/Ψυχή τε και σώματι. Ο κινηματογράφος του Ντάρεν Αρονόφσκι

Ψυχή τε και σώματι. Ο κινηματογράφος του Ντάρεν Αρονόφσκι

Γράφει ο Μιχάλης Μάτσας

Στις ταινίες του Ντάρεν Αρονόφσκι υπάρχει πάντα κάτι το ενοχλητικό, το απωθητικό για τον θεατή, κάτι ανησυχαστικό που σχετίζεται με το σώμα και την ψυχή των ηρώων του. Άλλοι θεατές αποστρέφουν το βλέμμα, άλλοι τρέχουν έξω από την αίθουσα, άλλοι δεν την πλησιάζουν καν, οι φαν του είδους απολαμβάνουν ή του καταλογίζουν ότι δεν φτάνει στα άκρα.

Θα μπορούσαμε να μιλήσουμε για έναν σταθερό άξονα που νοηματοδοτεί τις ταινίες του ή να πούμε ότι κάθε φορά γυρίζει την ίδια ταινία. Ο μαθηματικός, ο τοξικομανής, ο παλαιστής, η χορεύτρια, όλοι του οι ήρωες πάσχουν, φέρουν πληγές, τραύματα, πονάνε, υποφέρουν, σωματικά και ψυχικά. Όλοι τους αναζητούν μια εξιλέωση, μια τελείωση, η οποία όμως στον κόσμο όπου ζουν είναι αδύνατη, είναι καταδικασμένοι να ψάχνουν απεγνωσμένα μια διέξοδο. Η ψυχή και το σώμα βάλλονται διαρκώς, βρίσκονται σε συνεχή δοκιμασία. Παράνοια, ψυχώσεις, εμμονές, παραισθήσεις, σχιζοφρένεια, μερικά από τα ψυχικά συμπτώματα. Το σώμα μεταμορφώνεται, παραμορφώνεται, μεταλλάσσεται, φθίνει, παραπαίει, συρρικνώνεται, πολεμάει τον ίδιο του τον εαυτό, τρώει τη σάρκα του. Οι ουσίες απλώς επιταχύνουν τη διαδικασία της φθοράς.

Η λύση του προβλήματος του μαθηματικού στο Πι είναι αναπόσπαστη από τη σωματική του μεταμόρφωση και οδηγεί αναπόδραστα στην παράνοια. Οι τοξικομανείς του Requiem for a Dream χάνουν τον έλεγχο του σώματός τους, το σώμα φυλακίζεται, η ψυχή αιχμαλωτίζεται σε ένα άρρωστο σώμα, ακρωτηριασμός, φυλακή, ηλεκτροσόκ στο ψυχιατρείο, εκπόρνευση του σώματος. Ο Παλαιστής είναι αιχμάλωτος του θεάματος και της εικόνας του, του μοναδικού τρόπου που ξέρει για να ζει, γι’ αυτό και παλεύει μέχρι να τον προδώσει το καταπονημένο κορμί του, μέχρι να σβήσει η καρδιά του. Και η χορεύτρια είναι καταδικασμένη να απελευθερώσει τον άλλο εαυτό της, τη σκοτεινή και διονυσιακή της πλευρά, τον Μαύρο Κύκνο, αλλά για να το κάνει αυτό θα πρέπει να βασανίσει το σώμα της, να το συστρέψει, να το τραυματίσει, να ανακαλύψει τον ερωτισμό της, τη βία που κρύβει μέσα της, με αποτέλεσμα να βυθιστεί στην παράνοια και στη σχιζοφρένεια.

Η ουλή στο κρανίο, το μολυσμένο χέρι, η καρδιά που χωλαίνει, οι πληγές και οι αυτοτραυματισμοί είναι όψεις του ίδιου νομίσματος. Χάρη σε αυτήν την προσκόλληση στο σώμα, ο Αρονόφσκι επιτυγχάνει την συναισθηματική ταύτιση. Βυθίζεται στο σώμα και στην ψυχή του ήρωα, για να βρει μια διαφυγή, για να φτάσει στην απογείωση. Και στον Μαύρο Κύκνο το καταφέρνει με υπέροχο τρόπο: για μιάμιση ώρα μας ταλαιπωρεί, στριφογυρίζουμε στη θέση μας, βγάζουμε ήχους αηδίας, γυρίζουμε να δούμε τις φάτσες των άλλων θεατών, αλλά όλα αυτά μέχρι την τελευταία σεκάνς, η οποία μας καθηλώνει, μας παρασύρει, μας απογειώνει, μας αποζημιώνει.

Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι ο Αρονόφσκι χρησιμοποιεί την υπερβολή. Τόσο στη σκηνοθεσία του και τα εφέ του όσο και σε αυτά που απεικονίζει στην οθόνη. Για πολλούς είναι δύσπεπτο και ενοχλητικό. Και για μένα είναι, το ομολογώ, τόσο που σε κάθε καινούρια του ταινία φοβάμαι τι θα αντικρίσω. Αλλά ο σωματικός κινηματογράφος είναι συνδεδεμένος με αυτήν την υπερβολή, από την Αποστροφή του Πολάνσκι μέχρι τον Κρόνενμπεργκ και τον Λιντς. Η συναισθηματική ταύτιση περνάει από τη σωματική και ψυχική δυσφορία του θεατή. Αρκεί να είσαι διατεθειμένος να το υποστείς.