/Άννα Σιμιτσοπούλου: Η ποίηση αφήνει χώρο στη σιωπή, στην αμφιβολία, ακόμη και στην αντίφαση

Άννα Σιμιτσοπούλου: Η ποίηση αφήνει χώρο στη σιωπή, στην αμφιβολία, ακόμη και στην αντίφαση

Η ποιήτρια  Άννα Σιμιτσοπούλου απαντά στις 10+1 Ερωτήσεις που της θέτει ο Κωνσταντίνος Μανίκας, με αφορμή την κυκλοφορία της ποιητικής συλλογής “Ζητείται φωνή”.

1. Κυκλοφόρησε η ποιητική σας συλλογή “Ζητείται φωνή” από τις εκδόσεις Βακχικόν. Πώς θα το περιγράφατε συνοπτικά;

Θα έλεγα πως είναι μια εσωτερική, ποιητική διαδρομή από τη σιωπή προς τη φωνή. Μια συλλογή για όλα όσα δεν ειπωθήκαν, για όσα δεν τολμήσαμε ή δεν μπορέσαμε να μοιραστούμε. Για τις σχέσεις, τις προσδοκίες, τους ρόλους που αναλαμβάνουμε, τις πληγές που κρύβουμε αλλά κυρίως για τη στιγμή που αποφασίζουμε να σταματήσουμε να μικραίνουμε τον εαυτό μας για να χωρέσουμε στις ζωές των άλλων.

Το κυριότερο όμως είναι πως το «Ζητείται φωνή» είναι ένα όνειρο ζωής τόσο ως έκδοση αυτή κάθε αυτή όσο και ως προσωπική κατάκτηση, όπως μας προϊδεάζει ο τίτλος.

2. Γιατί επιλέξατε τον συγκεκριμένο τίτλο;

Ο τίτλος προέκυψε σαν ανάγκη. Η φωνή μας, ξέρετε, δεν χάνεται από τη μια στιγμή στην άλλη· την «προδίδουμε» σταδιακά χάριν μιας προσδοκίας, ενός ρόλου, μιας σχέσης. Τη θυσιάζουμε με αντάλλαγμα το «ανήκειν». Μαθαίνουμε να λέμε «ναι» όταν μέσα μας υπάρχει ένα «όχι», να σωπαίνουμε για να μη διαταράξουμε τις ισορροπίες, να γινόμαστε αυτό που χρειάζονται οι άλλοι και προοδευτικά να ξεχνάμε τι χρειαζόμαστε εμείς.

Κάπως έτσι γεννήθηκε και η δική μου ανάγκη να ξανακούσω τη φωνή μου και να ορίσω εκείνα τα «ιδανικά» χαρακτηριστικά τα οποία θα ήθελα να τη διακρίνουν. Η φωνή δεν διατηρείται αναλλοίωτη, τη διεκδικείς κάθε φορά που αποφασίζεις να σταθείς λίγο πιο κοντά σε αυτό που πραγματικά είσαι.

Επιλέγοντας τα ποιήματα που την απαρτίζουν, παρατήρησα πως υπήρχε αυτή αόρατη σύνδεση μεταξύ τους. Κάθε ποίημα, ρωγμή στη σιωπή που σε φέρνει πλησιέστερα στο «φωνή ευρέθη».

3. Τι περιορίζει στις μέρες μας μια φωνή να εκφραστεί; Κι ο κόσμος του διαδικτύου δίνει φωνή ή επιτείνει τη σιωπή;

Σήμερα έχουμε πλέον περισσότερα μέσα για να μιλήσουμε κι όμως επιλέγουμε να σωπάσουμε, να συρρικνωθούμε. Τι παράδοξο!

Μπορείς να μιλήσεις, να διεκδικήσεις, να συναντήσεις ανθρώπους που σκέφτονται και κυρίως νιώθουν όπως εσύ, να ακουστείς πέρα από τα όρια του τόπου σου.

Μολαταύτα έχει ενταθεί η ανάγκη να γινόμαστε αρεστοί φορώντας δανεικά κουστούμια. Να επιβεβαιωθούμε λαμβάνοντας την αποδοχή με τη μορφή μιας καρδιάς ή ενός αριθμού ικανού να προσαρμόσει τη φωνή μας σε αυτό που είναι «ευρέως» αποδεκτό. Κάπως έτσι, σιωπή βαφτίζεται η στιγμή που εκφράζεσαι με δανεική φωνή.

Έχουμε το βήμα αλλά μας λείπει το θάρρος να σταθούμε πάνω του αναλλοίωτοι. Η αυθεντική φωνή έχει ένα τίμημα, δεν αρέσει σε όλους. Χωρίς αυτό το τίμημα, όμως, φοβάμαι πως κινδυνεύουμε να γίνουμε βορρά στην «παραφωνία» κι όχι την πολυπόθητη και σεβαστή «πολυφωνία».

4. Η ποίηση είναι ένα από τα δημιουργικά μονοπάτια για να αποκτήσει ο άνθρωπος φωνή;

Η ποίηση ως μέσον εξωτερίκευσης, εξομολόγησης, κατάθεσης ψυχής και νου μάς χαρίζει μια εκδοχή της φωνής μας. Μας βοηθά να αναγνωρίσουμε εκείνη που ηχεί μέσα μας και μας έχουν διδάξει συστηματικά και αποτελεσματικά να μην ακούμε.

Υπάρχουν «κομμάτια» που δεν μπορείς να τα απεικονίσεις με απλά λόγια, θέλουν εξευγενισμένους και λεπτεπίλεπτους χειρισμούς, έχουν ανάγκη από τις περίτεχνες εικόνες ενός ποιήματος για να τα πλησιάσεις, χωρίς να τα εξαντλήσεις. Η ποίηση αφήνει χώρο στη σιωπή, στην αμφιβολία, ακόμη και στην αντίφαση.

Η ποίηση είναι, αναμφισβήτητα, ένας τρόπος ελευθερίας. Δεν σε αναγκάζει να υποταχτείς σε νόρμες, αμείλικτα πρέπει, δήθεν καθωσπρεπισμό. Τουναντίον, επιτρέπει στον ίδιο στίχο να αγκαλιαστούν το τραύμα με την ελπίδα, ο φόβος με την επιθυμία, η αδυναμία με τη δύναμη.

Όταν ένας αναγνώστης αναγνωρίζει μέσα στην ποίηση μια δική του στιγμή, τότε η φωνή του ποιητή έχει περάσει «απέναντι».

5. Τι πιστεύετε ότι θα αποκομίσει ως απόσταγμα ο αναγνώστης;

Ολοκληρώνοντας τη συλλογή θα ήθελα ο αναγνώστης να μπορέσει να αφεθεί στον απόηχο της, ει δυνατόν να εξακολουθήσει να κινείται μέσα του… «κάτι», μια εικόνα, μια λέξη, μια ανάμνηση που ίσως έχει μείνει για καιρό κλεισμένη σε κάποιο «συρτάρι» του μυαλού/ της ψυχής.

Αν το «Ζητείται Φωνή» μπορεί να συμβάλλει σε κάτι, θα ήθελα να είναι μια μικρή εσωτερική μετατόπιση προκείμενου να γεννηθεί μια βαθιά διερώτηση γύρω από το αν ο αναγνώστης έχει σωπάσει αρκετά από φόβο, συνήθεια ή ανάγκη. Δεν χρειάζεται να το δηλώσει μεγαλόφωνα, αρκεί να το ακούσει ο ίδιος.

6. Ποιο ήταν το ερέθισμα για να ασχοληθείτε με τη συγγραφή;

Νιώθω πως η συγγραφή προϋπήρχε ως ανάγκη πολύ πριν αποκτήσει υπόσταση. Μεγάλωσα ακούγοντας ιστορίες από την Μικρά Ασία και τα χρόνια της Κατοχής. Ο παππούς μου ήταν ο δικός μου παραμυθάς, τραγουδούσε, έπαιζε κιθάρα και κουβαλούσε μαζί του μια ολόκληρη πολιτισμική μνήμη. Ίσως εκεί να υπήρξε η πρώτη μου επαφή με την ιδέα ότι μια ζωή μπορεί να διασωθεί μέσα από τις λέξεις.

Αργότερα, ήρθαν τα βιβλία και οι ποιητές, με πήραν νωρίς από το χέρι και με μύησαν στον κόσμο της ποίησης. Ύστερα, ήρθε η ίδια η ζωή, οι σχέσεις, η μητρότητα, η εκπαίδευση, οι άνθρωποι που γνώρισα, όσα είπα, όσα δεν τόλμησα να διεκδικήσω.

Για χρόνια η γραφή λειτουργούσε περισσότερο ως εσωτερική ανάγκη παρά ως δημόσια έκφραση. Ξεκίνησε ως ημερολογιακή γραφή, στιχάκια, τραγούδια, παραμύθια και εξελίχθηκε σε ποίηση, στην μορφή που ταίριαξε περισσότερο στην πένα μου.

Το «Ζητείται Φωνή» ήταν η στιγμή που αυτή η ανάγκη γιγαντώθηκε και ζήτησε να δει «το φως των ματιών σας».

7. Ποιον ορισμό θα δίνατε στην έννοια της λογοτεχνίας;

Λογοτεχνία, για εμένα, είναι ο τρόπος με τον οποίο ο άνθρωπος αφήνει ένα ίχνος αντιμαχόμενος τη φθορά του χρόνου. Ένας άνθρωπος εξομολογείται το δικό του συναίσθημα και αιώνες αργότερα, ένας άλλος άνθρωπος διαβάζει γι αυτό, αναγνωρίζει κοινά σημεία, ταυτίζεται ή και αποταυτίζεται.

Είναι η τέχνη της ανθρώπινης συνάντησης μιας και η λογοτεχνία έχει αυτή την παράξενη δύναμη να δημιουργεί αόρατες συνδέσεις ανάμεσα σε ανθρώπους που δεν γνωρίζονται κι όμως αλληλοεπιδρούν σε σημαντικό βαθμό.

8. Γιατί οι Έλληνες διαβάζουν λιγότερο από τον μέσο Ευρωπαίο;

Θα αντιμετωπίσω την ερώτηση με τη ματιά της εκπαιδευτικού. Δεν μπορώ να αποφανθώ αν οι Έλληνες αγαπούν ή όχι τα βιβλία. Ίσως, χρειάζονται περισσότερες αφορμές να τα αγαπήσουν, το σωστό βιβλίο να ξεκινήσουν, χρόνο για να αφεθούν προκειμένου να ταξιδέψουν με μια ιστορία.

Τα παιδιά μας συναντούν το βιβλίο πολύ νωρίς, μέσα από τα παραμύθια και τις ιστορίες για καληνύχτα. Μόλις όμως διδαχθούν ανάγνωση, το βιβλίο σηματοδοτεί για εκείνα αρχικά αποξένωση και στη συνέχεια υποχρέωση. Αποξένωση γιατί δεν «χρειάζεται» πλέον να τους διαβάσουν για να τα γαληνέψουν, στερώντας τους ένα μέχρι πρότινος τρυφερό σημείο σύνδεσης με τον φροντιστή, το από κοινού ταξίδι στη χώρα της φαντασίας. Και υποχρέωση γιατί διαβάζουν κυρίως για να εξεταστούν, να αποστηθίσουν, να απαντήσουν σωστά, όχι για να πληροφορηθούν, να διευρύνουν τους ορίζοντές τους, να ερευνήσουν. Έτσι λοιπόν, κάποιες φορές, το βιβλίο χάνει τη μαγεία του και αποτελεί μία ακόμη επιταγή της καθημερινότητας, μια άχαρη ρουτίνα.

Έπεται μια ζωή γεμάτη βιασύνη. Οθόνες, ειδοποιήσεις, δουλειά, υποχρεώσεις, ένας χρόνος που μοιάζει πάντα δανεικός και λίγος. Η ανάγνωση προϋποθέτει κάτι πολύτιμο για την εποχή μας, να παγώσουμε τον χρόνο, να αφεθούμε.

Ως δασκάλα, πιστεύω πως η φιλαναγνωσία δεν διδάσκεται με θεωρίες. Καλλιεργείται περισσότερο με το παράδειγμα. Με έναν δάσκαλο που αγαπά πραγματικά ένα βιβλίο. Με έναν γονιό που διαβάζει θα πω αρχικά και ιδανικά όχι επειδή «πρέπει» αλλά επειδή θέλει να χαθεί για λίγο μέσα σε μια ιστορία. Με ένα παιδί που θα ανοίξει ένα βιβλίο και θα ανακαλύψει πως εκεί μέσα υπάρχει κάτι που αφορά και το ίδιο.

Επισκεφτείτε ένα βιβλιοπωλείο κι αφήστε τα παιδιά σας να διαλέξουν το βιβλίο που τα ελκύει. Υπάρχουν τίτλοι και συγγραφείς κλασικής λογοτεχνίας που θα θέλαμε να διαβάσει το παιδί μας, όμως ας γίνει η αρχή, να επιλέξει το βιβλίο ως συντροφιά, να χτίσει τη δική του προτίμηση σε ιστορίες και εικονογράφηση. Όσο καλλιεργείται η φιλαναγνωσία, τόσο αναπτύσσονται και τα κριτήρια επιλογής των παιδιών ως μελλοντικοί αναγνώστες και αναμφίβολα θα βρεθεί και ο χώρος και για «τα σημαντικά» βιβλία.

Μετασχηματίζω λοιπόν την ερώτηση «γιατί οι Έλληνες διαβάζουν λιγότερο;» στο «πώς μπορεί το διάβασμα να γίνει ανάγκη/ επιλογή και όχι καθήκον;»

Εξακολουθώ να πιστεύω πως το «διαβάζω» εμπεριέχει μέσα του το «ζω»!

9. Τι ρόλο έχει πλέον το βιβλίο, στην ψηφιακή εποχή μας;

Νομίζω πως το βιβλίο σήμερα έχει έναν ακόμη πιο δύσκολο και συνάμα πολύτιμο ρόλο, να μας μάθει να παραμένουμε. Τείνει να παραγκωνιστεί από την τεχνολογία καθότι ζούμε σε μια εποχή, όπως προείπαμε, που όλα ζητούν να πραγματοποιηθούν με ιλιγγιώδη ταχύτητα, επιφανειακή προσέγγιση, γρήγορη μετάβαση . Μια εικόνα διαδέχεται την άλλη, μια είδηση την επόμενη, μια σκέψη αντικαθίσταται πριν προλάβει να ολοκληρωθεί. Ακόμη και η πληροφορία έρχεται πια σε μικρές, εύκολες δόσεις. Η βαθιά ανάγνωση, αντίθετα, ζητά χρόνο, συγκέντρωση και μια μορφή εσωτερικής ησυχίας.

Το βιβλίο δεν στέκεται απέναντι στην τεχνολογία ούτε χρειάζεται να διαλέξουμε «στρατόπεδο». Ας μην ξεχνάμε πόσο χρήσιμη είναι η πρόσβαση σε ψηφιακές βιβλιοθήκες διευκολύνοντας την έρευνα ή τα audiobook, τα οποία ανοίγουν έναν ακόμη κόσμο σε ανθρώπους με δυσκολίες στην όραση. Η μορφή αλλάζει, η ανάγκη της ιστορίας, της σκέψης, της συνάντησης, το οφέλη που εξασφαλίζει το «αναγνωστικό» ταξίδι παραμένουν ίδια.

Για μένα, η ανάγνωση ενός έντυπου βιβλίου είναι αναντικατάστατη. Το κρατάς, το ψηλαφίζεις, μυρίζεις τις σελίδες του. Το αφήνεις στο κομοδίνο σου, αποκοιμιέσαι με μια ιστορία στα χείλη, ανατρέχεις στην αφιέρωση της πρώτης σελίδας. Ανοίγεις σε μια τυχαία σελίδα ύστερα από χρόνια και σου υπενθυμίζει όχι μόνο τι διάβασες αλλά και πώς ένιωσες κάποτε.

Μας επιτρέπει να κατοικήσουμε για λίγο μέσα σε μια σκέψη, μια ιστορία, μιαν άλλη ζωή. Σε έναν κόσμο που μας μαθαίνει διαρκώς να κοιτάμε την οθόνη, το βιβλίο εξακολουθεί να μας μαθαίνει να κοιτάμε μέσα μας.

10. Ένας μήνας «καραντίνα». Ποια είναι τα πέντε βιβλία που θα θέλατε μαζί σας;

Πέντε βιβλία για έναν μήνα κλεισμένη κάπου; Θα διάλεγα μάλλον βιβλία που, προσωπικά, σηματοδοτούν κάτι περισσότερο από καλή συντροφιά, βιβλία που θα μπορούσαν να συνομιλούν μαζί μου, ανάλογα με τη μέρα.

Ξεκινώ ,με την «Άνω Τελεία» της Κικής Δημουλά, γιατί αγαπώ αυτή την παύση που δεν είναι τέλος. Μια μικρή στάση/ ανάσα μεταξύ όσων ειπώθηκαν.

Το «Ε.Π. – Ενωμένες Πάντα» της Ζωρζ Σαρή, φυλά βαθιά μέσα του κάτι από την ηλικία όπου οι φιλίες μοιάζουν αιώνιες και οι υποσχέσεις δίνονται με όλη τη «πιστότητα» που μόνο τα παιδιά μπορούν να τους αποδώσουν. Σε έναν μήνα απομόνωσης, θα ήθελα να θυμάμαι πόσο πολύ έχουμε ανάγκη ο ένας τον άλλον.

Τον «Προφήτη» του Χαλίλ Γκιμπράν. Είναι από εκείνα τα βιβλία που δεν τα διαβάζεις μόνο μία φορά στη ζωή μιας ερμηνεία μεταβάλλεται μαζί σου με τα χρόνια. Σε προσκαλεί να συνομιλήσεις διαχρονικά με τον εαυτό για την αγάπη, την ελευθερία, τα παιδιά, την εργασία, τη φιλία, τον πόνο, τη χαρά και τη λύπη…Δεν δίνει απαντήσεις· ανοίγει έναν χώρο για να ακούσεις τις δικές σου.

Τον «Μύθο του Φυσιολογικού» του Gabor Maté. Ως δασκάλα έχω «μάθει» να εστιάζω σε αυτό που βρίσκεται πέρα από την επιφάνεια να διερευνώ τη βάση του «παγόβουνου», όσα φέρουμε ή «φοράμε», όσα κάποτε μας είπαν ότι είναι «φυσιολογικά» και δεν μας άφησαν περιθώριο να αμφισβητήσουμε.

Και φυσικά, το «Μονόγραμμα» του Οδυσσέα Ελύτη. Κάποια βιβλία τα ανοίγεις για να αισθανθείς το φως, τον έρωτα, την απουσία, τη μνήμη. Για να βιώσεις, όποτε το χρειάζεσαι, εκείνη τη σπάνια στιγμή που η λέξη μετασχηματίζει το μεγαλείο της σε εικόνα μέσα σου.

Αν με ρωτούσατε μας ποιο θα άνοιγα πρώτο δεν είμαι σίγουρη ότι θα μπορούσα να απαντήσω. Τα βιβλία διανύουν έναν συμπαντικό μονοπάτι μέχρι για να μας συναντήσουν.

11. Χρειαζόμαστε περισσότερο ρομαντισμό ή ρεαλισμό, στην εποχή μας;

Δεν μπορώ να απαντήσω ποιον από τους δύο χρειαζόμαστε περισσότερο μα να προσδιορίσω, κατ’ εμέ, πότε χρειαζόμαστε τον έναν και πότε τον άλλον.

Αναλογίζομαι συχνά την εικόνα του Πλάτωνα στον Φαίδρο, την ψυχή σαν ένα άρμα που το οδηγεί ο ηνίοχος, με δύο ίππους, τον λευκό και τον μαύρο. Διαφορετικές δυνάμεις, διαφορετικές κατευθύνσεις και στη μέση εκείνος που καλείται να ισορροπήσει ανάμεσα τους.

Ο ρεαλισμός μάς προσκαλεί να κοιτάμε τον κόσμο κατάματα, να μην ωραιοποιούμε όσα συμβαίνουν γύρω μας, να μην τρέφουμε αυταπάτες. Όμως, από την άλλη, αισθάνομαι πως η εποχή μας μάς έχει στεγνώσει από την υπερβολική δόση πραγματικότητας. Βία, ωμότητα, κυρίως κακές ειδήσεις, εικόνες που φτάνουν μέσα στο σπίτι μας πριν προλάβουμε να τις επεξεργαστούμε και μαζί τους μια αδιάκοπη ροή πληροφορίας, που δεν αφήνει πάντα χώρο στη σκέψη ή και το συναίσθημα να αναπτυχθεί.

Νιώθω πως τα παιδιά μας πλέον έρχονται σε επαφή με έναν κόσμο που τους προσφέρει έτοιμες εικόνες, μερικές φορές μάλιστα και σκληρές εικόνες, έτοιμες ιστορίες, έτοιμες απαντήσεις. Αναρωτιέμαι αν τους βομβαρδίζουμε τόσο με ερεθίσματα σε βαθμό που αφήνουμε λιγοστό χώρο να επινοήσουν τα δικά τους. Η φαντασία χρειάζεται «οξυγόνο» για να αναπνεύσει.

Εκεί θα τοποθετούσα την χρεία του ρομαντισμού, όχι ως άρνηση της πραγματικότητας αλλά ως η δύναμη να πιστεύεις πως η πραγματικότητα δεν είναι το μοναδικό ενδεχόμενο. Σε αυτήν τη συζήτηση παραθέτω πάντα τη φράση του Σεφέρη, που δε θα μπορούσε να το εξηγήσει πιο παραστατικά:

«Κι αν σου μιλώ με παραμύθια και παραβολές

είναι γιατί τ’ ακούς γλυκότερα,

κι η φρίκη δεν κουβεντιάζεται»

Χωρίς ρεαλισμό μπορεί να χαθούμε στα όνειρά μας. Χωρίς όνειρο, πιθανόν να παραιτηθούμε από μια καλύτερη πραγματικότητα.