιτιστικές δράσεις και πολιτικές που αναγνωρίζουν το βιβλιοπωλείο ως φορέα πολιτισμού και όχι απλώς ως εμπορικό κατάστημα. Δεύτερον, συνεργατικά δίκτυα μεταξύ μικρών βιβλιοπωλείων και εκδοτών, ώστε να μοιράζονται πόρους, ιδέες και κοινό, μειώνοντας την απομόνωση της περιφέρειας. Και τρίτον, ενεργή συμμετοχή των αναγνωστών στη συνειδητή επιλογή να στηρίζουμε τον μικρό χώρο της γειτονιάς μας είναι, τελικά, μια πολιτιστική πράξη. Αν κάτι μας διδάσκουν οι μικροί χώροι όπως η «Μωβ Κουκουβάγια», είναι πως τα μικρά βιβλιοπωλεία δεν κρατιούνται ανοιχτά μόνο με πωλήσεις, αλλά με ουσιαστικές ανθρώπινες σχέσεις από ονειροπόλους ανθρώπους.

7. Η συνεργασία σας με την Κάπα Εκδοτική για το «Ποπ Κορν» τι σας πρόσφερε σε επίπεδο αισθητικής, φροντίδας και δημιουργικής εμπιστοσύνης; Και, μέσα στη σημερινή εκδοτική πραγματικότητα, τι είναι τελικά εκείνο που εκτιμάτε περισσότερο σε έναν εκδοτικό οίκο; Την εμπορική στήριξη ή τη βαθιά κατανόηση και σεβασμό του έργου σας;

Η συνεργασία μου με την Κάπα Εκδοτική για το «Ποπ Κορν» υπήρξε, πάνω απ’ όλα, μια εμπειρία ουσιαστικής συνάντησης. Σε επίπεδο αισθητικής, υπήρξε προσοχή στη λεπτομέρεια και μια διακριτική λιτότητα που ταίριαξε με τον εσωτερικό τόνο του βιβλίου, τίποτα κραυγαλέο, τίποτα περιττό. Και, ίσως το σημαντικότερο, υπήρξε εμπιστοσύνη: η αίσθηση ότι ο εκδότης δεν προσπαθεί να «διορθώσει» τη φωνή σου, αλλά να τη φιλοξενήσει. Στη σημερινή εκδοτική πραγματικότητα, όπου συχνά η εικόνα και οι αριθμοί προηγούνται της ανάγνωσης, αυτό που εκτιμώ περισσότερο σε έναν εκδοτικό οίκο είναι η βαθιά κατανόηση και ο σεβασμός του έργου. Για μένα, ο ιδανικός εκδότης είναι εκείνος που βλέπει το βιβλίο όχι μόνο ως προϊόν, αλλά ως σχέση, μια πράξη ευθύνης απέναντι στη γραφή, στον συγγραφέα και, τελικά, στον αναγνώστη.

8. Τα Ιωάννινα δεν είναι απλώς ο τόπος σας, αλλά ένα τοπίο με έντονη φυσική και κοινωνική ταυτότητα. Πώς αυτό το περιβάλλον και οι ανθρώπινες σχέσεις διαμορφώνουν τη γραφή σας, τον χρόνο και τον τρόπο με τον οποίο αφουγκράζεστε τη ζωή και την ποίηση;

Τα Ιωάννινα δεν λειτουργούν για μένα ως ένα απλά όμορφο σκηνικό και τοπίο με έντονη ομορφιά και βαριά ιστορία, αλλά ως πρωταγωνιστής γενέθλιος τόπος με βιώματα δικά μου. Είναι ένας τόπος που σε μαθαίνει να ακούς ακόμη και τη σιωπή της λίμνης ένα ομιχλώδες χειμωνιάτικο πρωινό. Αυτά όλα τα σκηνικά και οι εικόνες περνούν αναπόφευκτα και στη γραφή μου.

Οι ανθρώπινες σχέσεις εδώ έχουν άλλη βαρύτητα. Κουβαλούν ιστορίες, απουσίες και πολλά τραύματα που τις περισσότερες φορές δεν κραυγάζουν αλλά υποβόσκουν. Αυτά με έχουν οδηγήσει να ασχολούμαι στην ποίηση μου πιο πολύ με τα ανείπωτα παρά με όσα έχουν ειπωθεί. Έχω μάθει με το να μεγαλώνω σε μια επαρχιακή πόλη να παρατηρώ τα μικρά, όπως μια χειρονομία, ένα βλέμμα, έναν δισταγμό. Εκεί βρίσκω την αλήθεια της ζωής και, κατ’ επέκταση, της ποίησης.

9. Κοιτάζοντας τη μέχρι τώρα διαδρομή σας, πώς αυτοπροσδιορίζεστε; Ως ποιητής ή ως δημοσιογράφος; Και αν ερχόσασταν αντιμέτωπος με την ανάγκη μιας επιλογής, ποια από τις δύο ιδιότητες θα κρατούσατε ως πιο ουσιαστική για εσάς και γιατί;

Η δημοσιογραφία με έμαθε να κοιτάζω κατάματα το παρόν, να ακούω, να διασταυρώνω, να σέβομαι το γεγονός και τον χρόνο του. Είναι μια πράξη ευθύνης, σχεδόν ηθικής εγρήγορσης. Να είσαι εκεί, όταν κάτι συμβαίνει, και να προσπαθείς να το αποδώσεις καθαρά, χωρίς να κρυφτείς πίσω από τον εαυτό σου και τα θέλω σου. Η ποίηση, αντίθετα, με έμαθε να καθυστερώ. Να αφήνω τα πράγματα να κατακάθονται μέσα μου, να ακούω όχι μόνο τι έγινε αλλά και τι έμεινε. Είναι ο χώρος όπου το άρρητο βρίσκει λέξεις, όπου η απώλεια, ο φόβος, η μνήμη και η σιωπή αποκτούν μορφή χωρίς να χρειάζεται να αποδειχθούν. Εκεί δεν μετρά η ταχύτητα, αλλά η ακρίβεια του συναισθήματος. Μάλλον η αλήθεια να βρίσκεται στο ότι ο ένας ρόλος μου κράτησε τον άλλον πιο έντιμο και ηθικό από ότι συνήθως συμβαίνει. Η δημοσιογραφία ας μου επιτραπεί η έκφραση «γείωσε» την ποίηση και η ποίηση προστάτευσε τη δημοσιογραφία από την ψυχρότητα των καταστάσεων. Αν ερχόμουν, λοιπόν, αντιμέτωπος με την ανάγκη μιας επιλογής, θα κρατούσα την ιδιότητα του ποιητή. Όχι επειδή είναι «ανώτερη», αλλά επειδή είναι πιο υπαρξιακή. Η δημοσιογραφία απαντά στο τι συμβαίνει γύρω μας ενώ η ποίηση απαντά ή έστω τολμά να ρωτήσει τι συμβαίνει μέσα μας. Και στο τέλος της ημέρας, αυτό που με κινεί βαθύτερα δεν είναι μόνο να καταγράψω όσα συμβαίνουν στον κόσμο, αλλά να κατανοήσω το ίχνος που αφήνει κι ο κόσμος και πάνω μου.

10. Μετά το «Ποπ Κορν», τι αρχίζει να διαμορφώνεται μέσα σας; Ένα νέο ποιητικό βήμα, μια διαφορετική φόρμα έκφρασης ή μήπως εκείνη η αναγκαία σιωπή που προηγείται πάντα της επόμενης λέξης;

Μετά το «Ποπ Κορν» δεν νιώθω τόσο την ανάγκη μιας άμεσης συνέχειας, όσο μιας εσωτερικής αναδιάταξης. Σαν να πρέπει πρώτα να καθίσει ο θόρυβος και να φανεί τι έμεινε πραγματικά. Αυτό που διαμορφώνεται δεν είναι απλά ένα ακόμη βιβλίο αλλά είναι μια κατάσταση εγρήγορσης που δεν αρνείται την επόμενη νέα γραφή στη ζωή μου αλλά ουσιαστικά την προετοιμάζει. Αισθάνομαι ότι αλλάζει κάτι μέσα μου. Έχω λιγότερη επιθυμία για εξομολόγηση και περισσότερη ανάγκη για ακρίβεια στις καταστάσεις της ζωή μου και στις σχέσεις μου με τους άλλους ανθρώπους. Με απασχολεί ο χρόνος μετά από ένα γεγονός, το «μετά» της απώλειας, της χαράς, της καθημερινής φθοράς. Αν προηγουμένως οι λέξεις μου στα ποιήματα ήθελαν να περιγράψουν τη ζωή, τώρα μοιάζει να υπάρχει μέσα μου μια ανάγκη να γράψω λέξεις σε οποιαδήποτε φόρμα κι αν προλύψει που να την ακολουθούν τη ζωή. Αν υπάρξει επόμενο βήμα, θα έρθει από αυτή την ανάγκη για ζωή… πραγματική ζωή… με ότι κι αν περιλαμβάνει αυτή.

 

Για τον συγγραφέα…

Ο Μίλτος Γήτας γεννήθηκε το 1984. Είναι δημοσιογράφος & ιδιοκτήτης του βιβλιοπωλείου «Μωβ Κουκουβάγια». Από την ηλικία των 18 ετών έχει εκδώσει ποιητικές συλλογές & πεζά κείμενα. Είναι πατέρας δύο παιδιών & ζει στα Ιωάννινα.