/Νίκος Εγγονόπουλος: Ο Ζωγράφος και Ποιητής του Oνείρου

Νίκος Εγγονόπουλος: Ο Ζωγράφος και Ποιητής του Oνείρου

Ο Νίκος Εγγονόπουλος γεννήθηκε στην Αθήνα στις 21 Οκτωβρίου του 1907 και έφυγε από τη ζωή σε ηλικία 78 χρονών στις 31 Οκτωβρίου του 1985 από έμφραγμα. Ο ζωγράφος του ονείρου και των χρωμάτων και ο ποιητής του ασυνειδήτου και του φευγαλέου.

Με αφορμή τα 113 έτη από τη γέννηση του σπουδαίου καλλιτέχνη Νίκου Εγγονόπουλου παρουσιάζουμε ένα αφιέρωμα για τις άγνωστες πτυχές της ζωής του και το τεράστιο έργο του, γεμάτο χρώματα και φαντασία.

ΝΙΚΟΣ ΕΓΓΟΝΟΠΟΥΛΟΣ- ΒΙΟΓΡΑΦΙΚΑ ΣΤΟΙΧΕΙΑ

Γεννήθηκε τον Οκτώβριο του 1907 στην Αθήνα και πραγματοποίησε τις βασικές του σπουδές εσωτερικός σε Λύκειο του Παρισιού. Εργάστηκε ως μεταφραστής σε τράπεζα και γραφέας στο Πανεπιστήμιο, ενώ το 1930 διορίστηκε στο Υπουργείο Δημοσίων Έργων ως σχεδιαστής στη Διεύθυνση Σχεδίων Πόλεων.

Το 1932 γράφτηκε στην Σχολή Καλών Τεχνών, όπου μαθήτευσε κοντά στον Κ. Παρθένη, ενώ παράλληλα παρακολουθούσε μαθήματα βυζαντινής τέχνης στο εργαστήριο των Φ. Κόντογλου και Α. Ξυγγόπουλου, μαζί με το φίλο του Γ. Τσαρούχη. Η Σχολή Καλών Τεχνών υπαγόταν την περίοδο εκείνη στο Εθνικό Μετσόβιο Πολυτεχνείο και ο Δ. Πικιώνης ανέθεσε στον ίδιο και σε άλλους απόφοιτους του τμήματος αυτού την αποτύπωση σπιτιών στην Ελλάδα, με στόχο τη διάσωση της “Λαϊκής αρχιτεκτονικής”.

Για το σκοπό αυτό ταξίδεψε στην Δυτική Μακεδονία και στην Ύδρα και στις Σπέτσες και ζωγράφισε θέματα διακοσμητικά και αναπαραστάσεις προσόψεων σπιτιών. Αργότερα, φιλοτέχνησε και τα “αθηναϊκά σπίτια”. Έκανε ελεύθερες σπουδές σε Παρίσι, Βιέννη, Μόναχο και Ιταλία. Δίδαξε στη Σχολή Αρχιτεκτόνων του Ε.Μ.Π. , ζωγραφική, ιστορία της τέχνης και σκηνογραφία από το 1938, διαδοχικά ως επιμελητής, έκτακτος, μόνιμος και τακτικός καθηγητής. Την ίδια περίοδο γνωρίστηκε με άλλους σημαντικούς καλλιτέχνες, μεταξύ των οποίων ο Α. Εμπειρίκος, ο Γ. Μόραλης και ο Ντε Κίρικο.

ΝΙΚΟΣ ΕΓΓΟΝΟΠΟΥΛΟΣ- Ο ΣΟΥΡΕΑΛΙΣΤΗΣ ΖΩΓΡΑΦΟΣ & ΠΟΙΗΤΗΣ

Ο Ν. Εγγονόπουλος υπήρξε ο κύριος εκφραστής του Σουρεαλισμού/ Υπερρεαλισμού στην Ελλάδα.

Τι ήταν όμως ο σουρεαλισμός/ υπερρεαλισμός;

Ο σουρεαλισμός/ υπερρεαλισμός ήταν κίνημα που αναπτύχθηκε στη Γαλλία και αφορούσε κυρίως τη λογοτεχνία,όμως εμφανίστηκε και σε άλλες μορφές τέχνης όπως η ζωγραφική. Τα μέσα που χρησιμοποιούσε ο σουρεαλιστής ήταν κυρίως  η αυτόματη γραφή και η αποτύπωση των ονείρων.

Πέρα από αυτά ο υπερρεαλισμός θα καταφύγει σε δυο βασικούς παράγοντες, την τύχη και το υποσυνείδητο. Όταν δηλαδή ο υπερρεαλιστής ποιητής γράφει ή ζωγραφίζει , αφήνει το μηχανισμό της τύχης να προσδιορίσει τη μορφή του έργου του. Το έργο του δημιουργείται δηλαδή χωρίς προκαθορισμένο στόχο, κάτω από την επίδραση του υποσυνείδητου, που είναι από τη φύση του φευγαλέο και δημιουργεί ζωηρές εντυπώσεις και αποτυπώσεις. Για τον υπερρεαλιστή οι λέξεις είναι αυτόνομες και ελεύθερες, όπως και οι φιγούρες και δεν υπακούν σε ορθολογικού κανόνες.

ΝΙΚΟΣ ΕΓΓΟΝΟΠΟΥΛΟΣ- Ο ΖΩΓΡΑΦΟΣ

Ας επιστρέψουμε μετά από αυτή τη μικρή διευκρίνιση στον Εγγονόπουλο.

Τα κύρια στοιχεία της ζωγραφικής του ήταν μεταξύ άλλων: η ελληνική μυθολογία, η Βυζαντινή παράδοση, ο ξεσηκωμός, οι νησιώτες καπεταναίοι, οι φουστανελοφόροι, οι αρματολοί, στοιχεία δηλαδή της γενικότερης ελληνικής παράδοσης και ιστορίας.

Στα έργα του η ελληνική ιστορία περιπλέκεται με το φανταστικό και οι διαφορετικές χρονικές περίοδοι γίνονται ένα. Κοντά στον Παρθένη μελετά τη φύση, νιώθει τη σημασία του χρώματος και της γραμμής. Μυήθηκε στην έννοια των αναζητήσεων του Μανέ, στα επιτεύγματα του Σερά, στις κατακτήσεις του Σεζάν, στον Θεοτοκόπουλο. Επηρεάζεται έντονα από τον Φ. Κόντογλου, που ήταν κι αυτός που του έμαθε τη βυζαντινή τεχνοτροπία. Παρακολουθώντας την πορεία του υπερρεαλισμού στην Ευρώπη, πηγαίνοντας σε εκθέσεις υπερρεαλιστών όντας στο Παρίσι γοητεύεται από τον Ντε Κίρικο, μαθαίνει για τον Κλεέ, εκτιμά τον Νταλί. Η άγνοια του Δυτικού κόσμου για την νεοελληνική πραγματικότητα συμβάλλει στη βαθιά ελληνικότητα των έργων του. Γυρνά όλη την Ελλάδα και Βυζαντινά κατάλοιπα κι έτσι δημιουργεί πίνακες με αρχοντικά και απλά σπίτια της Ελλάδας. Εκτός από τα “Βυζαντινής” τεχνοτροπίας έργα του και τις αγιογραφίες του, σε όλο το έργο του βλέπουμε στοιχεία της Βυζαντινής παράδοσης, ακόμα και στους πιο σουρεαλιστικούς του πίνακες.

Κάποια από τα πιο γνωστά του και χαρακτηριστικότερα του έργα είναι τα εξής:

«Η μεγάλη μου αγάπη στη ζωή ήτανε μόνο η ζωγραφική. Κάθε ώρα, που δεν την αφιερώνω στη ζωγραφική, τη θεωρώ ώρα χαμένη». Είχε πει ο ίδιος για τη ζωγραφική και μάλιστα αφιέρωνε κάθε μέρα τρεις ώρες το πρωί και τρεις ώρες το απόγευμα στη μεγάλη του αγάπη.

ΝΙΚΟΣ ΕΓΓΟΝΟΠΟΥΛΟΣ- Ο ΠΟΙΗΤΗΣ

Ο Ν. Εγγονόπουλος πέρα από ζωγράφος ήταν και ποιητής. Ένας ποιητής υπέρμαχος του σουρεαλισμού, δηλαδή της φαντασίας και του ονείρου.

Ο ίδιος είχε δηλώσει για την ποίηση ότι: “Ως είμαι ζωγράφος το επάγγελμα, και θεωρώ άλλωστε την ποίηση σαν ζήτημα εντελώς προσωπικό, δεν ένοιωσα ποτέ κανενός είδους επιθυμία να ιδώ τα ποιήματά μου δημοσιευμένα. Μου αρκούσε, κυρίως, που τα έγραφα. Κατόπιν, βέβαια, δεν είχα καμιάν αντίρρηση να τα διαβάσω σε κάναν φίλο, ενίοτε σε μικρό κύκλο ακροατών, δυό – τρεις το πολύ, που μου το ζητούσαν.” 

Τον Ιούνιο του 1938 εκδίδεται η πρώτη του ποιητική  συλλογή με τίτλο “Μην ομιλείτε εις τον οδηγό”. Η ποιητική του συλλογή αυτή προκάλεσε πολλές και  έντονες αντιδράσεις και έλαβε διαστάσεις φιλολογικού σκανδάλου. Μοναδικός του υπερασπιστής υπήρξε ο επίσης υπερρεαλιστής Ανδρέας Εμπειρίκος. Οι δυο τους συνδέθηκαν με μια αληθινή φιλία. Το Σεπτέμβριο του 1939 εκδόθηκε η δεύτερη ποιητική του συλλογή, Τα Κλειδοκύμβαλα της Σιωπής. Το 1941 πολέμησε στο ελληνοαλβανικό μέτωπο και επέστρεψε στην ποίηση το 1944 με το έργο “Μπολιβάρ”, την κορυφαία στιγμή της ποίησης του. Για το ποίημα αυτό ο Εγγονόπουλος κυνηγήθηκε από τους Γερμανούς και βρήκε «καταφύγιο» στο σπίτι του Ανδρέα Εμπειρίκου. Χαρακτηριστικά αναφέρει για τον Εμπειρίκο πως: “Τον Εμπειρίκο ευγνωμονώ και γι’ άλλο κάτι: είναι ο πρώτος που, στο μεγάλο σάλο, σήκωσε θαρραλέα τη φωνή και διαμαρτυρήθηκε για τον άδικο κατατρεγμό μου.Και επέβαλε σιωπή. Γιατί ποτέ δεν έστερξε την ψευτιά και την αδικία. Πάντοτε στάθηκε έτοιμος να υπερασπίση ό,τι θεωρούσε σωστό και δίκαιο, και να στηλιτεύση κάθε τι που έβλεπε άδικο, ή απλώς κακό.”

Απόσπασμα από το Μπολιβάρ:

Μπολιβάρ! Κράζω τ’ όνομά σου ξαπλωμένος
στην κορφή του βουνού Έρε,
Την πιο ψηλή κορφή της νήσου Ύδρας.
Από δω η θέα εκτείνεται μαγευτική μέχρι των νήσων
του Σαρωνικού, τη Θήβα,
Μέχρι κει κάτω, πέρα απ’ τη Μονεβασιά, το τρανό Μισίρι,
Αλλά και μέχρι του Παναμά, της Γκουατεμάλα, της
Νικαράγκουα, του Οντουράς, της Αϊτής,
του Σαν Ντομίγκο, της Βολιβίας,
της Κολομβίας, του Περού, της Βενεζουέλας,
της Χιλής, της Αργεντινής, της Βραζιλίας,
Ουρουγουάη, Παραγουάη, του Ισημερινού,
Ακόμη και του Μεξικού.
Μ’ ένα σκληρό λιθάρι χαράζω τ’ όνομά σου πάνω στην
πέτρα, νάρχουνται αργότερα οι ανθρώποι να προσκυνούν.
Τινάζονται σπίθες καθώς χαράζω ― έτσι είτανε, λεν, ο
Μπολιβάρ ― και παρακολουθώ
Το χέρι μου καθώς γράφει, λαμπρό μέσα στον ήλιο.

 

Ενώ για τη γλώσσα που γράφει στα ποιήματα που αναφέρει :”Θα περιοριστώ σε μερικές γραμμές μόνο για τη γλώσσα που χρησιμοποιώ. Κι’ η οποία δέχτηκε συχνά τον χαρακτηρισμό, σαν ψόγο, της «μικτής». Πρέπει να πω πως είναι απλούστατα η γλώσσα που μιλώ. Άλλωστε πρωτεύουσα σημασία δεν έχει το να γίνεται κανείς αντιληπτός από κείνους που επιθυμούν, πραγματικά, να τον καταλάβουν; Νόμιμη γλώσσα, για μας, είναι η γλώσσα η ελληνική. Δεν έχουν κανένα νόημα απολύτως αυτές οι γνώμες οι φανατικές για «μικτή», «καθαρεύουσα», «δημοτική». Πρέπει ν’ αντιμετωπίζεται με απόλυτη αδιαφορία ή, αν το θεωρούμε σκόπιμο, μ’ αυτόν τον μόνον επιτρεπόμενο φανατισμό: εκείνον που εμπνέει τον πόλεμο εναντίον κάθε είδους φανατισμού. Τις γνώσεις μου στη γλώσσα την ελληνική πιστεύω πως τις βοήθησε η απέραντη αγάπη που έχω για την ανάγνωση αρχαίων, βυζαντινών και μεταβυζαντινών κειμένων.”

Παρακάτω ακολουθεί ένα βίντεο το οποίο περιλαμβάνει έργα του σπουδαίου αυτού ανθρώπου, ο οποίος θεωρείται ένας από τους μείζονες εκπροσώπους της γενιάς του ’30.

beasty-press