/Μια προσωπογραφία του Ναπολέοντα Βοναπάρτη

Μια προσωπογραφία του Ναπολέοντα Βοναπάρτη

Γεάφει ο Δημοσθένης Δαββέτας Καθηγητής Φιλοσοφίας της Τέχνης, ποιητής, εικαστικός, γεωπολιτιστικός αναλυτής

Σε επτά συνεχόμενα άρθρα μου προσπάθησα, όσο γίνεται συνοπτικά αλλά συγκεκριμένα και με ιστορική ακρίβεια, να ιχνογραφήσω την εποποιΐα των Στεφανόπουλων-Κομνηνών από την Τραπεζούντα στην Μάνη κι από την Μάνη στην Κορσική μ ‘ενδιάμεσο σταθμοί την Γένοβα.

Στο τελευταίο μου άρθρο έθεσα τα κατά τον κοινόν νου λογικά ερωτήματα ως προς την σχέση των οικογενειών του πρίγκηπα Δημητρίου Στεφανοπούλου- Κομνηνού και της οικογένειας του Charles Bonaparte, του πάτερα του Μ. Ναπολέοντα. Ο κοινός νους ώθησε τα ερωτήματα ως το σημείο ν ‘αναρωτηθεί κάποιος λογικά αν τελικά το Bonaparte προερχόταν από την ιταλοποίηση του ελληνικού καλόμερος ( η καλημέρης), όνομα Μανιάτικο.

Σήμερα για να φτάσω σχεδόν στο τέλος της μικρής αλλ’ αρχικής ερευνάς μου ( θα υπάρξει στο μέλλον συνέχεια σε συνεργασία με τον Γάλλο συγγραφέα Ερίκ Σιμάρ), θέλω να προσπαθήσω να σας φτιάξω με λέξεις ένα μικρό πορτρέτο του Ναπολέοντα Βοναπάρτη και της προσωπικότητας του. Θα βασιστώ στις ως τώρα πηγές μου αν και με τον καιρό βρίσκω όλο και περισσότερες ιδιαίτερα χρήσιμες στην έρευνα μου.

Τίποτα δεν έδειχνε σύμφωνα με τις μαρτυρίες των πηγών μου, μαρτυρίες της εποχής του Ναπολέοντα, ότι εκείνο το μικρό χοντρούλικο αγόρι, ένα από τα οκτώ παιδιά της οικογένειας, με το ασυνήθιστα σχετικά μεγάλο κεφάλι, μια μέρα θα γινόταν, αυτή η τεράστια ιστορική παγκόσμια προσωπικότητα. Υπήρχαν βέβαια κάποια στοιχεία που έδειχναν ότι είχε κάτι το ιδιαίτερο, όπως το ότι είχε μια ασυνήθιστη σχέση με την μητέρα του. Απ’ ότι φαίνεται το αίσθημα του παιδιού-άντρα, αυτού που ήθελε γρήγορα να μεγαλώσει και ν ‘αναλάβει δύσκολους ρόλους, ήταν βασισμένο στην σχέση με την μητέρα του. Αυτή δεν είχε βαθιά εκτίμηση ( αν και δεν το έδειχνε φανερά) για τον άντρα της Charles, δικηγόρο κι όχι επιτυχημένο οικονομικά, πολύ ευγενή, καλλιεργημένο, αλλά μαλθακό, ένα είδος μαραμένης αριστοκρατίας. Αυτό έκανε τον Ναπολέοντα να επιδιώκει την ιδιαίτερη εκτίμηση της μητέρας του την οποία θεωρούσε την δύναμη της οικογένειας. Όμως αυτή άλλοτε ήταν ζεστή μαζί του κι άλλοτε ψυχρή αρνούμενη να δείξει τον ενθουσιασμό της για τα κατορθώματά του γιού της. Αυτός δεν σταματούσε να ρωτά νέα της μητέρας του από την Πανώρια Στεφανοπούλου- Κομνηνού Permon, όταν μεγάλος πια στο Παρίσι ήταν πολλές φορές την εβδομάδα σπίτι της για γεύμα ή δείπνο.

Επίσης όταν είχε επιτυχίες τις ανέφερε στην μητέρα του περιμένοντας προφανώς επιδοκιμασίες.

Αυτή ναι μεν επικροτούσε αλλά πάντα πρόσθετε ” ας ελπίσουμε ότι όλα αυτά θα χουν διάρκεια. Επίσης να μην ξεχάσουμε ότι την ημέρα της ενθρόνισης ως αυτοκράτορα δεν ήταν παρούσα, κάτι που δεν πέρασε απαρατήρητο εκείνη την εποχή. Πολλοί είπαν ότι την ενοχλούσε που ο Ναπολέοντας δεν είχε καλή σχέση με τον αδελφό του Λουσιάν. Ίσως. Το γεγονός όμως ότι σε μια τέτοια στιγμή ήταν απούσα σχολιάστηκε.

Ο χαρακτήρας του κι η ιδιαίτερη σχέση με την μητέρα του τον είχαν κάνει ένα παιδί που μιλούσε λίγο, που δεν έδειχνε τα συναισθήματά του, που για την ηλικία του είχε τάσεις μοναχικότητας, αλλά και που με την παραμικρή ευκαιρία έδειχνε τον υπερβολικά ανθεκτικό και μακράν της ηλικίας του περήφανο χαρακτήρα. Η περηφάνεια, η ανθεκτικότητα και μεθοδική στρατηγικά δύναμη του ήταν βασικά στοιχεία της προσωπικότητας του. Ας δούμε ένα παράδειγμα της παιδικής του ηλικίας.

Σύμφωνα με τα λεγόμενα της Saveria, της προσωπικής υπηρέτριας της κ. Βοναπάρτη, όταν ο Ναπολέων δεν ήταν ακόμη επτά χρονών, κατηγορήθηκε από την αδελφή του ότι έφαγε σταφύλια, σύκα και κέδρα από τον κήπο ενός θείου ιερωμένου. Όχι μόνο ήταν κακό που έφαγε από άλλο κήπο αλλά από κήπο ιερωμένου ήταν ακόμη πιο βαρύ. Το πρόβλημα όμως ήταν ότι δεν το είχε κάνει αυτός αλλά η αδελφή του. Κατά την διάρκεια της οικογενειακής “ανάκρισης” για την ανακάλυψη του ενόχου, αρνήθηκε ξεκάθαρα δίχως καμμιά περιστροφή ότι το έκανε αυτός.

Δεν κατέδωσε όμως την αδελφή του. Θεωρήθηκε ένοχος και μαστιγώθηκε. Παρότι πονούσε δεν άφησε ούτε ένα δάκρυ να κυλήσει στα μάγουλά του. Είχε πληγές στο σώμα. Όμως δεν λιγοψύχησε. Του είπαν να ζητήσει συγγνώμη. Κι αν το έκανε με καλή διάθεση και θέληση θα τον συγχωρούσαν. Δεν το δέχτηκε λέγοντας ότι ήταν αθώος. Εκείνες τις στιγμές η μητέρα του ήταν σ ‘επίσκεψη στο σπίτι του διοικητή της Κορσικής M.de Marbeuf. Όταν επέστρεψε το μαστίγωμα σταμάτησε. Όμως αποτέλεσμα της επίμονης κι αποφασιστικότητας του ήταν τις επόμενες τρεις μέρες να μην φάει τίποτα άλλο παρά μόνο ψωμί και τυρί ( όχι από το αγαπημένο του Κορσικανό νόστιμο, το broccio).Το εντυπωσιακό ήταν,(κατά την Saveria πάντα ) ότι δεν έκλαψε, ήταν μεν λυπημένος αλλά όχι πεισμωμένος και θυμωμένος στην γωνιά του.

Είχε το αίσθημα δίκαιου ανεπτυγμένο.

Αφού λοιπόν είχε δίκιο και δεν είχε κλέψει αυτός ήταν ήσυχος μέσα του. Όταν μετά από τέσσερις μέρες η φίλη της αδελφής του Μαριάννας, έμαθε τι έγινε, πήγε κι είπε την αλήθεια. Ότι δηλαδή τα δυο κορίτσια το έκαναν κι όχι αυτός. Τώρα ήταν η σειρά της αδελφής του να τιμωρηθεί. Όταν δε ρωτήσαν τον Ναπολέοντα γιατί δεν την κατέδωσε αυτός απάντησε, όχι και τόσο πειστικά, ότι δεν ήξερε. Όμως όλοι κατάλαβαν ότι δεν θα την κατέδιδε. Συμπεριφερόταν από τότε, από τόσο νωρίς σαν άντρας.

Αυτό το αίσθημα της δικαιοσύνης, της υπερηφάνεια και της μεγάλης ανθεκτικότητας το χε πάντοτε σε όλη του την πορεία, ο Ναπολέων. Σκληρός με αντοχές στις κακουχίες και της καθημερινής και της στρατιωτικής ζωής. Όπως επίσης το κενό με την μητέρα του δεν καλύφθηκε ποτέ. Δεν είχε δεχτεί την στοργή που θα ήθελε γι’ αυτό αλώστε κι είχε κολλήσει με την μεγαλύτερη του και πιο ώριμη γυναικά του την Ζοζεφίνα.

Επίσης, αν κι είχε μακρινή συγγένεια με την Πανώρια Στεφανοπούλου- Κομνηνού Permon, εν τούτοις της είχε προτείνει να παντρευτούν κι ας ήταν κατά 25 χρονιά μεγαλύτερη του. Αναζητούσε μέσα από την σχέση του με τις γυναίκες την χαμένη ζεστασιά με την μητέρα του.

Στο Αιάκιο της Κορσικής έμεινε μέχρι 9 ετών. Υστέρα αρχίσαν οι μετακινήσεις του σε διαφορετικές στρατιωτικές σχολές μιας κι αποφάσισε ν ‘ακολουθήσει στρατιωτική εκπαίδευση.

Πάντα κατά τα λεγόμενα της Saveria, αυτό που ήταν γοητευτικό στον Ναπολέοντα όταν έγινε πλέον νεαρός ήταν το βλέμμα του και κυρίως η γλυκιά του έκφραση όταν ήταν σε στιγμές που ενδιαφερόταν για κάποιον. Δίπλα όμως σ’ αυτό το στοιχείο παραμόνευε ο βροντερός θυμός του. Άστραπτε και βροντούσε όταν θύμωνε. Βεβαία υπήρχε και το αιχμαλωτικό του χαμόγελο. Το ίδιο εντυπωσιακό όταν μιλούσε για να συγκινήσει τα πλήθη. Είχε λεπτά χεριά, αυτά που οι γυναίκες επιθυμούσαν, αλλά ήταν τα ίδια χέρια που σήκωσαν την κορόνα του κόσμου εκείνη την εποχή. Είχε άσπρο δέρμα και τρυφερό, μέσα στο οποίο όμως κρύβονταν ατσάλινοι μυς.

Ολ’ αυτά το προαναφερθέντα στοιχεία, τα οποία δεν μπορούσε κάνεις εύκολα να τα διακρίνει στο παιδί-Ναπολέοντα αρχίσαν να φαίνονται στον νεαρό άντρα – Ναπολέοντα.

Απ’ όλα τα παιδιά της Laititia, της μητέρας του, ήταν ο τελευταίος που θα μπορούσε να δώσει την ιδέα ότι θα γίνει κάτι το τόσο μεγαλειώδες όταν θα μεγάλωνε. Ήταν τόσο περήφανος που δεν ήθελε ποτέ να δανειστεί παρότι διαμαρτυρόταν στους γονείς του κι η μητέρα του του απαντούσε σκληρά στις επιστολές της..

Συχνά όταν ήταν στην στρατιωτική σχολή στο Παρίσι προτιμούσε να μείνει μέσα στο δωμάτιο του πάρα να βγει έξω με τους συμφοιτητές του οι οποίοι, γόνοι αριστοκρατικών οικογενειών, είχαν και τα μέσα και την διάθεση να ξοδέψουν χρήματα για να διασκεδάσουν. Ακόμη κι όταν ο συγγενής του ο πρίγκηπας Δημήτριος Στεφανόπουλος – Κομνηνός θέλησε να τον ενισχύσει κάπως οικονομικά χρειάστηκε να του πει ψέματα ότι τα χρήματα που θα του έδινε ήταν τα χρήματα που ο πατέρας του Ναπολέοντα, λίγο πριν πεθάνει στο σπίτι των Στεφανόπουλων – Κομνηνών του τα ‘χε δώσει για τον γιο του τον Ναπολέοντα.

Αυτή η περηφάνεια ήταν που τον έκανε να μην θέλει να δώσει κάποιο δικαίωμα στους γύρω του κι ειδικά στους Γάλλους.

Ήθελε να φαίνεται καθόλα Γάλλος κι ας υπήρχαν τόσα σημάδια που φανέρωναν και μια διαφορετική κουλτούρα πίσω από την εμμονική προσπάθεια του να φαίνεται πιο Γάλλος κι από τους Γάλλους. Καθετί που μπορούσε ν ‘απειλήσει την ” γαλλικότητα ” του το απομάκρυνε. Δεν ήθελε σκιές παρότι συχνά τα γεγονότα γύρω από την προσωπική του ζωή προδίδαν ότι όλα αυτά ήταν η προσπάθεια της αναζήτησης νομιμοποίησης της γαλλικής του εικόνας. Όμως γι’ αυτό το θέμα και για τους λογούς που δεν ήθελε να φανεί κάποια άλλη κουλτούρα στην ταυτότητα του, θα μιλήσω την επόμενη εβδομάδα, στο τελευταίο μου άρθρο γι’ αυτήν την υπόθεση των Μανιατών της Κορσικής.

Βιβλιογραφία:
Αναμνήσεις Δούκισσας Ντ’Αμπραντές,
Αναμνήσεις στρατηγού Μπερτράντ,
Η ιστορία του Καργκέζε της Άννας Κομνήνη.